Legislator Case Law & Legislation
1721/2016 AI generated

1721/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1721/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aσπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1721/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.

Keywords

AI generated
breach of employment obligations misuse of permits and plates lack of shareholder standing lack of signature registration of construction lien work subject to authorization
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1721 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1721/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aσπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπουρονίκο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 2871/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπαλασούλη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιος δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α του Π.Κ. "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως επί αποδοθέντος στον κατηγορούμενο εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση αξιοποίνου πράξεως, δεν είναι αρκετό να αναφέρεται στην απόφαση μόνον ότι ο ηθικός αυτουργός με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε καθώς επίσης και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ίδιος (ηθικός αυτουργός) πέτυχε τον σκοπό του, αλλά πρέπει ακόμη να περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αξιόποινη πράξη την οποίαν με τις προτροπές κ.λ.π.

του ηθικού αυτουργού, διέπραξε ο αυτουργός, αφού προϋπόθεση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας είναι η τέλεση από τον αυτουργό του εγκλήματος στη διάπραξη του οποίου παρακινήθηκε (Α.Π. 138/2015, Α.Π. 184/2014, Α.Π. 1380/2012). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 216 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με την χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (Α.Π. 144/2014).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.

Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.

Α.Π. 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 2871/2015 προσβαλλομένης αποφάσεώς του μετά την παράθεση των προαναφερομένων νομικών σκέψεων και μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τη μαρτυρία της μάρτυρος υπερασπίσεως που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Λάρισα, στις 06-12-2008, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα την πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, στην συνέχεια δε έκανε χρήση του εγγράφου αυτού.

Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο 5ο χιλιομετρικό σημείο της οδού ..., με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε σε άγνωστο, κατά την προκαταρκτική εξέταση, άτομο την απόφαση να θέσει κατ’ απομίμηση την υπογραφή του εργαζομένου στην επιχείρηση Κ.

Μ. του Γ. στο από 06-12-2008 έγγραφο αναγγελίας οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού και στη θέση "υπογραφή αποχωρήσαντα". Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν ότι ο εργαζόμενος, που απασχολήθηκε στην επιχείρηση ως οδηγός από 01-10-1989, αποχώρησε οικειοθελώς στις 06-12-2008, γεγονός το οποίο ωστόσο ήταν ψευδές, αφού στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας απέλυσε αυτόν, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ο ίδιος δε ο εργαζόμενος ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του στο ανωτέρω έγγραφο και έκανε χρήση εξ υπαρχής πλαστού εγγράφου και ειδικότερα, αφού έλαβε από τον ως άνω άγνωστο δράστη το από 06-12-2008 έγγραφο αναγγελίας οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού υπέβαλε αυτό στον Ο.Α.Ε.Δ.

του Νομού Λάρισας, προκειμένου να αναγγείλει την υποτιθέμενη οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου Κ. Μ. του Γ. από την επιχείρησή του και να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Μετά ταύτα το Δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα Γ.

Σ. του Χ., κάτοικο ... (οδός ...), κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Στη …, στις 06-12-2008 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα την πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου και έκανε χρήση εξ υπαρχής πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο 5ο χιλιομετρικό σημείο της οδού ..., με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε σε άγνωστο, κατά την προκαταρκτική εξέταση, άτομο την απόφαση να θέσει κατ’ απομίμηση την υπογραφή του εργαζομένου στην επιχείρηση Κ.

Μ. του Γ. στο από 06-12-2008 έγγραφο αναγγελίας οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού και στη θέση "υπογραφή αποχωρήσαντα". Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν ότι ο εργαζόμενος που απασχολήθηκε στην επιχείρηση ως οδηγός από 01-10-1989, αποχώρησε οικειοθελώς στις 06-12-2008, γεγονός το οποίο ωστόσο ήταν ψευδές, αφού στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας απέλυσε αυτόν, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ο ίδιος δε ο εργαζόμενος ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του στο ανωτέρω έγγραφο.

Και, στην συνέχεια αφού έλαβε από τον ως άνω άγνωστο δράστη το από 06-12-2008 έγγραφο αναγγελίας οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού, υπέβαλε αυτό στον Ο.Α.Ε.Δ. του Νομού …, προκειμένου να αναγγείλει την υποτιθέμενη οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου Κ. Μ. του Γ. από την επιχείρησή του και να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1, 14, 18, 26, 27, 46 παρ. 1 εδ.

α, 51, 53 και 79 του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ουδέ στέρησε αυτήν της νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για τη θεμελίωση καταδικαστικής κρίσεως ουσιαστικές και νομικές παραδοχές: 1) Συγκεκριμένα παρατίθενται ο τρόπος και τα μέσα της ηθικής αυτουργίας (με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις) και δεν υφίσταται ανάγκη περαιτέρω εξειδικεύσεως.

Συνάμα, αιτιολογείται ειδικά η συνδρομή του δόλου για το έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου, αφού η μεν γνώση της πλαστότητας του χρησιμοποιηθέντος εγγράφου από τον αναιρεσείοντα τεκμηριώνεται από την περιγραφόμενη προηγηθείσα ηθική αυτουργία εκ μέρους του ιδίου στην κατάρτιση του συγκεκριμένου πλαστού εγγράφου από τον άγνωστο φυσικό αυτουργό (Α.Π. 421/2012), ο δε σκοπός παραπλανήσεως τρίτου για δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες γεγονός αναφέρεται στις αιτιολογίες σκεπτικού και διατακτικού με την παραδοχή ότι η κατάθεση της πλαστής έγγραφης αναγγελίας οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού στις υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ.

έγινε "προκειμένου (ο αναιρεσείων) να αναγγείλει την υποτιθέμενη οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου Κ. Μ. από την επιχείρησή του και (προκειμένου) να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως". Με σαφήνεια, δηλαδή, αιτιολογείται ο σκοπός παραπλανήσεως για το γεγονός της (δήθεν) οικειοθελούς αποχωρήσεως του εργαζομένου, που συνεπάγεται- ως έννομη συνέπεια-τη μη καταβολή αποζημιώσεως.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επιβάλλουν τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του 139 του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.

Α.Π. 2/2000, Α.Π. 687/2014). Αν και η εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εντάσσεται, κατά τη νομολογία, στον, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ., αναιρετικό λόγο, στην πραγματικότητα αυτή και η συνακόλουθη έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατ’ ουσίαν συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς η τελευταία αποτελεί λόγο αναιρέσεως με ιδιαίτερα ευρύ φάσμα εφαρμογής, καλύπτοντας την ανεπάρκεια, ατέλεια, αοριστία, αντίφαση των αιτιολογιών της αποφάσεως και δυνάμενη να καλύψει και την έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων παραπονείται επειδή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του Π.Κ. και έτσι επήλθε έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στον πρώτο λόγο αναιρέσεως για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Οι λοιπές αιτιάσεις ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη δήλωση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). Επίσης, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, που παραστάθηκε (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα την 6 Απριλίου 2016 στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ. .../6-4-2016 από 5 Απριλίου 2016 δήλωση του Γ. Σ. του Χ. και της Στυλιανής, κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2871/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος τον οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ