Legislator Case Law & Legislation
1722/2011 AI generated

1722/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1722/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1722/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ (διεκδικητική αγωγή), ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1722 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1722/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Γ. Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Μ. συζ. Ι. Θ., το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Χαλιώτη.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο 1ος (Γ. Β.) απεβίωσε στις 15-5-2010 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Μ. Β. του Σ. και από τον υιό του Α. Β. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω (Κώστα Χαλιώτη) πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Θεοτοκάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚπολΔ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2007 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Β. και της ήδη 2ης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμαίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, μόνο κατά τον πρώτο λόγο της και ν' απορριφθεί ως προς τους υπόλοιπους λόγους, η από 12-10-2009 αίτηση για αναίρεση της 88/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στις 13-10-2009 και, ειδικότερα, στις 15-5-2010, πέθανε ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων Γ. Β.. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Μ. Β. (νόμιμη σύζυγος) και Α. Β. (τέκνο του), όπως προκύπτει, από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κώστα Χαλιώτη που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της παρούσας, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομα του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ (διεκδικητική αγωγή), ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του είχε το δικαίωμα, οφείλει επίσης να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπο του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (π.χ.

χρησικτησία). Σε καμιά όμως περίπτωση δεν οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι ο δικαιοπάροχος του είχε διατηρήσει το δικαίωμα έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Αν ο ενάγων και ο εναγόμενος ανάγουν την κτήση της κυριότητας, την οποία επικαλούνται, στον αυτόν προκτήτορα, δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της κυριότητας του κοινού προκτήτορα χωρίς ο εναγόμενος να επικαλείται και αν υπάρξει ανάγκη να αποδείξει, άλλο εκτός από την απόκρουση της αγωγής, ειδικό συμφέρον το οποίο να θεμελιώνει την αμφισβήτηση.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εάν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί τούτο.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παράγραφος 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος. Έτσι, επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας στα επίδικα ακίνητα, στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, τόσο η αποδοχή της κληρονομίας όσο και η μεταγραφή της ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού.

Επίσης απαιτείται και η μνεία, ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντα ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση χρησικτησία.

Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων στη διεκδικητική αγωγή καθιστά το δικόγραφό της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίαση της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της - αγωγής - οπότε η παραβίαση της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αρχικοί αναιρεσείοντες-ενάγοντες ψέγουν το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι με το να απορρίψει ως αόριστη την ένδικη διεκδικητική αγωγή τους ως προς τη βάση της που στηρίζεται στην κληρονομική διαδοχή, δηλαδή ότι αυτοί έγιναν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων εκ κληρονομίας των χωρίς διαθήκη αποβιωσάντων στις 29-10-1981 και 25-4-1969, Α.

Β., μητέρας και Γ. Β., πατέρα τους, αντίστοιχα, επειδή δεν εκτίθεται σ' αυτή, ότι η δικαιοπάροχος και μητέρα τους (αναιρεσειόντων) Α. Β. που φέρεται να κληρονόμησε το σύζυγό της και πατέρα τους Γ. Β., αποδέχθηκε με συμβολαιογραφικό ή δημόσιο έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα, την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομία του, ούτε αναφέρεται, ότι οι ίδιοι προέβησαν για λογαριασμό της σε αποδοχή της κληρονομίας του θανόντα συζύγου της με νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο ή άλλο δημόσιο έγγραφο, παρόλο που τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στην κρινόμενη αγωγή, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1848, 1193, 1198 και 1199 ΑΚ.

Ο ερευνώμενος όμως αυτός αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις αναφέρονται σε ποσοτική και όχι σε νομική αοριστία της αγωγής, συνακόλουθα δε, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.α' ΚΠολΔ, που θεμελιώνει τους από τους αριθμούς 8 και 14, αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, και όχι εκείνου του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.

Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της υπ.αρ. .../15-6-2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Τσούμα, με την οποία οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν τις κληρονομίες του πατέρα τους Γ.

Θ. Β. και της μητέρας τους Α. χήρας Γ. Β., καθώς επίσης και τη για λογαριασμό της μητέρας τους κληρονομία του συζύγου της και πατέρα τους, και, έτσι, δεν δέχθηκε τη βάση της ένδικης αγωγής τους περί κτήσεως ιδίας συγκυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα με βάση τις διαδοχικές πιο πάνω κληρονομίες των γονέων τους.

Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια της παραμόρφωσης του ως άνω εγγράφου δεν εμπίπτει στη περιοριστική απαρίθμηση των λόγων της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

IV. Ο κατά το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση, που κατά νόμο υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά την κρίση της περί της απόρριψης της αγωγής για λόγους αοριστίας, προχώρησε στη κρίση της και εξέτασε την αγωγή στην ουσία της, ενώ το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να κρίνει την υπόθεση, καθ υπέρβαση της αρχικής κρίσης περί αοριστίας και το σφάλμα αυτό της απόφασης να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, ενώ είχε κριθεί απορριπτέα για αοριστία, έχει έννομες συνέπειες,, αφού μας στέρησε την δυνατότητα να προβούμε στην άσκηση νέας αγωγής σύμφωνα με το αρχικό σκεπτικό της απόφασης.

Δηλαδή στη προκειμένη υπόθεση στο Δικαστήριο μετά την κρίση της περί της αοριστίας της αγωγής απεκδύθηκε της δικαιοδοσίας του, η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπερέβηκε την δικαιοδοσία του να κρίνει την υπόθεση στην ουσία της, όταν το δικαστήριο με την αρχική κρίση του για αοριστία δεν είχε περαιτέρω δικαιοδοσία για να κρίνει την αυτή υπόθεση, αφού ήδη είχε κρίνει και την είχε απορρίψει ως αόριστη".

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, είχε τη δικαιοδοσία να δικάσει την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν υπερέβη δε την τελευταία με το να απορρίψει την εν λόγω αγωγή ως προς τη βάση της τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο, δηλαδή στην κληρονομική διαδοχή των θανόντων γονέων τους και περαιτέρω ερευνώντας την υπόθεση κατ' ουσίαν να απορρίψει την ιδία αγωγή ως προς τη βάση της την στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2009 αίτηση του αρχικού αναιρεσείοντα Γ. Γ. Β. κ.λπ. για αναίρεση της 88/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους και ήδη αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ