Legislator Case Law & Legislation
1722/2017 AI generated

1722/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1722/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1722/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν συνεχεία εκδόθηκαν οι .../1-6-1954, .../11-10-1956 και .../28-5-1958 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, με τις οποίες έγινε άρση των απαγορεύσεων των άρθρων 2 § 1 ν. 3250/1924 και 216 ν. 4173/1929 και επιτράπηκε η εκποίηση και κατάτμηση της ανωτέρω εδαφικής έκτασης (δηλαδή της θέσης "…") σε τεμάχια επιφανείας εκάστου τεσσάρων στρεμμάτων τουλάχιστον.

Keywords

AI generated
maritime area exploitation of the sea-bed territorial guarantee territorial scope of the Treaty principles governing concessions land use regulation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1722 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1722/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Α. Κ. του Γ., 2)Α. συζ. Α. Κ., το γένος Χ. Κ., 3)Σ. θυγατέρα Α. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3257/2010 μη οριστική, 4143/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4790/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-5-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 6-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.

της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των παραπάνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς που αναχώρησαν από την απελευθερωθείσα Ελλάδα, πρώην κυρίους αυτών, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί).

Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνταν δημόσια δάση.

Ειδικότερα με την έβδομη παράγραφο της συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη έχουν το δικαίωμα να πουλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, ειδική δε επιτροπή θα επιμεληθεί, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Επίσης με την πέμπτη και έκτη παράγραφο του Πρωτοκόλλου της 22ας Ιανουαρίου (3Φεβρουαρίου) 1830, επιτράπηκε στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιοκτησιών που είχαν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και ιδιωτικά δάση, αδιακρίτως αν αυτά βρισκόνταν εντός ή εκτός των μεγάλων αγροκτημάτων (τσιφλικιών). Σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστάθηκε η επί των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστική Επιτροπή, η οποία συστάθηκε πολύ πριν από την έκδοση του από 17.11.1836 Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" και όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνες της από 28.3.1835 Συμβάσεως μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης [(που εγκρίθηκε με το από 4/16.4.1835 ΒΔ (ΦΕΚ 15/1838),] του από 4/16.10.1835 Πρωτοκόλλου του Υπουργικού Συμβουλίου και της 1/13.11.1835 διαταγής των επί του Βασ.

Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών που βρίσκονταν εντός ή εκτός τσιφλικίων, από τους αποχωρούντες (φεύγοντες) Οθωμανούς στους Έλληνες, προς εξασφάλιση και μόνο των Ελλήνων αγοραστών Οθωμανικών κτημάτων έναντι των πωλητών Οθωμανών.

Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση της εν λόγω Επιτροπής στις ως άνω αποφάσεις περί μη υπάρξεως απαιτήσεως του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης εκτάσεως δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφισταμένου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο ανατρέποντα ευθέως και αμέσως το εκ του άρθρου 3 του άνω Δ/τος τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου.

Επομένως, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει σαφώς, ότι οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών περί αναγνωρίσεως ιδιωτικών δασών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17/29.11.1836, δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις, που αφορούν δάση, της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστικής Επιτροπής.

Πράγματι, μόνο οι αποφάσεις της επί των Οικονομικών Γραμματείας και της δια της από 16.4/4.5.1842 δηλοποιήσεως της συσταθείσας Τριμελούς Επιτροπής, οι εκδοθείσες κατά τους τύπους και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του Β Δ/τος της 17/29-11/1.12.1836, με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτη σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, ο οποίος μπορεί να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο του άρθρου 3 του ως άνω Δ/τος.

Αλλά και οι αποφάσεις της επί των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστικής Επιτροπής, που επιτελεί έργο της διοίκησης, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του ανωτέρω Β.Δ/τος της 17/29-11/1.12.1836, δεν είναι δυνατό να παραμερισθούν εντελώς. Εφόσον με αυτές αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες σε δάσος υφιστάμενο το 1836 είναι προφανές ότι και σε αυτές περιλαμβάνεται κρίση, μετά από σχετική έρευνα, για τη μη ύπαρξη απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβασθείσας δασικής εκτάσεως, δεδομένου μάλιστα ότι κηρύσσονται εκτελεστές με πράξη της διοίκησης υπογεγραμμένη από τον επί των Εξωτερικών Γραμματέων της Επικρατείας και από το Διευθυντή της επί των Οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας.

Συνεπώς οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής έκτασης, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μπορούν να επικαλεσθούν τις προαναφερθείσες αποφάσεις, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή τους πίστη, κατά την τριακονταετή με διάνοια κυρίου κατοχή του ειρημένου δάσους (ΑΠ 573/2015).

Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ. θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκαν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού ήταν η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ' απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539 /1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 975 /2008).

Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 4.162 τετραγωνικών μέτρων, βρίσκεται επί των ιδιωτικών οδών … αρ. … και … στη θέση "…" της περιοχής "…" του Δήμου Μαραθώνος Αττικής, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, φέρει τον αριθμό … του οικοδομικού τετραγώνου … στο από Αύγουστο 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Χριστόφορου Χριστοφίδη και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 87 μέτρων με την ιδιωτική οδό …, βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 45 μέτρων με την ιδιωτική οδό …, νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 45 μέτρων με παραλιακή ζώνη και νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 91 μέτρων με το τεμάχιο … του οικοδομικού τετραγώνου …, ιδιοκτησίας Ζ..

Το ανωτέρω ακίνητο είναι τμήμα του αγροκτήματος "…" ή "…" ή "…", το οποίο πριν από την απελευθέρωση ήταν τσιφλίκι, δηλαδή ενιαία αγροτοκτηνοτροφική εγκατάσταση (αγρόκτημα), ανήκε στον οθωμανό Ο. Π., υιό Μ. Α., ο οποίος την κατείχε βάσει ταπίων, και αποτελείτο από δώδεκα ζευγάρια καλλιεργήσιμων και μη γαιών και άλλα πέντε ζευγάρια γαιών, πλέον χειμερινών και θερινών βοσκοτόπων, δασών και λιμνών.

Ο Ο. Π. πώλησε το αγρόκτημα στον Α. Κ. με το χοτζέτι με αριθμό … από τρίτης Σελήνης Ρεμεζάνι του μουσουλμανικού έτους 1250 (αντιστοιχεί στο έτος 1834 του γρηγοριανού ημερολογίου), το οποίο εγκρίθηκε με την από 17-11-1835 απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, που συστήθηκε με την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Η ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή την 20-11-1835 από τους Γραμματείς της Επικρατείας α) επί του Βασιλικού Οίκου και Εξωτερικών και β) Οικονομικών. Ο Α. Κ. με το …/17-4-1836 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π. μεταβίβασε το αγρόκτημα λόγω προίκας στη θυγατέρα του Ε. Κ. ενόψει του γάμου της με το Σ. Σ.. Η Ε.

Κ., σύζυγος Σ. Σ., απεβίωσε αδιάθετη το έτος 1883 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Α., Δ. και Ε. Σ., που υπεισήλθαν στην κληρονομία με ανάμειξη, ενώ η Ε. Σ. απεβίωσε αδιάθετη την 9-1-1887 και κληρονομήθηκε από τον πατέρα της Σ. Σ. και τους αδελφούς της Α. και Δ. Σ., που υπεισήλθαν στην κληρονομία της με ανάμειξη. Ο Σ. Σ.

απεβίωσε την 18-5-1877 και κληρονομήθηκε, βάσει της από 6-5-1877 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία κατά τη συνεδρίαση της 19-5-1887 του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα τέκνα του Α. και Δ. Σ. ισομερώς. Εν συνεχεία, με το .../28-10-1887 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Δ.

Σ. μεταβίβασε λόγω ανταλλαγής το μερίδιο του επί του αγροκτήματος στον αδελφό του Α., ο οποίος έτσι κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού. Ο Α. Σ. το έτος 1891 αγόρασε το γειτονικό αγρόκτημα "…" και το ένωσε με το αγρόκτημα "…", καθώς και με άλλα αγροτικά ακίνητα, που είχε αγοράσει στην ίδια περιοχή, δημιουργώντας το μείζον αγρόκτημα "…" με έκταση 30.000 στρεμμάτων περίπου, απεβίωσε δε αδιάθετος το έτος 1901 και κληρονομήθηκε από τον αδελφό του Δ,, ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομία με ανάμειξη.

Ο Δ. Σ. απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1904 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Σ., Ε., Ν., Ά., Ε., Α., Ε. και Γ. Σ., που υπεισήλθαν στην κληρονομία του με ανάμειξη. Η Ε. Σ. απεβίωσε αδιάθετη το έτος 1908 και κληρονομήθηκε από τους υπόλοιπους ως άνω αδελφούς της και τη μητέρα της Ο. χήρα Δ. Σ., που υπεισήλθαν στην κληρονομία της με ανάμειξη, ακολούθως δε οι Ε., Ν., Ά., Α., Ε.

και Γ. Σ. και η Ο. χήρα Δ. Σ. με το …/29-10-1911 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν και μεταβίβασαν το σύνολο των ποσοστών τους επί του αγροκτήματος "…" στον Ε. Μ.. Το εν λόγω αγρόκτημα απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με τις …/1925 και …/1925 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, όμως με τις …/1930 και …/1931 αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση διάφορες εκτάσεις, μεταξύ αυτών και ολόκληρη η παραθαλάσσια περιοχή "…", εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο.

Ο Ε. Μ. απεβίωσε το έτος 1929 και κληρονομήθηκε, βάσει της από 8-11-1922 ιδιόγραφης διαθήκης του και των από 18-10-1925 και 24-8-1927 κωδικέλλων, που δημοσιεύθηκαν και κυρώθηκαν με τα από 26-6-1929 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, από έκαστο των τέκνων του Α. Μ., Α. Χ., Π. Δ. και Α. Σ. σε ποσοστό 1/5, και από έκαστο των τέκνων του προαποβιώσαντος γιου του Α., Β.

Ρ., Μ. Μ., Δ. Μ. και Ε. Μ. σε ποσοστό (1/5 Χ 1/4) 1/20. Όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά με ανάμειξη και ακολούθως κατά τα έτη 1933 και 1934 απέκτησαν ως πλειοδότες σε πλειστηριασμό και με αγορά εκτάσεις 300 και 220 στρεμμάτων, αντίστοιχα, ένωσαν αυτές με τα τεμάχια, που εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση και δημιούργησαν αγρόκτημα, συνολικής έκτασης 4.500 στρεμμάτων περίπου, με το ίδιο όνομα ("…").

Με τα .../27-1-1938 και .../22-11-1938 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι Α. Χ., Α. Σ., Β. Ρ., Μ. Μ., Δ. Μ. και Ε. Μ. πώλησαν και μεταβίβασαν τα ποσοστά τους (1/5 + 1/5 + 1/20 + 1/20 + 1/20 + 1/20) 12/20 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω αγροκτήματος στον Κ. Μ. του Α.. Επίσης, η αποβιώσασα το έτος 1941 Π. Δ., με τον από 15-12-1936 κωδίκελλο, που δημοσιεύθηκε με τα …/11-8-1941 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, κληροδότησε το μερίδιο της στο αγρόκτημα (1/5 εξ αδιαιρέτου) στον Κ.

Μ., ο οποίος έτσι έγινε κύριος αυτού σε συνολικά ποσοστά 16/20 εξ αδιαιρέτου, ενώ τα υπόλοιπα 4/20 εξακολουθούσαν να ανήκουν στον πατέρα του Α. Μ.. Αργότερα, με την .../1-6-1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, το αγρόκτημα "..." απαλλοτριώθηκε εκ νέου για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και μικρών κτηνοτρόφων.

Με την 12/1955 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 68/1956 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση διάφορες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και η θέση "…", όπου βρίσκεται το επίδικο, η οποία είχε αποτελέσει τα τεμάχια …, …, … και τμήμα του τεμαχίου … του κτηματολογικού πίνακα και είχε έκταση 614 στρεμμάτων περίπου.

Εν συνεχεία εκδόθηκαν οι .../1-6-1954, .../11-10-1956 και .../28-5-1958 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, με τις οποίες έγινε άρση των απαγορεύσεων των άρθρων 2 § 1 ν. 3250/1924 και 216 ν. 4173/1929 και επιτράπηκε η εκποίηση και κατάτμηση της ανωτέρω εδαφικής έκτασης (δηλαδή της θέσης "…") σε τεμάχια επιφανείας εκάστου τεσσάρων στρεμμάτων τουλάχιστον.

Ο Α. Μ. απεβίωσε το έτος 1954 και κληρονομήθηκε, βάσει της από 23-3-1951 μυστικής διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα …/31-5-1954 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το γιο του Κ. Μ., ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία με τη νομίμως μεταγεγραμμένη …/17-4-1959 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Ν.. Ο Κ. Μ., αποκλειστικός κύριος πλέον των εκτάσεων του αγροκτήματος "...", που είχαν εξαιρεθεί από τις απαλλοτριώσεις, κατέτμησε την εδαφική έκταση στη θέση "Σχοινιάς" σε μικρότερα ακίνητα, επιφανείας εκάστου 4 στρεμμάτων περίπου, και άρχισε να τα πωλεί σε τρίτους.

Μεταξύ των ακινήτων, που δημιουργήθηκαν με την κατάτμηση, είναι και το επίδικο, το οποίο αποτελεί τμήμα του τεμαχίου …. Το ακίνητο αυτό πώλησε και μεταβίβασε ο Κ. Μ. στο Σ. Κ. με το νομίμως μεταγεγραμμένο .../8-8-1961 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ.. Ο Σ. Κ. με το .../27-8-1971 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το επίδικο στη δεύτερη ενάγουσα και το Φ. Κ., σε έκαστο κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, και η δεύτερη ενάγουσα με το .../9-11- 1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Β.- Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του μεριδίου της στη θυγατέρα της τρίτη ενάγουσα, παρακρατώντας την επικαρπία.

Ο πρώτος ενάγων απέκτησε το έτερο ήμισυ εξ αδιαιρέτου του επιδίκου με κατακύρωση σε αναγκαστικό πλειστηριασμό εις βάρος του Φ. Κ. και βάσει της νομίμως μεταγεγραμμένης …/23-11-1992 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Σ., και εν συνεχεία με το …/2-11-1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ό.

Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του μεριδίου του στην τρίτη ενάγουσα, θυγατέρα του, παρακρατώντας την επικαρπία. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι όλοι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το έτος 1834 μέχρι το έτος 1961 νέμονταν το μείζον αγρόκτημα επιβλέποντας αυτό, καλλιεργώντας τις αγροτικές εκτάσεις του, χρησιμοποιώντας τις βοσκήσιμες εκτάσεις για τη βόσκηση ποιμνίων και τις δασικές για ρητινοσυλλογή, ξύλευση και ανθράκευση, και εκμισθώνοντας τμήματα του σε τρίτους για τις ίδιες χρήσεις, ειδικότερα δε νέμονταν το εντός αυτού επίδικο ακίνητο επιβλέποντας και χρησιμοποιώντας το για τη βόσκηση ποιμνίων, ξύλευση και ρητινοσυλλογή, με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και ιδίως του Δημοσίου μέχρι την 23-2-1946 (χρονολογία εισαγωγής του Α.Κ.).

Η καλή πίστη των ανωτέρω δικαιολογείται από το γεγονός ότι νέμονταν την εδαφική έκταση, που περιγραφόταν στους τίτλους των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους, χωρίς να ενοχληθούν από το Δημόσιο ή τρίτους και γνωρίζοντας ότι το χοτζέτι με αριθμό …, βάσει του οποίου απέκτησε το αγρόκτημα ο Α. Κ., είχε εγκριθεί με απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής.

Οι μεταγενέστεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Σ. Κ. και Φ. Κ. επέβλεπαν και φύλασσαν το επίδικο με διάνοια κυρίων, ενώ ο πρώτος από αυτούς τοποθέτησε στο ακίνητο περίφραξη από συρματόπλεγμα. Οι δύο πρώτοι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου, η δεύτερη το έτος 1971 και ο πρώτος το έτος 1992, και έκτοτε επέβλεπαν αυτό διανοία συγκυρίων, ενώ από τα έτη 1992 και 1993 πράξεις οιονεί νομής επικαρπίας ενεργούσε στο ακίνητο η τρίτη ενάγουσα, μέσω των νομίμων εκπροσώπων γονέων της μέχρι την ενηλικίωση της το έτος 2003, επιβλέποντας το επίδικο και κατασκευάζοντας εντός αυτού το μήνα Νοέμβριο 1999 τσιμεντένια βάση διαστάσεων 15 Χ 15 Χ 0,5 μέτρων και επ' αυτής κτίσμα διαστάσεων 15 Χ 15 Χ 2,8 μέτρων, το οποίο οι ενάγοντες χρησιμοποιούν από τότε ως εξοχική οικία.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ενάγοντες απέκτησαν τα δικαιώματα τους με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής και οιονεί νομής τους αυτόν των αμέσων, απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1834 και ενόψει του ότι το επίδικο είχε εκφύγει από την κυριότητα του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915" Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι "το επίδικο ακίνητο, εντός του οποίου υπάρχουν σήμερα περί τα τριάντα δένδρα χαλεπίου πεύκης μέσης ηλικίας, είναι και ήταν ανέκαθεν (από το έτος 1836) δάσος με την έννοια των κατά καιρούς ισχυσάντων νόμων περί δασών (ν.

ΑΧΝ'/1888, ν. 3077/1924, ν. 998/1979) και συγκεκριμένα τμήμα του πευκοδάσους "…", αποτελούμενο από σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό, τα οποία συνιστούν με την εκεί υπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, μέσω της αμοιβαίας αλλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, δηλαδή δασικό οικοσύστημα, που μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και να προσφέρει δασικά προϊόντα...".

Κατόπιν των πραγματικών αυτών παραδοχών το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έχουν δικαιώματα επικαρπίας (οι δύο πρώτοι) και ψιλής κυριότητας (η τρίτη), αντίστοιχα, στο επίδικο ακίνητο και ακολούθως απέρριψε την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την από 9/12/2005 αναγνωριστική αγωγή επικαρπίας και ψιλής κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, κατά την επικουρική της βάση περί έκτακτης χρησικτησίας.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "…" της περιοχής "…" του Δήμου Μαραθώνος Αττικής, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως και έχει έκταση 4.162 τ. μ. αποτελεί τμήμα του αγροκτήματος "…" ή "…" ή "…", το οποίο πριν από την απελευθέρωση ήταν τσιφλίκι (αγρόκτημα) και ανήκε στον οθωμανό Ο.

Π. που το κατείχε βάσει ταπίων και αποτελούνταν από 12 ζευγάρια καλλιεργήσιμων και μη γαιών και άλλα 5 ζευγάρια γαιών, πλέον χειμερινών και θερινών βοσκότοπων, δασών και λιμνών. Ότι το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο (αγρόκτημα) ο Ο. Π. πώλησε στον Α. Κ. με χοτζέτι, με αριθμό …, του μουσουλμανικού έτους 1250 (1834), το οποίο εγκρίθηκε με την από 17.11.1835 κηρυχθείσα εκτελεστή απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής που συστήθηκε με την από 27.6/6.9.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Ότι κατόπιν διαδοχικών καθολικών και ειδικών διαδοχών, απαλλοτριώσεων και κατατμήσεων της μεγαλύτερης έκτασης, που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 1834-1961, το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι και ήταν ανέκαθεν δάσος, περιήλθε το έτος 1971 με αγοραπωλησία στην κυριότητα της δεύτερης ενάγουσας και του Φ. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Ότι, στη συνέχεια, η δεύτερη ενάγουσα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του μεριδίου της στην κόρη της τρίτη ενάγουσα, ενώ το έτερο μερίδιο εξ αδιαιρέτου περιήλθε στην κυριότητα του πρώτου ενάγοντα, από αναγκαστικό πλειστηριασμό σε βάρος του Φ. Κ., το έτος 1992. Ότι ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε, ακολούθως, το εν λόγω μερίδιό του στην τρίτη ενάγουσα κόρη του, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία αυτού.

Ότι όλοι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων νέμονταν το μείζον αγρόκτημα, καθώς και το εντός αυτού επίδικο ακίνητο (δάσος), ασκώντας τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση προσιδιάζουσες πράξεις νομής, με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, έχοντας τη εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και ιδίως του Δημοσίου, μέχρι τις 23.2.1946 (έναρξη ισχύος του ΑΚ).

Ότι η καλή πίστη των ανωτέρω δικαιοπαρόχων δικαιολογείται από το ότι νέμονταν την εδαφική έκταση που περιγραφόταν στους τίτλους τους, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από το Δημόσιο ή τρίτους και γνωρίζοντας ότι το προαναφερόμενο χοτζέτι είχε εγκριθεί από τη Εξεταστική Επιτροπή επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών.

Ότι μετά τις 23.2.1946 οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων εξακολούθησαν να ασκούν τις περιγραφόμενες στην απόφαση πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, από δε τα έτη 1971 και 1992 τις πράξεις αυτές ασκούσαν ως συγκύριοι οι δύο πρώτοι ενάγοντες, αντίστοιχα, ενώ από τα έτη 1992 και 1993 ασκούσε πράξεις οιονεί νομής επικαρπίας η τρίτη ενάγουσα , αρχικά μέσω των γονέων της μέχρι το έτος 2003 που ενηλικιώθηκε και, στη συνέχεια, η ίδια.

Ότι, ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι και ήταν ανέκαθεν δάσος από το έτος 1836, με την έννοια των κατά καιρούς ισχυσάντων νόμων περί δασών, έχει εκφύγει από την κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.9.1915, οι ενάγοντες απέκτησαν με το τρόπο αυτό (έκτακτη χρησικτησία) τα προαναφερόμενα δικαιώματά τους (ψιλής κυριότητας και επικαρπίας) στο παραπάνω ακίνητο, συνυπολογίζοντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1834.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους πρώτο και δεύτερη από αυτούς συνεπικαρπωτές, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, τη δε τρίτη από αυτούς ψιλή κυρία του επίδικου ακινήτου (δασοτεμαχίου). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), καθώς και των άρθρων 1,2,3 του β.δ.

της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της επικαρπίας και ψιλής κυριότητας, αντίστοιχα, του επίδικου ακινήτου (δασοτεμαχίου) από τους αναιρεσίβλητους με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, αναφορικά με την ύπαρξη καλής πίστης των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων κατά την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, "η νομή αυτή δεν μπορούσε να είναι καλόπιστη, εφόσον:

α) το χοτζέτι, ακόμη και αν επικυρωνόταν από την Εξεταστική Επιτροπή επί των πωλήσεων Οθωμανικών Ιδιοκτησιών, δεν συνιστούσε νόμιμο μεταβιβαστικό τίτλο κυριότητας σε δασική έκταση, όπως η επίδικη, και συνακόλουθα, δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει την καλή πίστη οιουδήποτε τρίτου νομέα και β) η παράλειψη υποβολής από τους παραπάνω δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων των σχετικών με την επίδικη έκταση αξιώσεών τους στη Γραμματεία των Οικονομικών συνιστούσε βαρεία αμέλεια αυτών, δεδομένου ότι δεν συγχωρείται άγνοια νόμου" πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Και τούτο, διότι οι πιο πάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή "οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το έτος 1834 μέχρι το έτος 1961 νέμονταν το μείζον αγρόκτημα...και ειδικότερα νέμονταν το εντός αυτού επίδικο ακίνητο...με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και ιδίως του Δημοσίου ...

η δε καλή πίστη των ανωτέρω δικαιολογείται από το γεγονός ότι νέμονταν την εδαφική έκταση που περιγραφόταν στους τίτλους των...δικαιοπαρόχων τους, χωρίς να ενοχληθούν από το Δημόσιο...και γνωρίζοντας ότι το χοτζέτι... είχε εγκριθεί με την απόφαση της Επιτροπής.." διατυπώνεται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να παραβιάζονται οι προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 30/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοι τους απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1834 δέχθηκε ότι "η ύπαρξη καλής πίστης των απώτερων δικαιοπαρόχων τους κατά το ΒΡΔ δικαιολογείται από τη γνώση τους ότι το χοτζέτι με αριθμό … ...είχε εγκριθεί με απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής", έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκόμισαν ούτε επικαλέστηκαν ενώπιόν του οι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις που υπέβαλαν σε αυτό, και ειδικότερα έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο χοτζέτι, το οποίο δεν προσκόμισαν ούτε επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τις από 12/5/2014 προτάσεις που κατέθεσαν στο Εφετείο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού η αποδεικτική κρίση του Εφετείου ως προς την ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστης των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων δεν στηρίχθηκε στο χοτζέτι, αλλά στη γνώση των τελευταίων ότι αυτό εγκρίθηκε με τη απόφαση της πιο πάνω Επιτροπής, την οποία οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν νόμιμα (βλ.σχετικό 30) και προσκόμισαν στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραπάνω προτάσεών τους, καθώς και από την αναιρετικώς ανέλεγκτη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι προσκομίστηκαν όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν νόμιμα οι διάδικοι.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο δέχθηκε με επάλληλη και μη πληττόμενη επιτυχώς με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης αιτιολογία ότι " η καλή πίστη των ανωτέρω (δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων) δικαιολογείται από το γεγονός ότι νέμονταν την εδαφική έκταση...χωρίς να ενοχληθούν από το Δημόσιο ή τρίτους...".

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι το επίδικο ακίνητο, ως μέρος μεγαλύτερης έκτασης, περιήλθε στην κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση επί των εν λόγω ακινήτων πράξεων νομής, με καλή πίστη επί 30 τουλάχιστον έτη πριν από τις 11/9/1915, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν οι πράξεις νομής που διαλαμβάνονται σε αυτή.

Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων και, συγκεκριμένα, καταθέσεων εξετασθέντων μαρτύρων, εγγράφων και πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/5/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4790/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ