Appeal dismissed because appeal petition lacked specific grounds for challenging the appellate court's rejection of the counterclaim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the appellants' counterclaim. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for dismissing their claim regarding a rural road strip. The court held that the appeal petition was inadmissible because it did not specify the legal errors in the appellate judgment, rendering the review impossible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 520(1) and 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal petition lacking specific grounds for challenging the appealed decision is inadmissible as it prevents the appellate court from conducting a valid review of the legal errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1722 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1722/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:...., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Κουσούλη.
Του αναιρεσίβλητου: ...., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο του Δημήτριο Μαούνη και Ειρήνη Δανιηλίδη, οι οποίοι ανακάλεσαν την από 19-9-2006 δήλωση εκ του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκαν αυτοπροσώπως..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και με την από 15-2-1992 ανταγωγή με τις προτάσεις των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4969/1992 μη οριστική,632/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6397/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-1999 αίτησή τους και τους από 16-12-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 3-1-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1118,119, 1120 και 1121 ΑΚ, συνάγεται ότι οι πραγματικές δουλείες, με βάση τις οποίες αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα σε βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, συνιστώνται και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, σύμφωνα με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 1045 επ.ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974,975 του ίδιου Κώδικα, επί του δουλεύοντος ακινήτου, ασκήθηκε, υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού επί συνεχή εικοσαετία, μερική φυσική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει μία ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας, με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 1051ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου, εφαρμόζεται αναλόγως και στην απόκτηση πραγματικής δουλείας με χρησικτησία και συνεπώς ο επικαλούμενος τέτοια κτήση μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια(Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε :
Ότι το επίδικο τμήμα εδάφους, έκτασης 1035 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του ....., αποτελεί δε τμήμα μείζονος ακινήτου, 7.328 τ.μ.. Στον ενάγοντα-ήδη αναιρεσίβλητο περιήλθε από κληρονομία του πατέρα του ....., που πέθανε το έτος 1960, δυνάμει της από 2-2-1959 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με την 19415/1960 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία κληρονομία και αποδέχθηκε με την 2332/1968 δήλωσή του ενώπιον του αναφερόμενου συμβολαιογράφου Κρυωπίας, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στον πατέρα του ενάγοντος, δυνάμει των 4714/1929, 3940/1943 και 11151/1951 συμβολαίων των αναφερόμενων συμβολαιογράφων Κρυωπίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα, το όλο δε ακίνητο, μαζί με την επίδικη εδαφική λωρίδα, ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου νεμόταν δυνάμει των ανωτέρω τίτλων, με καλή πίστη, επί μία τουλάχιστον δεκαετία πριν τον θάνατό του, ασκώντας σ΄αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε ως αμπέλι και φύτευσε σ΄αυτό δένδρα ελιάς από τα οποία συνέλεξε τους καρπούς.
Τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισε και ο αναιρεσίβλητος μέχρι το έτος 1988,όταν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατέλαβαν την επίδικη εδαφική λωρίδα. Επίσης δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων, α)ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί κοινής χρήσης πράγμα, και συγκεκριμένα αγροτική οδό, και β) ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας δουλεία διόδου με έκτακτη χρησικτησία ως ασκούντες επί αυτής, αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους, επί μία εικοσαετία διακατοχικές πράξεις διέλευσης επ΄ αυτής, διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι διέρχονταν από την επίδικη λωρίδα με διάνοια δικαιούχου δικαιώματος δουλείας διέλευσης.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης με παράγωγο τρόπο (κληρονομία), άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία και απέρριψε την από το άρθρο 1095ΑΚ ένσταση των εναγομένων για δικαίωμα αυτών να διέρχονται από αυτήν ως δικαιούχοι πραγματικής δουλείας διόδου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1051,1121 και 975ΑΚ.Επίσης δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ΄αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά της έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.20ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα, με την έννοια αυτή, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο,α) το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β)το περιεχόμενο που έγινε δεκτό ως αληθινό από την προσβαλλόμενη απόφαση, γ)ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και δ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο με την επικαλούμενη παραμόρφωση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση από τον ¨Αρειο Πάγο του τυχόν διαγνωστικού σφάλματος.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και την προσκομισθείσα από αυτούς έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος μεν για την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, διότι δεν αποτελεί έγγραφο και επομένως δεν είναι δεκτική παραμόρφωσης με την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20ΚΠολΔ,ως αόριστος δε για το δεύτερο έγγραφο, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ,για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ,πλην άλλων, σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ.19 και 20ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες...καθόσον απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διέλευσης με έκτακτη χρησικτησία, ως ασκούντες επί της επίδικης λωρίδας τόσον οι ίδιοι, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους, πλέον της εικοσαετίας, πράξεις διακατοχής χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από ην αντίδικό τους, θεωρώντας ότι δεν αποδεικνύεται κάτι τέτοιο και λόγω της μη αναγραφής του δικαιώματος τούτου, τόσο στο συμβόλαιο με το οποίο αγόρασαν το ακίνητό τους, όσο και στο προικοσύμφωνο της δικαιοπαρόχου τους ......
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αόριστος, κατά μεν το πρώτο μέρος, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αναφέρονται καθόλου οι παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλόμενη πλημμέλεια, κατά δε το δεύτερο μέρος, από τον αριθμ. 20 του ίδιου άρθρου, διότι, εκτός από την επίκληση της διάταξης αυτής, δεν αναφέρεται κανένα από τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία (αρθ.118 αρ.4, 562 και 559 αρ.20 ΚΠολΔικ).
Επίσης απορριπτέοι, ως αόριστοι, είναι ο τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον πρώτο των οποίων, όπως εκτιμάται, προβάλλεται ότι η πληττόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ αποφαίνεται ότι η ασκηθείσα έφεση των αναιρεσειόντων ήταν απορριπτέα ως αόριστη λόγω αοριστίας του δικογράφου της και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, στη συνέχεια και αντιφατικά την απορρίπτει για λόγους ουσιαστικούς, με το δε δεύτερο, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για να είναι εφικτός με βάση αυτές ο αναιρετικός έλεγχος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ.1 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 115 έως 120 του ίδιου Κώδικα στοιχεία, και τους λόγους της έφεσης, οι οποίο απαιτείται να είναι σαφείς και ορισμένοι, να καθορίζονται δηλαδή με πληρότητα οι αποδιδόμενες στην εκκαλούμενη απόφαση αιτιάσεις, ώστε να μπορεί ο δικαστής να κρίνει για το νόμιμο και βάσιμο αυτών.
Οι αιτιάσεις μπορούν αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Η αοριστία του εφετηρίου δεν είναι δυνατό να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και της αυτής ακόμα δίκης, το δε δικόγραφο της έφεσης που δεν περιέχει ένα τουλάχιστον ορισμένο λόγο έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτο.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα κατωτέρω αναφερόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, άσκησαν ανταγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι αγροτική οδός και να παύσει ο ενάγων να του απαγορεύει τη διέλευση από αυτήν διότι προσβάλλεται η προσωπικότητά τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 632/1998 απόφασή του, απέρριψε την ανταγωγή ως μη νόμιμη, για τον λόγο ότι δεν αναφερόταν σ΄αυτήν κάποιος νόμιμος τρόπος με τον οποίο η επίδικη εδαφική λωρίδα απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, δηλαδή της αγροτικής οδού. Οι αντενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, ενώ προέβαλαν λόγους έφεσης για την παραδοχή της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν απέδωσαν στην εκκαλούμενη απόφαση κάποια νομική πλημμέλεια αναφορικά με την απόρριψη της ανταγωγής τους ως μη νόμιμης και συνεπώς η έφεση τους κατά το μέρος που αφορούσε την απόρριψη της ανταγωγής ήταν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.14ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-1999 αίτηση αναίρεσης και τους από 16-12-2005 πρόσθετους λόγους των ....., κλπ κατά της 6397/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα(1.1170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ