Legislator Case Law & Legislation
1721/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to respondent's absence and lack of valid grounds.

Case Number 1721/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and wife against a final first-instance judgment regarding a forced auction. The respondent, who had previously filed an objection to the execution, failed to appear at the hearing without submitting a declaration of non-appearance. The court ruled that the respondent's absence meant the appeal was inadmissible, and the appellants' arguments regarding the validity of the execution procedure were rejected as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 568, 576, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the respondent fails to appear without a valid declaration, and the court will examine the case ex officio regarding the legality of summons.

Keywords

AI generated
appeal admissibility respondent absence declaration non-appearance ex officio examination forced auction validity objection to execution costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
All Hell 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1721 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1721/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Κ., 2) Γ. Β. του Κ., συζύγου Ν. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χατζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ά., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/5/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2594Δ'/20.10.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με έδρα το Πρωτοδικείο Αγρινίου Αικατερίνης Γκουρνέλου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 02.05.2018 αίτησης αναίρεσης κατά της 87/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (04.04.2022), καθώς και κλήση των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην τελευταία.

Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο , ούτε κατέθεσε κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).

Με την από 02.05.2018 και με αύξ.αριθ. κατάθ. 50/02.05.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 87/29.06.2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 937 παρ.3,643 ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 937 προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ.4 του Ν.4055/2012 και τα άρθρα 937 και 643 ίσχυαν, πριν την εφαρμογή του Ν.4335/2015(άρθρο Ένατο παρ.2,3 Ν.4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).

Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.

Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως.

Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.

Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ` ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι` αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.

Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 ΑΚ (ΟλΑΠ 578/1980, ΑΠ 1005/2019).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα, η εν λόγω δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται(ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).Εξάλλου,στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας(ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 355/2004), κατά την ανέλεγκτη, προς τούτο, κρίση του(ΑΠ 1749/2005),είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ( ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της(ΑΠ 912/2021, ΑΠ 51/2020). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 6 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 293/2018).

Επίσης ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού, όχι του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1(ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, τα εξής: "...Δυνάμει του από το Δεκέμβριο 2011 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ ανακόπτουσας...

εφεσίβλητης(και ήδη αναιρεσίβλητης), ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "..." και των καθών... εκκαλούντων(και ήδη αναιρεσειόντων), η ως άνω εταιρεία ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίων για την έκδοση οικοδομικής άδειας μέχρι την 31-1-2012 και την εν συνεχεία κατασκευή μονοκατοικίας εμβαδού 140 τ.μ. με υπόγειο εμβαδού 65 τ.μ.

σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας των καθών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον ευρισκομένου στη θέση ¨...¨ (4ο Τμήμα), εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της επεκτάσεως του σχεδίου της πόλεως …, στο αριθ. ... Ο.Τ., το οποίο απέκτησαν, δυνάμει του αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αγρινίου Βασιλικής Μαραγιάννη και το οποίο μεταγράφηκε...

στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δήμου Αγρινίου..., όπως απεικονίζεται... στο από μηνός Νοεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σταύρου Χρ. Κιτσάκη... και συνορεύει... Αρχικά η αποπεράτωση-παράδοση του έργου συμφωνήθηκε έως τον μήνα Οκτώβριο 2012 και η αμοιβή της εταιρείας για το όλο έργο, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής επίβλεψης, της έκδοσης οικοδομικής άδειας, του ΦΠΑ και των ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ, συμφωνήθηκε στο ποσό των 185.000,00 ευρώ.

Μεταγενέστερα ωστόσο, κατόπιν της κατάρτισης του από 2-4-2013 νεωτέρου συμφωνητικού, η μεν αμοιβή περιορίσθηκε στο ποσό των 172.000 ευρώ, ο δε χρόνος παράδοσης του έργου ορίσθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου 2013, ενώ οι καθών κατέβαλαν έναντι της ανωτέρω συμφωνηθείσας αμοιβής συνολικά το ποσό των 131.750 ευρώ. Περαιτέρω δε συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης η εταιρεία θα βαρύνεται με ποινική ρήτρα 600 ευρώ το μήνα, ενώ προς εξασφάλιση των καθών τους δόθηκε και μια συναλλαγματική ποσού 30.000 ευρώ, αποδοχής του Α.

Π. για την οποία τριτεγγυήθηκε η ... ανακόπτουσα με ημερομηνία λήξης 30-9-2013, η οποία συμφωνήθηκε πως σε περίπτωση μη αποπεράτωσης θα εισπραχθεί και θα επανακαταβληθεί το ποσό αυτό στο τέλος με την παράδοση του. Περί το μήνα Νοέμβριο του 2013 και αφού η οικοδομή δεν είχε εισέτι ολοκληρωθεί και παραδοθεί οι καθών, κατόπιν της με αριθμ.

πρωτ. ... σχετικής αιτήσεώς τους, πληροφορήθηκαν από την Πολεοδομία Αγρινίου ότι, αν και ο σχετικός φάκελος είχε κατατεθεί στην Υπηρεσία από Δεκεμβρίου 2011, η οικοδομική άδεια που αφορούσε στην ιδιοκτησία τους δεν είχε ακόμη εκδοθεί, έχει ολοκληρωθεί δε ο έλεγχος του τοπογραφικού διαγράμματος και των πολεοδομικών διατάξεων (ΓΟΚ) με εκκρεμότητα τη συμβολαιογραφική δήλωση του προβλεπόμενου χώρου στάθμευσης και ότι ο φάκελος βρίσκεται στο στάδιο ελέγχου των στατικών με παρατηρήσεις για ελλείψεις από 29-8-2012.

Στη συνέχεια οι εκκαλούντες προέβησαν σε υποβολή σχετικής μηνύσεως σε βάρος της ανακόπτουσας και του Α. Π. καθώς και άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Παράλληλα κατέθεσαν στο Τεχνικό Επιμελητήριο Αιτ/νίας την με αριθμό πρωτ.... αίτησή τους με την οποία ζητούσαν ορισμό πραγματογνώμονα προκειμένου να:

αξιολογήσει το κόστος και τις εργασίες που είχαν γίνει έως τότε στην οικοδομή τους και α το υπόλοιπο ποσό των 40.000 ευρώ που οφείλουν στην εταιρεία αρκεί για την αποπεράτωση της οικοδομής τους και β)το κόστος για την νομιμοποίηση του κτιρίου σε εκτέλεση της οποίας ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας ο πολιτικός μηχανικός Νικόλαος Πατούχας, που συνέταξε την από 10-3-2014 τεχνική του έκθεση με την οποία αποφαίνονταν ότι:

α)το κόστος της υπάρχουσας οικοδομής ανερχόταν σε 110.858,47 € + ΦΠΑ και ότι το ποσό των 40.000 €, που όφειλαν εισέτι οι καθών στην εταιρεία, δεν επαρκούσε για την ολοκλήρωση της οικοδομής αλλά θα απαιτούνταν ποσό 64.580,73 € + ΦΠΑ + 11.070 (ΙΚΑ) και β)το κόστος νομιμοποίησης ανερχόταν σε 13.656,806. Την 16-1-2014 εκδόθηκε η με αριθμό ...

οικοδομική άδεια αφορώσα στην υπό κατασκευή οικοδομή των καθών ενώ έως το χρόνο εκείνο στην εν λόγω οικοδομή είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες των οπλισμένων σκυροδεμάτων, της τοιχοποιίας, των μονώσεων, της υδραυλικής και ηλεκτρολογικής προεγκατάστασης, της τοποθέτησης τζακιού στο ισόγειο και των πρώτο όροφο, της τοποθέτησης μάντρας και στοιχείων αντιστήριξης και ορισμένες εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο και η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων...

Πλην όμως επειδή, όπως προαναφέρθηκε, κατά την ημερομηνία λήξεως της ανωτέρω συναλλαγματικής των 30.000 €, ήτοι στις 30-9-2013 δεν είχε εκδοθεί εισέτι η ως άνω οικοδομική άδεια και δεν είχε γίνει παράδοση του έργου οι καθώς ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση σε βάρος της ανακόπτουσας και του Α. Π. της με αριθμό ... Διαταγής Πληρωμής με βάση την ανωτέρω συναλλαγματική δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν στους καθών το ποσό των 15.000 ευρώ εις έκαστον με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξεως της συναλλαγματικής ήτοι από 1-10-2013 έως εξοφλήσεως και σε εκτέλεση Α' απογράφου εκτελεστού συνετάγη η με αριθμό ...

έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Αικατερίνης Γκουρνέλλου. Η καθυστέρηση όμως στην αποπεράτωση του έργου οφείλεται πρωτίστως στην επιθυμία των εκκαλούντων για διενέργεια πρόσθετων, πέραν των αρχικώς συμφωνηθέντων, εργασιών στην υπό ανέγερση κατοικία τους, στη μετέπειτα διαφωνία των διαδίκων σχετικά με το κόστος των ήδη κατά το μεγαλύτερο μέρος τους εκτελεσθεισών αυτών εργασιών και στην άρνηση αυτών να συμπράξουν στην αναθεώρηση της προαναφερθείσας οικοδομικής άδειας.

Και τούτο αποδεικνύεται... Τέλος, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι δεν γνώριζαν πως δεν υπάρχει άδεια οικοδομής τα έτη 2012 και 2013 αποδεικνύεται αβάσιμος καθώς μόλις στις 16-4-2013 αυτοί εξουσιοδότησαν την πολιτική μηχανικό να κάνει έναρξη εργασιών στο ΙΚΑ για την οικοδομή που επρόκειτο να ανεγείρουν, τη στιγμή που η εν λόγω οικοδομή είχε ήδη αρχίσει να κατασκευάζεται και μάλιστα αυτή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων.

Ως εκ τούτου, η επίδικη συναλλαγματική δυνάμει της οποίας εξεδόθη η διαταγή πληρωμής ποσού 30.000 €, σύμφωνα με τη συμφωνία των διαδίκων θα επιστρέφονταν στην εταιρεία της ανακόπτουσας με την παράδοση του έργου, το έργο όμως δεν αποπερατώθηκε εξαιτίας της αίτησης των εκκαλούντων περί νομιμότητας της εκδοθείσας άδειας οικοδομής και του εφικτού αναθεώρησής της, προς την Πολεοδομία, γεγονός που προκάλεσε την από μέρους της Πολεοδομίας ανάκληση της με αριθμό ...

οικοδομικής άδειας, καθιστούν τη συμπεριφορά των εκκαλούντων καταχρηστική και ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε δεκτή την ανακοπή της εφεσίβλητης και ακύρωσε την με αριθμ.... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και την υπ' αριθ. 1... Επαναληπτική Περίληψη Κατασχετήριας Έκθεσης ακίνητης Περιουσίας της ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους οικείους λόγους έφεσης κρίνονται απορριπτέα όπως και η έφεση στο σύνολό της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στο πόρισμά του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είχε κρίνει όμοια, με το να δεχθεί, δηλαδή, ότι οι καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες με καταχρηστική συμπεριφορά επεδίωξαν της έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία στη συνέχεια επέσπευσαν σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης αναγκαστική εκτέλεση, και στη συνέχεια να κάνει δεκτή την ανακοπή της τελευταίας, ως βάσιμης και στην ουσία της, και να ακυρώσει τις προσβληθείσες υπ' αριθμ....

έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αγρινίου Αικατερίνης Κ. Γκουρνέλλου, και υπ' αριθμ. ... Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης Περιουσίας της ίδιας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας, δεν έσφαλε. Γι' αυτό και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση εκκαλούντων-καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσειόντων.

Οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προβάλλουν την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση, με την οποία αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης υπαγωγής των δεκτών γενομένων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών, στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ, με ορθή υπαγωγή, θα έπρεπε να υπαγάγει αυτά στην έννοια του συμβιβασμού και ακολούθως να καταλήξει σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, με την απόρριψη της ένδικης ανακοπής και την αποδοχή και κατ' ουσίαν της έφεσής τους, και ότι, με την ως άνω εσφαλμένη υπαγωγή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, κατά το άνω σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, υπό τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 933 ΚΠολΔ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, ενώ, δεν ήταν, πράγματι, εφαρμοστέα η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ως μη εφαρμοσθείσα, προς θεμελίωση της πλημμέλειας που αποδίδουν με τον ως άνω αναιρετικό λόγο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ, καθόσον, όπως προεκτέθηκε στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, δηλαδή, για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ` ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.

Περιστατικά δε, τα οποία να θεμελιώνουν τέτοια σύμβαση συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, η οποία να είχε προηγηθεί της άσκησης της ένδικης ανακοπής, δεν δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν, και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να θεμελιωθεί η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ, που επικαλούνται αβάσιμα οι αναιρεσείοντες.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επειδή η αληθής βούληση των μερών ήταν να μην είναι δυνατή οποιαδήποτε αμφισβήτηση για την απαίτηση και τον πλειστηριασμό.

Δεν εκτίθεται, όμως στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του ως άνω λόγου αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία ως προς τις βουλήσεις των διαδίκων, ως συμβαλλομένων μερών, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις, τις οποίες παραβίασε ή καίτοι μη διαπιστώσαν κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το εν λόγω (δεύτερο) σκέλος του είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Τέλος, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας ή μη τις διενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης στην οποία προέβησαν οι αναιρεσείοντες, με τη διαδικασία του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Συνεπώς, και ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν, κατά τα λοιπά, στην προσβαλλόμενη απόφαση και έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ως άνω δεύτερος λόγος, κατά τα πρώτο σκέλος του, και τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απαράδεκτοι, καθόσον, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ, πλήττεται με αυτούς η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους ισχυρισμό τους περί εγκυρότητας της προδικασίας της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, που ακύρως προσέβαλε με την ένδικη ανακοπή της η καθής η εκτέλεση και ήδη αναιρεσίβλητη, επειδή η τελευταία, κατόπιν συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, συνήνεσε και δέχθηκε την αναβολή του πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου της, κατά την ορισθείσα ημερομηνία της 18.12.2013.Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και προεκτέθηκε, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, και συγκεκριμένα, επειδή, αφενός, ουδένα συμβιβασμό για την απαίτηση δέχθηκε ως επιτευχθέντα μεταξύ των διαδίκων, αφετέρου εκ της επικαλούμενης συναινετικά δοθείσας αναβολής του πλειστηριασμού της 18-12-2013 σε μεταγενέστερη ημερομηνία, δεν δέχθηκε ότι προέκυψε και εγκυρότητα της επισπευδομένης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Άλλωστε, αυτές οι αιτιάσεις δεν αρκούσαν από μόνες τους να οδηγήσουν σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα το Εφετείο, το οποίο έκρινε με βάση την εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, και την έρευνα του προβληθέντος λόγου της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που θεμελιωνόταν στην αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ακυρότητας των ως άνω επίμαχων προσβληθεισών πράξεων της εκτέλεσης, ήτοι των υπ' αριθμ....

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αγρινίου Αικατερίνης Κ. Γκουρνέλλου, και υπ' αριθμ. ...' Επαναληπτικής Περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης Περιουσίας της ίδιας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας, για το λόγο ότι οι καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες με καταχρηστική συμπεριφορά επεδίωξαν της έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία επέσπευσαν σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης αναγκαστική εκτέλεση.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Λόγω δε της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 02.05.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 87/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ