Supreme Court dismisses appeal on cost allocation to public entity in mixed victory/defeat civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the wife's appeal and the Public Deposit and Loan Fund's counter-appeal regarding the same lower court decision. The court found that the First Instance Court correctly allocated costs between the parties because both achieved partial victories and partial defeats. Consequently, the statutory rule requiring cost offsetting in cases involving public entities was properly applied by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22 paragraphs 1 and 2 of Law 3693/1957; Article 63 paragraph 1 of Law 2214/1994: In civil proceedings involving public entities where parties achieve partial victory and partial defeat, court costs must be offset between the parties rather than awarded to one side.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1721 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1721/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα - Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Κανελλόπουλου και του αρχαιοτέρου μέλους της σύνθεσης Αρεοπαγίτη Κυριάκου Μπαμπαλίδη, Βρυσηίδα Θωμάτου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Θ. Λ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπασωτηρίου.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος και την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Θ. Λ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3910/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1358/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 9-8-2021 και 13-12-2022 αιτήσεις τους και η αναιρεσείουσα της από 9-8-2021 και με τον από 15-11-2022 πρόσθετο αυτής λόγο.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και ο πληρεξούσιος της από 9-8-2021 αίτησης την παραδοχή και του προσθέτου αυτής λόγου, την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-3-2023) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: Α) η από 9/8/2021 αίτηση αναίρεσης της Μ. συζύγου Θ. Λ. κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και Β) η από 13/12/2022 αίτηση αναίρεσης του τελευταίου κατά της πρώτης. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 1358/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές. Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 15/11/2022 πρόσθετοι λόγοι στην Α'αναίρεση με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15/11/2022 και επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στις 16/11/2022 (βλ.
την υπ' αριθ.10.873 Γ'/16-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Κ. Ζ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 27-3-2023, αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ.
Πολ. Δ.). Επομένως οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της Α' αναίρεσης πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), αφού σημειωθεί ότι δεν απαιτείται για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και η επίδοσή της στον Θ. Λ., ο οποίος πρωτοδίκως άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Μ.
Λ. και κατά του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, γιατί με την πρωτόδικη απόφαση η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, χωρίς να προσβληθεί με έφεση η διάταξη αυτή (Α.Π. 1036/2022). Ι. Επί της Α' από 9-8-2021 αίτησης αναίρεσης της Μ. Λ.: Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π.7/2002, Α.Π. 41/2021, Α.Π.109/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005 Τ.Ν.Π.
ΝΟΜΟΣ). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π.14/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ.Α.Π.32/1996, Α.Π.658/2019, Α.Π.739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ'αρ.44/3-4-1996 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Θ. Τ., κατασχέθηκε το υπό στοιχεία ... διαμέρισμα του ...
ορόφου της πολυκατοικίας που κείται στη ... επί της οδού ... το οποίο ανήκε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας Α'αναίρεσης) για την ικανοποίηση απαίτησης του ενάγοντος - κατασχόντος (ήδη αναιρεσίβλητου της Α'αναίρεσης), ύψους 49.135.323 δραχμών, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων εκτέλεσης, απορρέουσας από συμβάσεις δανείων.
Ακολούθως, το ακίνητο αυτό εκτέθηκε, με επίσπευση του ενάγοντος, σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό την 28-7-1999 και, σύμφωνα με την υπ'αρ. 1.594/28-07-1999 έκθεση του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ., κατακυρώθηκε στο επισπεύδον - ενάγον Ν.Π.Δ.Δ., αντί πλειστηριάσματος 20.000.000 δραχμών, που αποτελούσε την τιμή πρώτης προσφοράς.
Προς τούτο, συντάχθηκε η υπ' αρ. 1.680/9-11-1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα (ενν. στα) βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Φιλαδέλφειας την 1-12-1999... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ενάγον επέδωσε την 4-9-2000 στην εναγόμενη αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω υπ' αριθμ. 1.680/09-11-1999 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης μετά της παρά πόδας αυτής από 10-7-2000 επιταγής προς συμμόρφωση, ζητώντας από την εναγόμενη να του παραδώσει το ακίνητο, το οποίο είχε περιέλθει, κατά τα ανωτέρω, στην κυριότητά του.
Λόγω μη απόδοσης του επίδικου ακινήτου, το ενάγον επέδωσε εκ νέου, τη 10-4-2008, στην εναγόμενη αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω υπ' αριθμ. 1.680/09-11-1999 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης μετά της παρά πόδας αυτής από 9-4-2008 επιταγής προς συμμόρφωση, διατυπώνοντας αυτή τη φορά επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος του και ειδικότερα της αναζήτησης - διεκδίκησης αποζημίωσης από 28-7-1999 για χρήση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Εξαιτίας της μη συμμόρφωσης της εναγόμενης, το ενάγον επέδωσε για τρίτη φορά την 25-2-2011, σε αυτήν αντίγραφο εξ απογράφου της ίδιας ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου μετά της παρά πόδας από 21-2-2011 επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση, διατυπώνοντας ομοίως την ίδια επιφύλαξη για αναζήτηση - διεκδίκηση αποζημίωσης από 28-7-1999 για χρήση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Εν τέλει, συντάχθηκε η υπ'αρ.55/17-11-2011 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ., με την οποία απεβλήθη η εναγόμενη από το επίδικο ακίνητο και εγκαταστάθηκε το ενάγον. Καθ' όλο, δε, το ένδικο διάστημα, η εναγόμενη κατοικούσε στο εν λόγω διαμέρισμα, χωρίς ποτέ να καταβάλει αποζημίωση στο ενάγον για τη χρήση αυτού.
Όμως, οι ένδικες απαιτήσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα από 28-7-1999 μέχρι τον Μάιο του έτους 2005, συνολικού ύψους 15.512,396 ..., έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρ. 937 Α.Κ., γενομένης δεκτής της ένστασης παραγραφής που υπέβαλε πρωτοδίκως η εναγόμενη και επανέλαβε με σχετικό λόγο έφεσης, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε την 11η-5-2011...
Κατά συνέπεια, η συνολική αξίωση της, εξ αδικοπραξίας, αξίωσης για διαφυγόντα κέρδη διαμορφώνεται στο ποσό των (35.495,39€ -15.512,39€) 19.9836€, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 1-6-2005 έως 31-3-2011, δεδομένου ότι η μισθωτική αξία του διαμερίσματος ανερχόταν, λαμβανομένων υπόψη του εμβαδού, της τοποθεσίας, της αντικειμενικής και εμπορικής αξίας του καθώς και των συνθηκών αγοράς, για το έτος 2005 στο ποσό των 255€, για το έτος 2006 στο ποσό των 265€, για το έτος 2007 στο ποσό των 277€, για το έτος 2008 στο ποσό των 289€, για το έτος 2009 στο ποσό των 300€, για το έτος 2010 στο ποσό των 306€ και για το έτος 2011 στο ποσό των 318€...
Ακολούθως, η εναγόμενη - εκκαλούσα είχε υποβάλει πρωτοδίκως και επανέλαβε στο παρόν Δικαστήριο (εννοείται στο Εφετείο)..., ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσίβλητου να αξιώσει διαφυγόντα κέρδη από την παράνομη κατακράτηση του ακινήτου. Συγκεκριμένα, είχε ισχυριστεί, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ότι πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, διότι το ενάγον επιδιώκει με αυτήν, να καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της εναγόμενης, ζητώντας να του καταβάλει αυτή για άλλη μια φορά ποσά που είχε ήδη εισπράξει με τη μέθοδο του παράνομου ανατοκισμού ("πανωτοκίων").
Ειδικότερα, εξέθεσε ότι: α) μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου και της κατακύρωσής του στο ενάγον, η ίδια, κατόπιν υποδείξεων των υπαλλήλων του ενάγοντος, επανειλημμένως είχε υποβάλει έγγραφα αιτήματα προς αυτό, σχετικά με την επαναγορά του επίδικου διαμερίσματος ή τη μίσθωσή του και ότι, κατόπιν διακανονισμών που συνήψε με το ενάγον, οι οποίοι είναι άκυροι, διότι έγιναν κατά κατάχρηση του δικαιώματος του ενάγοντος, κατέβαλε στο ενάγον υπέρογκα χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα να έχει πραγματικά εξοφλήσει τις οφειλές των επίμαχων δανείων, δημιουργώντας σε αυτήν την πεποίθηση, κατόπιν παραπλανητικών διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων του ενάγοντος, ότι θα της αναμεταβιβαστεί το επίδικο διαμέρισμα, και β) η συμπεριφορά του ενάγοντος προξένησε την απόλυτη προσωπική και οικονομική καταστροφή της, καθώς πέτυχε να αποκτήσει σε βάρος της περιουσίας της περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή προς αυτή του επίμαχου δανείου.
Οι λόγοι όμως, αυτοί προς θεμελίωση της εν λόγω ένστασης κρίνονται απορριπτέοι. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι μετά την κατακύρωση του επιδίκου ακινήτου στο ενάγον, πέραν της υποχρέωσης της εναγόμενης προς αποπληρωμή του υπολοίπου ποσού του δανείου, γεννήθηκε νέα αυτοτελής αξίωση του ενάγοντος για διαφυγόντα κέρδη από την παράνομη κατακράτηση του ακινήτου.
Το δε νόμιμο ή μη του ανατοκισμού της οφειλής της εναγόμενης από τη δανειακή σύμβαση δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης και ουδόλως επηρεάζει την ένδικη αξίωση του ενάγοντος. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά τέτοια του ενάγοντος ένεκα της οποίας, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματός του προς διεκδίκηση διαφυγόντων κερδών, που είναι και το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής, να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ούτε αποδείχθηκε αδράνεια και συμπεριφορά τέτοια του ενάγοντος, που να δημιούργησε στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι το ανωτέρω δε θα διεκδικήσει την οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης.
Αντιθέτως, όπως προαναφέρθηκε, το ενάγον είχε επιδώσει τρεις φορές στην εναγόμενη αντίγραφα εξ απογράφου της ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης μετά των παρά πόδας αυτής αντίστοιχων επιταγών προς εκούσια συμμόρφωση, καθιστώντας κατ' αυτόν τον τρόπο σαφές στην τελευταία ότι επιθυμεί να του παραδοθεί το επίδικο ακίνητο της κυριότητάς του και ότι δε συναινεί στην παραμονή της εναγόμενης εντός αυτού.
Είναι δε, χαρακτηριστικό ότι στις δυο τελευταίες επιταγές προς εκούσια συμμόρφωση, που επιδόθηκαν στην εναγόμενη μαζί με αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, το ενάγον διατύπωνε, όπως προαναφέρθηκε, επιφύλαξη για αναζήτηση - διεκδίκηση αποζημίωσης από 28-07-1999 για τη χρήση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε μεν ότι υπέβαλαν τόσο η ίδια η εναγόμενη, όσο και η θυγατέρα της, Α. Λ., αλλεπάλληλες αιτήσεις προς το ενάγον με αίτημα την επαναγορά, άλλως τη μίσθωση του επίδικου διαμερίσματος..., επί των οποίων όμως ουδεμία απάντηση έλαβαν από το ενάγον. Παράλληλα, η εναγόμενη με την... υπ' αρ. πρωτ. ...
αίτησή της ζήτησε να υπαχθούν οι δανειακές της συμβάσεις στις διατάξεις του άρ. 39 του Ν.3259/2004. Σε απάντηση της αίτησης αυτής, το ενάγον με τα υπ' αριθμ. πρωτ.... έγγραφά του, την ενημέρωσε ότι αποδέχεται το αίτημά της και προχώρησε σε διαγραφή ληξιπρόθεσμων οφειλών, αναφέροντας αναλυτικά τα υπόλοιπα των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Εν συνεχεία, μετά τις από 19-07-2005 αιτήσεις της εναγόμενης, περί διακανονισμού των ληξιπρόθεσμων χρεών της, προκειμένου αυτά να εξοφληθούν σε 36 μήνες, το ενάγον με τα υπ' αριθμ. πρωτ.... έγγραφά του, την ενημέρωσε ότι αποδέχεται το αίτημά της για διακανονισμό των προερχόμενων εκ των δανειακών συμβάσεων ληξιπρόθεσμων χρεών της, τα οποία ανέφερε πώς είχαν διαμορφωθεί κατά κεφάλαιο και τόκους και την καλούσε να τα εξοφλήσει σε 36 συνεχείς μήνες.
Ακολούθως, με την 3.833/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εκεί εναγόμενου- ενάγοντος στην προκείμενη δίκη - κατόπιν άσκησης σχετικής αγωγής από την εναγόμενη και λοιπούς δανειολήπτες, μη διαδίκους στη δίκη αυτή (κατ' εφαρμογή του τεκμήριου ομολογίας λόγω της ερημοδικίας, κατ' άρ. 271 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε τότε) αφενός αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των διακανονισμών των δανείων που εγκρίθηκαν από το ενάγον με τις υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφες απαντήσεις του, και αφετέρου υποχρεώθηκε το ενάγον να καταβάλει στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των 13.331,25€, που αντιστοιχεί σε θετική περιουσιακή ζημία ύψους 11.331,25€ και σε ηθική βλάβη ύψους 2.000€. Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της έφεσης του ενάγοντος, με την 5.318/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, εξαιτίας της μη κατάθεσης προτάσεων εμπροθέσμως), έγινε δεκτό ότι τα ποσά που κατέβαλε η εναγόμενη καθ' ο μέρος υπερβαίνουν τα οριζόμενα στο άρ. 42 παρ. 1 του Ν.2.912/2001, με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρ. 30 παρ. 1 και 2 εδ.α του Ν.2.789/2000, αχρεωστήτως καταβλήθηκαν.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει, άρα, ότι η εναγόμενη προέβη σε καταβολές και μετά την κατακύρωση του επίδικου ακινήτου στο ενάγον, προκειμένου να αποπληρώσει το υπόλοιπο ποσό των δανείων, χωρίς να αποδειχθεί ο ισχυρισμός της ότι συνέχιζε να καταβάλει ποσά δανείων, πειθόμενη από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του ενάγοντος περί αναμεταβίβασης της κυριότητας της εν λόγω ιδιοκτησίας προς αυτήν, σε περίπτωση εξόφλησης των ποσών των ληφθέντων εκ μέρους της δανείων.
Συγκεκριμένα, σε κανένα από τα προαναφερόμενα έγγραφα του ενάγοντος δε γίνεται λόγος για αναμεταβίβαση ή εκμίσθωση στην εναγόμενη του επίδικου διαμερίσματος, ούτε εξάλλου, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε τα αναφερόμενα στις προτάσεις της ποσά, ως μίσθωμα ή αποζημίωση για τη χρήση του ακινήτου από αυτήν.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι τα ποσά αυτά τα κατέβαλε αυτή για συγκεκριμένη αιτία και δη προς αποπληρωμή του υπόλοιπου ποσού των δανείων. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε εν όλω την αγωγή, απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής, και υποχρέωσε την εκκαλούσα-εναγόμενη να καταβάλλει στον εφεσίβλητο-ενάγοντα το συνολικό ποσό των 35.495,396, έσφαλε ως προς ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού μόνο του πρώτου λόγου της έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της εναγομένης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στο ενάγον - αναιρεσίβλητο, το συνολικό ποσό των 19.983 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και συγκεκριμένα με τις παραδοχές: α) Ότι μετά την κατακύρωση του επιδίκου ακινήτου στο ενάγον, πέραν της υποχρέωσης της εναγόμενης προς αποπληρωμή του υπολοίπου ποσού του δανείου, γεννήθηκε νέα αυτοτελής αξίωση του ενάγοντος για διαφυγόντα κέρδη από την παράνομη κατακράτηση του ακινήτου.
β) Ότι το νόμιμο ή μη του ανατοκισμού της οφειλής της εναγόμενης από τη δανειακή σύμβαση δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης και ουδόλως επηρεάζει την ένδικη αξίωση του ενάγοντος. γ) Ότι δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά τέτοια του ενάγοντος ένεκα της οποίας, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματός του προς διεκδίκηση διαφυγόντων κερδών, που είναι και το αντικείμενο της παρούσας δίκης, να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ούτε αποδείχθηκε αδράνεια και συμπεριφορά τέτοια του ενάγοντος, που να δημιούργησε στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι το ανωτέρω δε θα διεκδικήσει την οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης, αφού το ενάγον είχε επιδώσει τρεις φορές στην εναγόμενη αντίγραφα εξ απογράφου της ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης μετά των παρά πόδας αυτής αντίστοιχων επιταγών προς εκούσια συμμόρφωση, καθιστώντας κατ' αυτόν τον τρόπο σαφές στην τελευταία ότι επιθυμεί να του παραδοθεί το επίδικο ακίνητο της κυριότητάς του, στις δε δυο τελευταίες επιταγές προς εκούσια συμμόρφωση που επιδόθηκαν στην εναγόμενη, το ενάγον διατύπωνε και επιφύλαξη για αναζήτηση - διεκδίκηση αποζημίωσης από 28-07-1999 για τη χρήση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
δ) Ότι υπέβαλαν τόσο η ίδια η εναγόμενη, όσο και η θυγατέρα της, Α. Λ., αλλεπάλληλες αιτήσεις προς το ενάγον με αίτημα την επαναγορά, άλλως τη μίσθωση του επίδικου διαμερίσματος, επί των οποίων όμως ουδεμία απάντηση έλαβαν από το ενάγον, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., γιατί τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συγκροτούν το πραγματικό της διάταξης αυτής, η οποία συνεπώς δεν ήταν εφαρμοστέα και επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της Α' αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της Α' αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, να αναφέρεται σε αυτόν η ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όπως επίσης και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι ελλείψεις και συνεπώς ο ως άνω πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Α.Π.1181/2010, Α.Π.694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (Α.Π.179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/1982, Α.Π.1277/2019, A.Π.1091/2019, Α.Π.1185/2010). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π.1134/1993).
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (Α.Π.1763/2007, Α.Π.1595/ 2006). Συνήθως αρκεί γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και καμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (Α.Π.779/2019).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της Α' αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση, με τις από 9-11-2020 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, έγγραφα προς απόδειξη της εκ του άρθρου 281 ενστάσεώς της και συγκεκριμένα την από 27-4-2015 έφεση του αντιδίκου της κατά της υπ' αριθ.3833/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία (έφεσή του) το αντίδικό της ομολογούσε ότι οι εκ μέρους της μηνιαίες καταβολές του ένδικου χρονικού διαστήματος από 24-3-2005 έως 2-1-2008 δεν αφορούσαν αποκλειστικά δόσεις πανωτοκίων, αλλά αποζημίωση χρήσης μέχρις ότου πλειοδοτηθεί το εν λόγω ακίνητο και τυχόν επανακτηθεί η κυριότητά του από αυτή, καθώς την ως άνω απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (υπ' αριθ.3833/2014) που αναγνώρισε την ακυρότητα του διακανονισμού των μη εξοφληθέντων δόσεων των δανείων της, λόγω παράνομου ανατοκισμού τόκων και υποχρεώθηκε το αντίδικό της να της καταβάλει (επιστρέψει) το ποσό των 13.331,25 ευρώ.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι αρκεί, όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (εν προκειμένω έγγραφα), ενόψει και του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά στην υπ' αριθ.3833/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αναφορά και στην παραδοχή αυτής (ως άνω υπ' αριθ.3833/2014 απόφασης) ότι τα ποσά που κατέβαλε η αναιρεσείουσα - εναγόμενη καθ' ο μέρος υπερβαίνουν τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 1 του Ν.2.912/2001, με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 και 2 εδ.α' του Ν.2.789/2000, αχρεωστήτως καταβλήθηκαν και αφενός αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των διακανονισμών των δανείων που εγκρίθηκαν από το αναιρεσίβλητο - ενάγον και αφετέρου υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα - εναγόμενη το συνολικό ποσό των 13.331,25€.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση Α' από 9-8-2021 αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), να ορισθούν όμως μειωμένα (άρθρο 63 παρ.1 του Ν.2214/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝ.ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επί της Β' από 13-12-2022 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων".
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (Α.Π.279/2019, 201/2017, 168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π.164/2020, Α.Π.279/2019, 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π.426/2021, Α.Π.64/2017, Α.Π.386/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το ενάγον και ήδη αναιρεσείον της Β' αναίρεσης, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσής του, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 937 του ΑΚ, εξαιτίας της οποίας έγινε δεκτή η ένσταση παραγραφής, που πρότεινε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη, και της εσφαλμένης μη εφαρμογής της εφαρμοστέας ειδικής διάταξης του άρθρου 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού Ν.Π.Δ.Δ.", στα οποία Ν.Π.Δ.Δ.
και αυτό ανήκει, ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής της επίδικης αξίωσης του, η οποία, κατά την εφαρμοστέα διάταξη αυτή αρχίζει από την λήξη του οικονομικού έτους στο οποίο βεβαιώθηκε το χρέος, ισχυριζόμενο ότι τέτοια βεβαίωση δεν έχει γίνει και συνεπώς δεν έχει αρχίσει η παραγραφή, καθώς και για ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.
Όμως, το αναιρεσείον δεν εκθέτει στο αναιρετήριο, ότι πρότεινε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, ήτοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ότι επανέφερε παραδεκτά με τις προτάσεις του και στον δεύτερο βαθμό (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.), τον ως άνω ισχυρισμό, περί εφαρμογής της ειδικής διάταξης του άρθρου 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974,ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής της αξιώσεώς του, ούτε δε από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των ως άνω προτάσεών του προκύπτει τέτοια επίκληση.
Επομένως και δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Επομένως, σε περίπτωση παραδοχής του ενδίκου μέσου της έφεσης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδικάζει την υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ως ηττηθείς διάδικος που βαρύνεται με την πληρωμή των εξόδων του αντιδίκου του αμφοτέρων των βαθμών, λογίζεται εκείνος ως προς τον οποίο αποβαίνει δυσμενής η κατάληξη της δίκης με την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης, αδιαφόρως αν αυτός ήσκησε το ένδικο μέσο ή ο αντίδικός του.
Επομένως η περί εξόδων διάταξη του δικαστηρίου με την οποία ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, λόγω της απόρριψης της δικής του αίτησης ή λόγω της παραδοχής εκείνης του αντιδίκου του, δεν αντιφάσκει προς την διάταξη με την οποία γίνεται δεκτή η έφεση του ίδιου διαδίκου και εξαφανίζεται η εκκληθείσα πρωτόδικος απόφαση (Α.Π.692/2004).
Επιπλέον κατά το άρθρο 193 Κ.Πολ.Δ. "δεν επιτρέπεται η προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης". Από τη διάταξη αυτή (που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, τακτικά και έκτακτα, στα οποία περιλαμβάνεται και η αναίρεση), προκύπτει ότι απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο, με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς μόνη τη διάταξη περί εξόδων, κατά παράλειψη κάποιου άλλου παραπόνου επί της ουσίας της υπόθεσης.
Ως "ουσία της υπόθεσης" νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Η εντεύθεν απαγόρευση δεν προσκρούει στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Α.Π.1112/2022). Οι δε διατάξεις των 176 επ. Κ.Πολ.Δ. περί δικαστικών εξόδων είναι ουσιαστικού δικαίου και ο αναιρετικός έλεγχος επ' αυτών ασκείται μέσω του λόγου του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.218/2003).
Τέλος, κατά το άρθρο 22 παρ.1 και 2 του Ν.3693/1957 "1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι` όλας τας καθ` έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. 2.
Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή." Ενώ, κατά το άρθρο 63 παρ.1 του Ν.2214/1994 "το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" έχει όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο." Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσιβλήτου της Β'αναίρεσης - εναγομένης, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την εν μέρει παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος, συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, κατ' άρθρο 22 παρ.2 Ν. 3693/1957.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την εφαρμοστέα ενόψει των ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 και 2 του Ν.3693/1957, η οποία προβλέπει στις δίκες με το Δημόσιο, σε περίπτωση εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα να συμψηφίζονται μεταξύ τους και η οποία, κατ' άρθρο 63 παρ.1 του Ν.2214/1994 εφαρμόζεται και στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων).
Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της Β' αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων - ενάγων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση Β', από 13-12-2022, αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), να ορισθούν όμως μειωμένα (άρθρο 63 παρ.1 του Ν.2214/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝ.ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται, ενώ τέλος, διάταξη αναφορικά για παράβολο δεν θα συμπεριληφθεί στην παρούσα, αφού το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε σχετικό παράβολο, καθόσον δεν υποχρεούται στην καταβολή του (άρθρο 63 παρ.1 του Ν.2214/1994).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/8/2021 αίτηση της Μ. συζύγου Θ. Λ. και τον από 15/11/2022 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 1358/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 13.12.2022 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της ιδίας υπ' αριθ.1358/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον μειωμένα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ