Legislator Case Law & Legislation
1723/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court failure to examine promotion priority facts under Art. 559(8) of Civil Procedure Code.

Case Number 1723/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to examine her superior seniority compared to two other candidates for promotion, a fact with decisive impact on the case outcome. The Court found the appellate court erred by rejecting the appeal without investigating this crucial evidence, violating Article 559(8) of the Civil Procedure Code. Consequently, the decision was annulled and the case remitted for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) K.Pol.D.; Art. 580(3) K.Pol.D.; The Supreme Court annuls a decision when the appellate court fails to examine facts proposed by the appellant that have decisive influence on the case outcome, remitting the case for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Ground of Appeal Failure to Examine Facts Dismissal of Appeal Remittal for Retrial Promotion Priority Seniority Dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 12/1991
Supreme Court 14/1998
Supreme Court 429/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1723 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1723/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Χ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Παπαδόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 811/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 10093/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2005 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1921/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 30-11-2007 κλήση της αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 19-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις προσκομιζόμενες ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως, καθώς και της από 30-11-2007 κλήσεως της αναιρεσείουσας, με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ως πράγματα των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, εντάσεως ή αντεστάνσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ. 11/1996).

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ. 12/1991). Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτή αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων πραγματικά περιστατικά.

Περαιτέρω, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή.

Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζόμενου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζόμενου των συμβατικώς προβλεπομένων στον κανονισμό ή τον οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.

Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανα του που ορίζονται στον κανονισμό, παρέλειψαν αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.

Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με ισχύ νόμου), είτε το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ ΑΠ 32/2002).

Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν πραχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοι του. Η ένσταση αυτή στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος έστω και απλώς παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο έπρεπε να πληρωθεί η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρουμένων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού (Ολ.

ΑΠ. 14/1998. ΑΠ. 429/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 20-9-2000 αγωγής της, (και κατά το κεφάλαιο αυτής που πλήττεται με τους λόγους της αναίρεσης), η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα την 8-5-1973 ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή Β' τον οποίο κατέχει με αρχαιότητα από 1-1-1994 δυνάμει της υπ' αριθμ. 9752/1999 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα παρεμποδίζοντας παρανόμως την πλήρωση αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της, δυνάμει του με συμβατική ισχύ οργανισμού του προσωπικού της, άλλως επικουρικώς κατά κατάχρηση του προαγωγικού δικαιώματος του αρμοδίου οργάνου της, κατά παράβαση των άρθρων 201-207 και επικουρικώς του άρθρου 281 ΑΚ, παρέλειψε να την προαγάγει αν και καταφανώς υπερείχε των προαχθέντων δύο συναδέλφων της, ήτοι του Α και Β, που προτείνονται προς σύγκριση, στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-1997.

Ζητεί δε να αναγνωριστεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' με βαθμολογική αρχαιότητα από την 1-1-1997 και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει από την πιο πάνω ημερομηνία τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης στην από 28-12-1998 συνεδρίαση του αποφάσισε την προαγωγή στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-1997 του προτεινόμενου Β, αν και η αναιρεσείουσα υπερείχε καταφανώς αυτού, πλην όμως ότι στις ίδιες προαγωγικές κρίσεις παραλήφθηκε ο Γ, ο οποίος υπερείχε απλώς αυτής, δεχόμενο δε τη διακωλυτική ένσταση που είχε υποβάλει η αναιρεσίβλητη, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς να ερευνήσει την κύρια βάση της αγωγής και κατά το σκέλος της εκείνο με το οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε την καταφανή υπεροχή της και ως προς τον προαχθέντα με την ίδια απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και προτεινόμενο επίσης προς σύγκριση, Α, γεγονός που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού στην περίπτωση που κρινόταν ότι αυτός υστερούσε της αναιρεσείουσας θα κατελάμβανε εκείνη τη θέση του, απορριπτομένης της διακωλυτικής ένστασης ως αλυσιτελώς προβαλλόμενης.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια η οποία προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10093/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Oκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ