Legislator Case Law & Legislation
1722/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court correctly accepted evidence without requiring additional proof.

Case Number 1722/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' final judgment. The appellant argued that the lower court erred in accepting the respondent's claim for payment without requiring counter-evidence from the appellant. The court rejected this, noting the lower court had already found sufficient evidence from the respondent's side to support its decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision was based on sufficient evidence rather than a failure to consider counter-evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility burden of proof evidence sufficiency counter-evidence procedural dismissal civil procedure code judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 13 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1287/2019
Supreme Court Case 2305/2009
Supreme Court Case 319/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1722 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1722/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μουλαγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Τσίρκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2852/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25.09.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ.880/01.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2852/29.04.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.

Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη(ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ένδικη ανακοπή της η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσέβαλε ως ανειλικρινείς, αφενός την αρνητική, αφετέρου την τεκμαιρόμενη ως αρνητική δήλωση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης που κατασχέθηκε στα χέρια της ως τρίτης από αυτήν (αναιρεσίβλητη), σε βάρος αμφοτέρων των οφειλετών της Ν.

και Α. Κ., αντίστοιχα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 84/2017 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και απέρριψε μεν αυτήν ως αβάσιμη ως προς τον Ν. Κ., ενώ δέχτηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τον Α. Κ. και αφενός αναγνώρισε ότι ο εν λόγω οφειλέτης της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α.

Κ. διατηρούσε απαίτηση κατά της καθής και ήδη αναιρεσείουσας, ποσού 50.150 ευρώ, αφετέρου υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην πρώτη ως αποζημίωση το παραπάνω ποσό. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εν μέρει ηττηθείσα καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2852/2020 απόφασή του, έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεσή της, κατά το μεταβιβασθέν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κεφάλαιό της, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.

Κράτησε δε και, επαναδικάζοντας την ανακοπή, έκρινε ότι ναι μεν η καθής η ανακοπή-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία είχε προβεί εμπρόθεσμα και νομότυπα, κατ' άρθρο 985 ΚΠολΔ, σε αρνητική δήλωση, ως προς τον οφειλέτη της ανακόπτουσας Α. Κ., ωστόσο δέχθηκε ότι η δήλωση αυτή δεν ήταν αληθής. Συνακόλουθα, αναγνώρισε ως ανακριβή της επίδικη από 22.4.2016 δήλωση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας και ότι ο οφειλέτης της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α.

Κ. διατηρούσε αξίωση κατά της αναιρεσείουσας, ποσού 50.150 ευρώ, και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την κατασχεθείσα εις χείρας της αξιούμενη χρηματική απαίτηση των 50.150 ευρώ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρεί κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." αξίωση ύψους 143.943,73 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 2763/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 50.000 ευρώ.

Δυνάμει αντιγράφου απογράφου εκτελεστού της παραπάνω απόφασης, η ανακόπτουσα επέσπευσε στις 30.12.2015 αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος των Ν. και Α. Κ., υπό την ιδιότητά τους ως ομορρύθμων μελών της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", από την τροποποίηση της οποίας προήλθε η παραπάνω ετερόρρυθμος εταιρεία...

Με το απόγραφο οι παραπάνω καθώς η εκτέλεση οφειλέτες, επετάσσοντο να καταβάλουν στην ανακόπτουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 50.150 ευρώ, αναλυόμενο σε 50.000 ευρώ ως προσωρινώς εκτελεστό κεφάλαιο, 100 ευρώ για έξοδα επίδοσης και 50 ευρώ για αμοιβή σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι Ν.

και Α. Κ. ήσαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός οικοπέδου μετά των επ' αυτού κτισμάτων και οικοδομημάτων που βρίσκεται στο … και στο οικοδομικό τετράγωνο(Ο.Τ.) με αριθμό …, και επί της συμβολής των οδών ... και ..., δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Γαλούση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νέας Ιωνίας.

Το ακίνητο αυτό, αντικειμενικής αξίας 766.567,15 ευρώ, οι παραπάνω ιδιοκτήτες μεταβίβασαν αιτία πωλήσεως στην καθής η ανακοπή(και ήδη αναιρεσείουσα) αντί τιμήματος 400.000 ευρώ. Μέρος του τιμήματος και συγκεκριμένα το ποσό των 70.000 ευρώ οι παραπάνω πωλητές έλαβαν από την καθής η ανακοπή μέσω της με αριθμό ... ισόποσης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως στις 10.10.2014 εις διαταγήν της καθής η ανακοπή, ενώ το υπόλοιπο τίμημα από 330.000 ευρώ, συμφωνήθηκε καταβλητέο τμηματικά, και συγκεκριμένα:(1) ποσό 20.000 ευρώ με την εξάλειψη των αναγραφόμενων στο συμβόλαιο προσημειώσεων υποθήκης, (2) ποσό 310.000 ευρώ σε επτά ετήσιες δόσεις, ποσού 44.000 ευρώ οι έξι πρώτες και 46.000 ευρώ η έβδομη, καταβλητέες την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, της τελευταίας πληρωτέας στις 31.12.2021.

Με τη με αριθμό ... πράξη μερικής εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννη Κοντοπούλου, οι παραπάνω πωλητές δήλωσαν ότι έλαβαν από την καθής η ανακοπή το ποσό των 310.000 ευρώ και ότι ως εκ τούτου παραιτούνται από το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης που τους παρείχε η αγοράστρια κατά την υπογραφή του συμβολαίου, ενώ με τη με αριθμό ...πράξη εξόφλησης της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, οι άνω πωλητές, δήλωσαν ότι έλαβαν και το υπόλοιπο ποσό των 20.000 ευρώ προς ολοσχερή εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοραπωλησίας, από την καθής η ανακοπή.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η ανακόπτουσα επέβαλε δυνάμει του άνω τίτλου, αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της καθής η ανακοπή ως τρίτης, για την ικανοποίηση της απαίτησής της από 50.150 ευρώ, με την επίδοση στην καθής η ανακοπή του σχετικού εγγράφου στις 15.4.2016 ... της κατασχέσεως αυτής συντελεσθείσας έκτοτε, ενώ είχε προηγουμένως επιδόσει και δη στις 4.3.2016, τα κατασχετήρια έγγραφα και στους δανειστές της καθής η ανακοπή και οφειλέτες της, Νικόλαο και Α.

Κ.... Η καθής η ανακοπή εταιρεία προέβη εμπρόθεσμα... ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, στην από 22.4.2016 δήλωση, για την οποία συντάχθηκε η σχετική έκθεση, σύμφωνα με την οποία δήλωσε ¨...η εταιρεία μας έχει εξοφλήσει πλήρως τους ανωτέρω πωλητές και αυτοί έχουν ήδη υπογράψει τις αντίστοιχες συμβολαιογραφικές πράξεις εξόφλησης και δεν οφείλει σε αυτούς κανένα ποσό...¨.

Η δήλωση αυτή αποδείχθηκε, ότι δεν είναι αληθής, καθόσον οι δηλώσεις των δανειστών της καθής από το υπόψη τίμημα αγοραπωλησίας, παρότι διαλαμβάνονται οι σχετικές δηλώσεις των συμβαλλομένων σε δημόσια έγγραφα και συγκεκριμένα στις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου, δεν αποδεικνύουν εις βάρος των μη συμβληθέντων σε αυτές τρίτων, αφού δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό της ισχυριζομένης σε αυτές εξοφλήσεως έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο.

Συνεπώς, η αρνητική αυτή δήλωση της καθής ως τρίτης, ελέγχεται ως αναληθής και πρέπει αναγνωριζομένου του ανακριβούς και εντεύθεν ακύρου της προσβαλλομένης δηλώσεως της καθής η ανακοπή, να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται η απορρέουσα από το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Γαλούση απαίτηση του Α.

Κ., ως γενεσιουργού της απαιτήσεώς του προς απόληψη μέρους του τιμήματος εκ 330.000 ευρώ και να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή στην καταβολή της κατεσχημένης εις χείρας της χρηματικής απαίτησης της ανακόπτουσας ύψους 50.150 ευρώ...". Με βάση δε τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως επί λέξει αναφέρει, στο τέλος της οπίσθιας όψης του έβδομου (7ου )φύλλου της "Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση προκειμένου να χρησιμεύσουν ως άμεση απόδειξη, ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, λαμβανομένων αυτεπαγγέλτως υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας... ".

Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, καθόσον έκρινε ως αβάσιμο, χωρίς ανταπόδειξη, τον καταλυτικό της ανακοπής ισχυρισμό της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας περί εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος των οφειλετών της και καθών η εκτέλεση οφειλετών της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, μέρος του οποίου κάλυπτε την κατεσχημένη εις χείρας της καθής η ανακοπή απαίτηση της ανακόπτουσας, ύψους 50.150 ευρώ, για την οποία και η κριθείσα ως ανακριβής από 22.4.2016 ένδικη αρνητική δήλωση της καθής η ανακοπή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη ή ανταπόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Από το συνδυασμό των διατάξεων 438, 440, 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο ως προς τα περιεχόμενα εις αυτά για τα οποία ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του.

Ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων, για τις οποίες ο συμβολαιογράφος δεν έχει δική του αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού(ΑΠ 801/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι' αυτό. Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι' αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.

και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον, όπως επί λέξει αναφέρει: "...δεν δέχθηκε την πλήρη εξόφληση του πιστούμενου τιμήματος αγοραπωλησίας, όπως η εξόφληση αυτή βεβαιωνόταν στα προαναφερόμενα συμβόλαια(δημόσια έγγραφα), αλλ' αντιθέτως..

απαίτησε πρόσθετες αποδείξεις από την εκκαλούσα...". Ο εν λόγω ερευνώμενος, όμως, λόγος με το προαναφερθέν περιεχόμενο είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη με αυτόν αιτίαση ότι από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση ισοδύναμων σε αποδεικτική ισχύ δημόσιων (συμβολαιογραφικών) εγγράφων, ήτοι αφενός του υπ' αριθμ. 5781/ 16.10.2014 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Γαλούση, με το οποίο οι οφειλέτες της ανακόπτουσας μεταβίβασαν το επίδικο ακίνητό τους, αιτία πωλήσεως στην καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα αντί τιμήματος 400.000 ευρώ, μέρος του οποίου τιμήματος και συγκεκριμένα το ποσό των 70.000 ευρώ οι παραπάνω πωλητές έλαβαν από την καθής η ανακοπή μέσω ισόποσης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως στις 10.10.2014 εις διαταγήν της καθής η ανακοπή, ενώ το υπόλοιπο τίμημα από 330.000 ευρώ, συμφωνήθηκε καταβλητέο τμηματικά, και συγκεκριμένα:(α) ποσό 20.000 ευρώ με την εξάλειψη των αναγραφόμενων στο συμβόλαιο προσημειώσεων υποθήκης και (β) ποσό 310.000 ευρώ σε επτά ετήσιες δόσεις, ποσού 44.000 ευρώ οι έξι πρώτες και 46.000 ευρώ η έβδομη, καταβλητέες την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, της τελευταίας πληρωτέας στις 31.12.2021, και αφετέρου, της συνταχθείσας, μόλις οκτώ(8)ημέρες μετά, υπ' αριθμ. ...

πράξης μερικής εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννη Κοντοπούλου και εν συνεχεία της ... (και όχι …, όπως εκ παραδρομής αναγράφεται) πράξης εξόφλησης της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, συνάγεται αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό, πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση αυτή ελέγχεται ως αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, προκύπτει ότι, προκειμένου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την αναλήθεια της προσβαλλόμενης αρνητικής δήλωσης της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας ως τρίτης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, και όλα τα μνημονευόμενα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (προαναφερθέντα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα).

Εξάλλου, παρότι δεν είναι αναγκαίο να αξιολογεί ή να αντικρούει ειδικά κάθε αποδεικτικό μέσο ή να αιτιολογεί, γιατί βάρυνε περισσότερο στην κρίση του κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το Δικαστήριο, εν τούτοις το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του(αρχή 9ου φύλλου) περιέλαβε και ειδική αιτιολογία διαλαμβάνοντας, όπως προεκτέθηκε, επί λέξει τα εξής: "...Η δήλωση αυτή αποδείχθηκε, ότι δεν είναι αληθής, καθόσον οι δηλώσεις των δανειστών της καθής από το υπόψη τίμημα αγοραπωλησίας, παρότι διαλαμβάνονται οι σχετικές δηλώσεις των συμβαλλομένων σε δημόσια έγγραφα και συγκεκριμένα στις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου, δεν αποδεικνύουν εις βάρος των μη συμβληθέντων σε αυτές τρίτων, αφού δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό της ισχυριζομένης σε αυτές εξοφλήσεως έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο..", καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "...

η αρνητική αυτή δήλωση της καθής ως τρίτης, ελέγχεται ως αναληθής και πρέπει αναγνωριζομένου του ανακριβούς και εντεύθεν ακύρου της προσβαλλομένης δηλώσεως της καθής η ανακοπή, να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται η απορρέουσα από το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Γαλούση απαίτηση του Α.

Κ., ως γενεσιουργού της απαιτήσεώς του προς απόληψη μέρους του τιμήματος εκ 330.000 ευρώ και να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή στην καταβολή της κατεσχημένης εις χείρας της χρηματικής απαίτησης της ανακόπτουσας ύψους 50.150 ευρώ...". Συνακόλουθα, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.

Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού ,πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (άρθρο 985 παρ. 3 εδ. β` ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος, κατ' άρθρο 990 ΚΠολΔ (ΑΠ 96/2016), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημίωσης αγωγής (άρθρο 986 εδ.

β` ΚΠολΔ) (ΑΠ 185/1990). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθού η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 1261/2019). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος δανειστή(ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 1182/2009).

Επομένως, στην ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος,αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 1287/2019,ΑΠ 2305/2009,ΑΠ 319/ 2009). Περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε περί μη εξοφλήσεως του πιστουμένου τιμήματος, χωρίς να έχει λάβει χώρα προβολή ανταποδείξεως εκ μέρους της βαρυνομένης προς τούτο ανακόπτουσας εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ δεν εξήγαγε απόδειξη περί πλήρους εξοφλήσεως από την καθής η ανακοπή-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα του τιμήματος της μεταξύ αυτής και των πωλητών οφειλετών της ανακόπτουσας-αναιρεσίβλητης αγοραπωλησίας του ακινήτου των τελευταίων, από τις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις, με αποτέλεσμα το Εφετείο να δεχθεί την ένδικη ανακοπή της αντιδίκου της αναιρεσίβλητης, ενώ θα έπρεπε να την είχε απορρίψει ως αναπόδεικτη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο προαναφερθείς ισχυρισμός της ανακόπτουσας, περί αναλήθειας της προσβαλλόμενης αρνητικής δήλωσης της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας ως τρίτης, έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη σχετικές αποδείξεις, η οποία, σύμφωνα και με τις προηγηθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης των διαλαμβανομένων στην ένδικη ανακοπή ισχυρισμών της.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.09.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2852/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ