Legislator Case Law & Legislation
1722/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's rejection of appeal arguments.

Case Number 1722/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court failed to consider a causal link between a criminal charge and the employment contract, but the court found this argument had already been addressed and rejected as unsubstantiated. Additionally, the court rejected claims regarding the legality of witness affidavits, noting the lower court correctly verified their compliance with statutory time limits for summons.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 K.Pol.D; Art. 559 no. 8 K.Pol.D; Art. 671 para. 1 K.Pol.D: An appeal is inadmissible if the appellate court properly considered and rejected the appellant's arguments, and procedural defects in evidence like witness affidavits are cured by statutory compliance with summons requirements.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal causal link argument witness affidavits summons time limits procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 K.Pol.D
Art. 559 no. 8 K.Pol.D
Art. 671 para. 1 K.Pol.D
Art. 271 para. 1 K.Pol.D
Art. 5 para. 1 of Law 2112/1920
Art. 6 para. 2 of Law 16/1920
Art. 7 of Law 3198/1955
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1722 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1722/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρούσσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1044/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5505/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-2-2006 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1163/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 6-12-2007 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 8-3-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζομένη με επίκληση ..... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... και τις συνοδεύουσες αυτήν απόδειξη παράδοσης εγγράφου και βεβαίωση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6-12-2007 αίτησης-κλήσης προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την παρούσα δικάσιμο, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου αυτού, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, στον αναιρεσείοντα Χ, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη δικάσιμο αυτή, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Πρέπει, συνεπώς, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 6 παρ. 2 Β.Δ 16/18-7-1920 και 7 Ν. 3198/1955 ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει χωρίς προθεσμία την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, αν εναντίον του υπαλλήλου ή εργάτη υπεβλήθη μήνυση για αξιόποινη πράξη κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος.

Η καταγγελία δε της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού και της εξ αιτίας αυτής διαταράξεως της εργασιακής σχέσης, δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυσή του είναι άκυρη γιατί προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ.

Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις (άρθρ. 5 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955) προκύπτει ότι δεν καθορίζεται μ' αυτές το περιεχόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ούτε επιβάλλεται στον καταγγέλοντα εργοδότη η υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ' αυτήν, ως στοιχείο του κύρους της.

Ειδικά δε προκειμένου περί καταγγελίας συνεπεία υποβολής μηνύσεως ή απαγγελίας κατηγορίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο αυτής η αναγραφή των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος, αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυσή του γίνεται μετά από μήνυση την οποία υπέβαλε ο καταγγέλων εργοδότης είτε και τρίτος, ή απαγγελία κατηγορίας για αξιόποινες πράξεις, ενώ, σε περίπτωση που η μήνυση στρέφεται κατ' αγνώστων η καταγγελία είναι έγκυρη εάν προηγουμένως έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά του εργαζομένου.

Τέλος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί από τις 20-2-1978 από την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "....." στην Αθήνα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως σερβιτόρος. Στις 4-4-2002 δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα w.w.w pathfinde gr αγγελία ερωτικού περιεχομένου με τον τίτλο "sas thelo olous", που παρέπεμπε στο όνομα και το τηλέφωνο εργασίας της Α, εργαζομένης και αυτής στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού του ξενοδοχείου της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Με αφορμή την αγγελία αυτή, η οποία επαναδημοσιεύτηκε στις 6-4-2002, η Α δεχόταν τηλεφωνήματα από άγνωστα άτομα στην εργασία της που την παρενοχλούσαν, γεγονός που αναστάτωσε και τρόμαξε την ίδια ενώ παράλληλα διαταράχθηκε η ομαλή λειτουργία του τμήματος, γι' αυτό και ενημέρωσε τους προϊσταμένους της. Στις 17-4-2002 κατέθεσε μήνυση κατ' αγνώστων και από την αστυνομική έρευνα που διενεργήθηκε προέκυψε ότι τα στοιχεία του χρήστη, ο οποίος εγκατέστησε την άνω αγγελία, ήταν αυτό του αναιρεσείοντος, οπότε το Δεκέμβριο 2002 ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, επί της οποίας ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών το από 16-12-2002 απολογητικό υπόμνημα.

Η υπόθεση αυτή προσδιορίστηκε προς εκδίκαση στο Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για την 15-11-2004, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε αορίστως. Εξ αιτίας της προαναφερομένης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, στρεφομένης κατά συναδέλφου του, κλονίστηκε η σχέση εμπιστοσύνης και ομαλής συνεργασίας που υπήρχε με την εργοδότιδα αναιρεσίβλητη, η οποία μετά την άσκηση της άνω ποινικής δίωξης και λόγω αυτής στις 19-8-2003 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.

Η καταγγελία αυτή υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις δεν υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα από το άρθρο 281 Α.Κ. όρια προς άσκηση του σχετικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και είναι έγκυρη, επέφερε δε έκτοτε αζημίως για την αναιρεσίβλητη τη λύση της εργασιακής σχέσης. Εξ άλλου για την εγκυρότητα της καταγγελίας αρκούσε το γεγονός ότι απαγγέλθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορία τουλάχιστον για πλημμέλημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να υποβληθεί ευθέως κατ' αυτού μήνυση από τον εργοδότη και συνεπώς η καταγγελία και συνακόλουθα η απόλυση βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αποδοθείσα στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη.

Πέραν αυτού η καταγγελία δεν πάσχει αοριστίας αφού, όπως προεκτέθηκε, η μη αναγραφή σ' αυτήν των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες απαγγέλθηκε κατηγορία, δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της, αρκεί μόνο η αναφορά ότι έγινε μετά από μήνυση ή άσκηση ποινικής δίωξης, στοιχείο το οποίο αναγράφεται στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το έγγραφο της από 19-8-2003 καταγγελίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων - ενάγων επιδίωκε την αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αυτού, την αναγνώριση της υποχρέωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και την αναγνώριση της υποχρέωσης όλων των αναιρεσιβλήτων σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του (αναιρεσείοντος).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955, και 281 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του ασαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, πέμπτος, έκτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, και ο τέταρτος λόγος (της αναίρεσης) από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Ως πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Ο λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια που ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εις βάρος υποβληθείσας μηνύσεως και του περιεχομένου της εργασιακής του σύμβασης.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εκτέθηκε ήδη στην προηγούμενη παράγραφο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον διαληφθέντα στην ένδικη αγωγή και στην έφεση του αναιρεσείοντος ισχυρισμό του περί μη υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εις βάρος του υποβληθείσης μηνύσεως και του περιεχομένου της εργασιακής σύμβασης και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι ....

και ..... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες προσκομίσθηκαν με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, "έχουν ληφθεί νομοτύπως ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπου Μαρίνου με την επιμέλεια της εναγομένης". Ο αναιρεσείων, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να περιλαμβάνει στο αιτιολογικό της απόφασης ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις ελήφθησαν νόμιμα κατόπιν νόμιμης κλήτευσης, 24 ώρες πριν από τη σύνταξη αυτών.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι πλήσσει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την κλήτευση του αναιρεσείοντος κατά τη σύνταξη των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις συντάχθηκαν νομίμως κατά τη διάταξη του άρθρου 271 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5505/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ