Legislator Case Law & Legislation
1722/2012 AI generated

1722/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1722/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1722/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των αποφάσεων αίτινες εξεδόθησαν προ της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 2 και 50 παρ. 3. Εν τη περίπτωση ταύτη η αίτησις επαναλήψεως διαδικασίας ασκείται εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. 4.

Keywords

AI generated
reapplication for disability benefits claim for insurance benefits entitlement to supplementary benefits supplementary hospital insurance suspension of disability benefits health insurance premium subsidies
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1722 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1722/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αιτούντων: 1) Ν. Α. του Ε., 2) Ρ. Γ. του Ι., 3) Γ. Κ. του Π., 4) Κ. Κ. του Γ., 5) Α. Κ. του Π., 6) Ε. Λ. του Β., 7) Ξ. Π. του Γ., 8) Π. Σ. του Ε., 9) Α. Χ. του Γ., 10) Μ. Π. - Χ. του Α., 11) Α. Γ. του Γ., 12) Ζ. Κ. του Γ., 13) Α. Μ. του Σ., 14) Α. Π. του Η., 15) Α. Π. του Α., 16) Α. Π. του Α., 17) Ε. Σ. του Ν., 18) Σ. Δ. του Γ., 19) Β. Λ. του Δ. - Ι., 20) Ν. Τ. του Ι., 21) Α. Χ. του Ε., 22) Γ. Α. του Κ., 23) Κ. συζ. Σ. Γ., 24) Γ. Γ. του Λ., 25) Α. Κ. του Π., 26) Ό. Κ. του Δ., 27) Μ. Π. του Δ. και 28) Κ. Φ. του Α., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ανδριανόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με τις από 16-10-2012 προτάσεις του ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι εκ παραδρομής στην αίτηση επανάληψης το επώνυμο του 2ου των αιτούντων αναγράφηκε "Γ." αντί του ορθού "Γ." και του 20ου "Τ." αντί του ορθού "Τ.".

Του καθ' ου η αίτηση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Ντούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2005 αγωγή των ήδη αιτούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 782/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6765/2009 του Εφετείου Αθηνών και 798/2011 του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Την επανάληψη της διαδικασίας για εξαφάνιση της τελευταίας αποφάσεως, ζητούν οι αιτούντες με την από 18-7-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας.

Η πληρεξούσια του καθ' ου η αίτηση ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή στην διάταξη του άρθρου 51 του ν. 345/1976, ορίζονται τα εξής: "1. Η απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου δια της οποίας ήρθη αμφισβήτησις περί της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας ή της εννοίας (τυπικού) νόμου, ισχύει έναντι πάντων από της εν δημοσία συνεδριάσει δημοσιεύσεως της, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 4 του παρόντος άρθρου. 2.

Δικαστικαί αποφάσεις και Διοικητικαί πράξεις εκδιδόμεναι μετά την δημοσίευσιν της περί ής η προηγουμένη παράγραφος αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, κρίνασαι δε κατά παράβασιν των δι' αυτής γενομένων δεκτών, υπόκεινται εις τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Ειδικώς εάν τοιαύτη απόφασις εξεδόθη υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρεί δια τον λόγον τούτον αίτησις επαναλήψεως της υφ' ήν εξεδόθη διαδικασίας, ασκούμενη εκ μέρους παντός διαδίκου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, τηρούμενης κατά τα λοιπά της ισχυούσης δι' έκαστον δικαστήριον διαδικασίας. 3.

Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των αποφάσεων αίτινες εξεδόθησαν προ της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 2 και 50 παρ. 3. Εν τη περίπτωση ταύτη η αίτησις επαναλήψεως διαδικασίας ασκείται εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. 4.

Το Ειδικόν Δικαστήριον δύναται δι' ειδικώς ητιολογημένης προς τούτο σκέψεως της αποφάσεώς του, ισχυούσης έναντι πάντων, να κηρύξη και από προγενεστέρου της δημοσιεύσεως αυτής χρόνου το ανίσχυρον της ως αντισυνταγματικής κριθείσης διατάξεως. 5. Επί αναδρομικής κηρύξεως της αντισυνταγματικότητας νόμου, κατά την προηγουμένην παρ. 4, εφόσον εντός του χρονικού διαστήματος της αναδρομής είχεν εκδοθή αμετάκλητος δικαστική απόφασις κατ' εφαρμογήν της κηρυχθείσης ως αντισυνταγματικής διατάξεως, χωρεί αίτησις επαναλήψεως της εφ' ής εξεδόθη η απόφασις αύτη διαδικασίας, ασκούμενη εκ μέρους παντός διαδίκου εντός προθεσμίας εξ μηνών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. - Κατά τα λοιπά τηρείται η ισχύουσα διαδικασία εις το δικάζον δικαστήριον, υποχρεούμενον όπως μη εφαρμόση την κηρυχθείσαν ως αντισυνταγματικήν διάταξιν. 6.

Αι κατά την διάρκειαν του περί ού η παρ. 4 του παρόντος άρθρου χρόνου της αναδρομής εκδοθείσαι, βάσει του κηρυχθέντος ως αντισυνταγματικού νόμου, διοικητικαί πράξεις ανακαλούνται υποχρεωτικώς εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξ μηνών από της δημοσιεύσεως της κηρυξάσης την αντισυνταγματικότητα αποφάσεως".

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας χωρεί μόνον όταν η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) ουδόλως ελήφθη υπ' όψιν από το δίκασαν Ανώτατο Δικαστήριο, όχι δε και όταν αμφισβητείται απλώς η υπ' αυτού δοθείσα ερμηνεία ή και η εφαρμογή των κριθέντων από το ΑΕΔ στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Και τούτο διότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας αποτελεί εξαιρετικό ένδικο μέσο, το οποίο αποσκοπεί να θεραπεύσει το πραγματικό γεγονός της τυχόν αγνοίας της αποφάσεως του ΑΕΔ από το δίκασαν Ανώτατο Δικαστήριο, όχι δε και να ιδρύσει οιονεί δευτεροβάθμιο δικαστικό έλεγχο της ουσιαστικής κρίσεως του τελευταίου, ο οποίος, άλλωστε, θα ήταν ευθέως αντίθετος προς το άρθρο 95 του Συντάγματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, οι ήδη αιτούντες με την από 18-7-2005 αγωγή τους που άσκησαν κατά του "Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών - Αιγινήτειο" ιστορούσαν ότι εργάζονται στο εν λόγω νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε πριν την 1-1-2002 και ότι το τελευταίο κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2006 δεν τους κατέβαλε την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 του Ν. 201/1975.

Ζητούσαν δε για την αιτία αυτή να υποχρεωθεί το καθού να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 3000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει επίσης στον καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα ποσά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το καθού ΝΠΔΔ ως νόμιμος εκπρόσωπος του ως άνω νοσοκομείου, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 6765/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι το εναγόμενο νοσοκομείο δεν είχε νομική προσωπικότητα και δεν μπορούσε να παρασταθεί νομίμως ενώπιον δικαστηρίου, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή με την αιτιολογία ότι οι αιτούντες δικαιούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 αμοιβή των δύο ωρών ημερησίως, η οποία δεν αποτελεί επίδομα και για το λόγο αυτό δεν καταργήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, το οποίο αφορά τα ρητώς κατονομαζόμενα επιδόματα όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 10/2005 απόφαση του ΑΕΔ και ομοίως ούτε με τα άρθρα 10 παρ. 4 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 3 του ν. 3205/2003.

Κατά της απόφασης αυτής το καθού η αίτηση άσκησε την από 10-4-2010 αίτηση αναιρέσεως η οποία έγινε δεκτή με την 798/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι αιτούντες δεν δικαιούνται την επίμαχη πρόσθετη αμοιβή κατά το ένδικο χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος δέχτηκε τα εξής: "Με την παρ. 3 του άρθρου 2 Ν. 201/1975 ορίσθηκε ότι "από 1ης Ιανουαρίου 1976, εις το απασχολούμενον προσωπικόν των Νοσηλευτικών ιδρυμάτων Ν.Δ. 2592/1953 επί οκτάωρον ημερησίως, καταβάλλεται αμοιβή διά μίαν ώραν ημερησίως, υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του εδαφ. γ' της παρ. 3 του άρθρου 5 Ν.Δ. 4548/1966 και από 1-1-1977, αμοιβή για δύο ώρες ημερησίως".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η πρόσθετη αυτή αμοιβή, καταβάλλεται ως κίνητρο, για την προσέλευση μισθωτών σε θέσεις προσωπικού των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων και η αμοιβή αυτή δεν αποτελεί αντάλλαγμα, για απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου, αλλά αποτελεί τμήμα των νόμιμων αποδοχών του προσωπικού, το οποίο, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 201/1975 είχε νόμιμη υποχρέωση παροχής οκτάωρης ημερησίας απασχόλησης.

Η αμοιβή αυτή δεν καταργήθηκε με το Ν. 1505/1984, ο οποίος ρύθμισε (μεταξύ των άλλων) και το μισθολόγιο των εργαζομένων σε Ν.Π.Δ.Δ. (στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα). Ειδικότερα, η εν λόγω αμοιβή δεν αποτελεί επίδομα και, συνεπώς, δεν καταργήθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 1505/1984, αφού δεν αναφέρεται ρητά σ' αυτό ότι καταργείται όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 10/2005 του ΑΕΔ.

Όμως, μετά τον νόμο αυτό, επακολούθησε ο Ν. 2470/1997, με τον οποίο καθιερώθηκε το ενιαίο μισθολόγιο προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (στο οποίο περιλαμβάνεται και το προσωπικό των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. άρθρο 1 παρ. 1γ). Με το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997 καθορίζονται ρητά τα τακτικά επιδόματα που χορηγούνται, μεταξύ των οποίων και το "Νοσοκομειακό επίδομα για το προσωπικό των Νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και Θεραπευτηρίων της Χώρας καθώς και του ΕΚΑΒ (παρ. 7).

Στη συνέχεια δε με το άρθρο 10 του ίδιου, ως άνω, νόμου ορίσθηκαν τα διατηρούμενα επιδόματα και παροχές. Μεταξύ των διατηρηθέντων επιδομάτων περιλαμβάνονται και τα "επιδόματα τροφής του προσωπικού (πλην ιατρικού) των νοσοκομείων, κέντρων υγείας και θεραπευτηρίων, καθώς και του Ε.Κ.Α.Β." (περ. γ', άρθρου 10).

Επίσης, με τα άρθρα 12 και 13 του ίδιου νόμου, χορηγήθηκαν τα επιδόματα οικογενειακής παροχής και κινήτρου απόδοσης, αντίστοιχα. Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 10 Ν. 2470/1997, ορίσθηκε ότι "πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές, για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Τέλος, με το άρθρο 31 του εν λόγω νόμου, καταργήθηκαν τα άρθρα 1-27 του Ν. 1505/1984. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ως ορθή η άποψη ότι, η αμοιβή που παρασχέθηκε, κατά τα άνω, με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 στο προσωπικό των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων, είχε διατηρηθεί και μετά την εφαρμογή του Ν. 1505/1984, η αμοιβή αυτή καταργήθηκε με το Ν. 2470/1997, κατά τη σαφή διατύπωση της παρ. 4 του άρθρου 10 του νόμου αυτού, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στα διατηρούμενα με αυτόν επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που προβλέπονταν από προγενέστερους νόμους.

Τέλος, εκδόθηκε ο Ν. 3205/2003, με έναρξη ισχύος από 1-1-2004 και με τον οποίο ρυθμίσθηκαν εκ νέου "τα μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, ΕΛΑΣ κ.λπ.", σύμφωνα με τα ειδικότερα στις διατάξεις αυτού οριζόμενα, με το άρθρο δε 28 αυτού καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως και 27 και 29 έως και 33 του Ν. 2470/1997. Ειδικότερα, με το άρθρο 8 του νόμου αυτού ορίζονται τα επιδόματα, που χορηγούνται στους δημοσίους κ.λπ.

υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και το "Νοσοκομειακό επίδομα και τροφής, για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας κ.λπ. (παρ. 5). Τέλος, με το ίδιο άρθρο ορίσθηκε ότι "πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος άρθρου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, που εμπίπτουν στις διατάξεις του μέρους Α' του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιανδήποτε ονομασία, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 7 Ν. 2860/2000, της παρ. 11 του άρθρου 4 Ν. 2819/2000, της παρ. 1 του άρθρου 21 Ν. 2965/2001 και της παρ. 2 του άρθρου 20 Ν. 2606/1998, καθώς και η εφάπαξ οικονομική ενίσχυση, που καταβάλλεται σε υπαλλήλους, που μετατάσσονται σε υπηρεσίες παραμεθορίων περιοχών.

Επίσης δεν περιλαμβάνεται και η ειδική αποζημίωση, που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 2900/1954, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 512/1970. Με βάση τα παραπάνω που δέχτηκε ο Άρειος Πάγος με την προσβαλλόμενη απόφαση, η υπ' αριθμ. 10/2005 απόφαση του ΑΕΔ ελήφθη υπ' όψιν, τα δε υπ' αυτής κριθέντα σε σχέση με την φύση της επίμαχης παροχής απετέλεσαν το έρεισμα για την επίλυση του ενώπιον του Αρείου Πάγου αχθέντος προς επίλυση ζητήματος, αν δηλαδή η παροχή αυτή καταργήθηκε ή όχι με το άρθρο 10 του ν. 2470/1997 και το άρθρο 28 του ν. 3205/2003.

Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής είναι να μην ελήφθη καθόλου υπ' όψιν η απόφαση του Α.Ε.Δ. από τον Άρειο Πάγο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 18-7-2011 αίτηση των: 1) Ν. Α., 2) Ρ. Γ., 3) Γ. Κ., 4) Κ. Κ., 5) Α. Κ., 6) Ε. Λ., 7) Ξ. Π., 8) Π. Σ., 9) Α. Χ., 10) Μ. Π. - Χ., 11) Α. Γ., 12) Ζ. Κ., 13) Α. Μ., 14) Α. Π., 15) Α. Π., 16) Α. Π., 17) Ε. Σ., 18) Σ. Δ., 19) Β. Λ., 20) Ν. Τ., 21) Α. Χ., 22) Γ. Α., 23) Κ. συζ. Σ. Γ., 24) Γ. Γ., 25) Α. Κ., 26) Ό. Κ., 27) Μ. Π. και 28) Κ. Φ., για επανάληψη της διαδικασίας κατ' άρθρο 51 παρ. 2 του ν. 345/1976 και εξαφάνιση της 798/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Και

Καταδικάζει τους αιτούντες στη δικαστική δαπάνη του καθού η αίτηση, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ