Legislator Case Law & Legislation
1722/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds failing to state essential factual assumptions.

Case Number 1722/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a lower court's decision regarding land ownership. The appellants argued that the lower court erred in classifying land as public domain, but their appeal grounds were deemed vague and incomplete. The court ruled that the appeal failed to adequately state the critical factual assumptions necessary to establish a direct violation of substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds fail to comprehensively state the essential factual assumptions of the contested decision that are crucial for the judgment's outcome.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility vague grounds of appeal essential factual assumptions substantive law violation public domain land code of civil procedure incomplete appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1722 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1722/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Τ. Α. του Α., 2) Μ. Α. του Α., 3) Α. Α. του Α., 4) Ε. Α. του Α., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πανιέρα, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2011 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Α. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 16-5-2019 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 130/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 12/2016).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, , Α.Π 1836/2022), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π 1836/2022, ΑΠ 120/2017, 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Α.Π. 24/2021, Α.Π. 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, Α.Π 1836/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι "στη νήσο …, η οποία είναι μη δορυάλωτο νησί της Δωδεκανήσου, ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή ότι η γη εκτός σχεδίου είναι δημόσιες γαίες (εραζι εμιριέ) και επομένως και η επίδικη, ως προερχόμενη από κατακτήσεις από τον Σουλτάνο και ανήκε στο Δημόσιο και μόνο από τον Σουλτάνο μπορούσε να διατεθεί (σελ. 6 βαλλόμενης).

Συνεπώς, όπως συνεχίζει η προσβαλλόμενη οποιαδήποτε μακρόχρονη νομή από ιδιώτη επί γαιών που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο δεν ήταν ικανή να καταλύσει την κυριότητα του Δημοσίου και να ιδρύσει τέτοια για τον ιδιώτη, ούτε η μεταβίβαση γης με σπαχί ή ταπί ή χοτζέτιο, γιατί όλοι οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα τεσσαρούφ μπορούσαν να προσπορίσουν".

Με τον δεύτερο δε αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης δεχόμενη ότι "όλη η εκτός σχεδίου γη στη νήσο της … είναι δημόσιες γαίες (εραζί εμιριέ) και επομένως και η επίδικη ως προερχόμενη από κατακτήσεις από τον Σουλτάνο και ανήκε στο Δημόσιο και μόνο από τον Σουλτάνο μπορούσε να διατεθεί και επομένως απαιτείτο η θεμελίωση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), μη λαβούσα υπόψη τον προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της ότι "δεν ισχύει το τεκμήριο του Ελληνικού Δημοσίου, σε ακίνητα που μπορούν να ασκηθούν υλικές πράξεις και ότι δεν υπάρχουν δημόσιες γαίες "εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί, αλλά τα ακίνητα που εξουσιάζοντο από ιδιώτες ήταν όλα γαίες ελεύθερης ιδιοκτησίας μουλκ".

Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, και ειδικότερα, διότι δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, διότι δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής ότι η άμεση δικαιοπάροχος καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και ότι και ο ενάγων απέκτησε κυριότητα επ'αυτού.

Στους λόγους αυτούς διαλαμβάνεται μόνο, μικρό απόσπασμα της νομικής σκέψης της προσβαλλόμενης απόφασης και περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή παραδοχές, οι οποίες μάλιστα, επισημαίνεται ότι δεν ανταποκρίνονται με ακρίβεια, στο κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση αυτής προκύπτει, αλλά αποτελούν εκτίμηση κατά την κρίση τους των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επίσης, στους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους δεν διαλαμβάνονται οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως και πλαγίως. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 16-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 130/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος των αναιρεσειόντων, ενόψει ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-5-2019 αίτηση των Τ. Α. του Α., Μ. Α., Α. Α. και Ε. Α. για αναίρεση της 130/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ