1721/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1721/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 652, 656, 349, 351 ΑΚ, 7 ν. 2112/1920 και 5§1 ν. 3198/1955 συνάγεται, ότι ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίζει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνα δικαίου ή από την ατομική σύμβαση εργασίας, έχει δηλ.
Full text
Απόφαση 1721 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1721/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σουμέλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΠΑΛΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 867/2003 μη οριστική, 1968/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7431/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 15-2-2008 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1931/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7431/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 10/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 27-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε όσα αναφέρονται στην παρ. Ι, άλλως να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005, ΑΠ 1509/2010). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την παραπάνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93§1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 652, 656, 349, 351 ΑΚ, 7 ν. 2112/1920 και 5§1 ν. 3198/1955 συνάγεται, ότι ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίζει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνα δικαίου ή από την ατομική σύμβαση εργασίας, έχει δηλ.
ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια, άρα και ν' αναθέτει σε κάποιον υπάλληλο καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχείρησής του, κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ή ν' απομακρύνει από την θέση προϊσταμένου κάποιον υπάλληλο και να τοποθετεί σ' αυτήν άλλον υπάλληλο (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, στις οποίες υπάρχει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται, όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που υπερείχε καταφανώς κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικά προκρίθηκε η προαγωγή.
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όμως, όπου υπάρχει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθ. 201 και 207 ΑΚ, στις περιπτώσεις δηλ. αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικά προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.
Αν, επομένως, ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τ' αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί, είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.
Απ' αυτά καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοσθεί το άρθ. 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου) είτε το άρθ. 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ ή όταν η προαγωγή προβλέπεται από την σύμβαση), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (ΟλΑΠ 32/2002).
Όταν πρόκειται, όμως, για τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχείρησης, κατά παράλειψη τοποθέτησης στην θέση αυτή άλλου μισθωτού, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία εύλογα συνδέονται με τις αντικειμενικά εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η ειδική γνώση του αντικειμένου, η διοικητική ικανότητα, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η μεγάλη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση εκ μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 19/2005, 25/2003).
Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η παράλειψη προαγωγής ή τοποθέτησης σε θέση προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχείρησης, ακόμη και στην περίπτωση συνδρομής αυξημένων προσόντων του παραλειφθέντος υπαλλήλου, εάν έλαβαν χώρα, από υπαιτιότητά του, γεγονότα, τα οποία δημιούργησαν οξύτητα στις σχέσεις των μερών, με αποτέλεσμα να εκλείψει το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ τους και να διαρρηχθεί η σχέση εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο.
Περαιτέρω, από το άρθ. 371 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει κατά δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο, προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις συμβατικών ενοχών και εφόσον οι συμβαλλόμενοι δεν προσδιόρισαν επαρκώς την παροχή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, αλλ' ανέθεσαν σε έναν απ' αυτούς ή σε τρίτον να την προσδιορίσει μεταγενέστερα, δεν υπάρχει, όμως, έδαφος εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, όταν η παροχή δεν είναι αόριστη ή είναι φαινομενικά αόριστη.
Στις περιπτώσεις επιχειρήσεων, στις οποίες δεν ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού, που να ρυθμίζει τοις προϋποθέσεις και τα προσόντα προς προαγωγή των εργαζομένων, ούτε έχουν προσδιορισθεί οι όροι αυτοί από την εργασιακή σύμβαση, τότε η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου δεν μπορεί να ελεγχθεί από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθ. 201 και 207 ΑΚ, αφού η προαγωγή δεν τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου συμβατικά προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό ή την ατομική σύμβαση προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή, ούτε, βέβαια, υπάρχει έδαφος εφαρμογής των διατάξεων του άρθ. 371 ΑΚ, αφού, στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για αοριστία παροχής, αλλά, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, η προαγωγή του υπαλλήλου και μάλιστα με την έννοια της ανάθεσης σ' αυτόν καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχείρησης, κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, αφορά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, η άσκηση δε του δικαιώματος αυτού ελέγχεται και στην περίπτωση αυτή, εφόσον αφορά ανάθεση στον υπάλληλο καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχείρησης, μόνο εφόσον ασκείται καταχρηστικά με την παραπάνω έννοια.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της τώρα αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "ΑΣΤΗΡ ΠΑΛΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΑΞΕ" με αντικείμενο αξιώσεις του από παράνομη και καταχρηστική παράλειψη προαγωγής του στην ξενοδοχειακή της επιχείρηση κ.λπ., με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία και έχει αντικείμενο εργασιών την ενάσκηση, εκμετάλλευση και το management κάθε τουριστικής και ξενοδοχειακής επιχείρησης γενικά και κάθε συναφούς εργασίας για την ανάπτυξη και εξυπηρέτηση του Τουρισμού, την συμμετοχή της με οποιονδήποτε τρόπο σε όμοιες ή παρεμφερείς επιχειρήσεις, ως και την ενέργεια κάθε μορφής συναφών εμπορικών επιχειρήσεων με διάρκεια ως το έτος 2048, ότι ο ενάγων που είναι απόφοιτος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Ρόδου από το έτος 1973, με την από 30-11-1977 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τριετή αρχικά που ακολούθως κατέστη αόριστης διάρκειας, προσλήφθηκε από την (μη διάδικο στην δίκη) εταιρεία "ΑΣΤΗΡ Ανώνυμος Ξενοδοχειακή Εταιρεία" ως υπάλληλος με τον βαθμό του Υποδιευθυντή Συντονιστή του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της Ακτής Βουλιαγμένης που περιλάμβανε τρία ξενοδοχειακά συγκροτήματα, τα ΑΡΙΩΝ, ΝΑΥΣΙΚΑ και ΑΦΡΟΔΙΤΗ, πλαζ, εστιατόρια, CLUB HOUSE, υπό τον Συντονιστή Διευθυντή ολόκληρης της Ακτής Βουλιαγμένης, στις κύριες δε αρμοδιότητές του ήταν από 1-4-1999 τα καθήκοντα του υπευθύνου νύκτας από 23.00 έως 07.00, ότι ο συνάδελφός του στην ίδια επιχείρηση Ν.
Σ. που, έχοντας προσληφθεί το έτος 1989, απασχολείτο επίσης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος με τον βαθμό του Υποδιευθυντή του ξενοδοχειακού συγκροτήματος ΑΦΡΟΔΙΤΗ της Ακτής Βουλιαγμένης, την 1-6-1998 προήχθη στον βαθμό του Αναπληρωτή Διευθυντή του ίδιου ξενοδοχειακού συγκροτήματος, υπό τον Συντονιστή Διευθυντή ολόκληρης της Ακτής Βουλιαγμένης, στις κύριες δε αρμοδιότητές του ήταν και αυτή του υπευθύνου νύκτας κατά τις ώρες από 23.00 έως 07.00, ότι από το τέλος Δεκεμβρίου 1998 η εναγομένη ανέλαβε την επιχείρηση όλου του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της Ακτής με τα τρία ξενοδοχεία και τις άλλες εγκαταστάσεις και υπεισήλθε, ως εργοδότρια, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις ανωτέρω εργασιακές συμβάσεις, ότι ο Ν.
Σ. την 1-10-1999 προήχθη στον βαθμό του Διευθυντή του ξενοδοχειακού συγκροτήματος ΑΦΡΟΔΙΤΗ της Ακτής Βουλιαγμένης, υπό τον Συντονιστή Διευθυντή ολόκληρης της Ακτής Βουλιαγμένης, ότι ο ενάγων κατά τους ως άνω χρόνους 1-6-1998 και 1-10-1999, εξακολουθούσε ν' απασχολείται με τον βαθμό του Συντονιστή Υποδιευθυντή ολόκληρης της Ακτής Βουλιαγμένης υπό τον Συντονιστή Διευθυντή, στο σύνολο των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων στην Ακτή Βουλιαγμένης (πλαζ, εστιατόρια, Club House και στα τρία ξενοδοχειακά συγκροτήματα ΑΡΙΩΝ, ΝΑΥΣΙΚΑ και ΑΦΡΟΔΙΤΗ), ότι οι προαγωγές, βαθμολογικές και μισθολογικές, τόσο της εναγομένης όσο και της αρχικής εργοδότριας γίνονταν με απόφαση της Διοίκησης, ότι ο ενάγων κατέχει πτυχίο της Ανώτερης Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Ρόδου (τριετούς φοίτησης), φοίτησε στο Cornel University USA Διεύθυνση Ξενοδοχείων και Εστιατορίων επιπέδου Α.Ε.Ι.
και είναι κάτοχος του LA SALE EXTENSION UNIVERSITY (Διπλωματούχος Διαχειριστής Ξενοδοχείων), παρακολούθησε τα έτη 1977 έως 2008 έξι επιμορφωτικά σεμινάρια (Διοίκηση Ολικής Ποιότητας, Ειδικά θέματα Διοίκησης Μεγάλων Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων, Λειτουργία Αποτελεσματικών Ομάδων - Εργαστήρι Ηγετικών Στελεχών, Advance Management Research, Certificate of Achievement A.H.M.A., ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. - Αθήνα Εισαγωγή στην Διαφήμιση), έχει προϋπηρεσία σε ξενοδοχεία της ημεδαπής και της αλλοδαπής και γνωρίζει επαρκώς τις ξένες γλώσσες αγγλική, γαλλική και ισπανική, ότι ο Ν.
Σ. κατέχει πτυχίο Τουριστικών και Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων του Institut International de Glion, Ανωτέρας Σχολής της Ελβετίας, παρακολούθησε τα έτη 1989 έως 1998 ένα επιμορφωτικό σεμινάριο (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. Αθήνα, Επιμόρφωση Διευθυντικών Στελεχών Ξενοδοχειακών Μονάδων), έχει προϋπηρεσία σε ξενοδοχεία της ημεδαπής και της αλλοδαπής και γνωρίζει επαρκώς τρεις ξένες γλώσσες, αγγλική, γαλλική και ιταλική, ότι από την σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος και του Ν.
Σ. συνάγεται ότι ο πρώτος υπερτερεί του δευτέρου στη αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών και τα επιμορφωτικά σεμινάρια, ακόμη, όμως, και αν είναι καταφανής η υπεροχή του, για να κριθεί καταχρηστική στην περίπτωση της προαγωγής του Ν. Σ. η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης θα πρέπει ν' αποδεικνύονται περιστατικά, τα οποία, σε συνδυασμό με τους τίτλους σπουδών και τα επιμορφωτικά σεμινάρια του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους της των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, καθόσον δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης, ειδικότερα δε δεν αποδείχθηκαν περιστατικά αφορώντα την υπεροχή του ενάγοντος ως προς τις διοικητικές του ικανότητες, την ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων, την μεθοδικότητα επίλυσής τους, την ειδική κρίση και αντίληψη, το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας του, στα οποία να διακρίθηκε σε σχέση τον συγκρινόμενο με αυτόν Ν.
Σ., ούτε τις εξαιρετικές συνθήκες παράλειψής του, ενώ ακόμη και στην αγωγή του περιορίζεται στην απαρίθμηση των προσόντων και των διακρίσεών του ατομικά και όχι σε αντιπαραβολή με τον ως άνω συγκρινόμενο με αυτόν, όσα δε υποστηρίζει, ότι του συμπεριφέρθηκαν άδικα καθηλώνοντάς τον επί σειρά ετών στην θέση του υποδιευθυντή, προάγοντας υπηρεσιακά νεότερους αυτού, ως και ότι του έδωσαν ως μπόνους ποσό μικρότερο από άλλους, δεν συνιστούν εξαιρετικές συνθήκες, ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι, παρά την αρχική αποδοχή της θέσης του Υπευθύνου Νύκτας τον Απρίλιο του 1999, στην συνέχεια ο ενάγων υπαναχώρησε και άρχισε να διαμαρτύρεται, ζητώντας την αντικατάστασή του, επικαλούμενος άλλοτε λόγους υγείας και άλλοτε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, γεγονός που δημιούργησε ένταση στις σχέσεις του με την εργοδότρια, έστω, όμως, και αν τα πρόσθετα αυτά καθήκοντα επέφεραν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αυτό δεν συνάπτεται αιτιωδώς με την παράλειψη της προαγωγής που επικαλείται, αφού εξακολούθησε να κατέχει την θέση του Υποδιευθυντή σε όλο το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Αστέρα, που περιλάμβανε τα τρία προαναφερθέντα ξενοδοχεία, και δεν συνιστούν εξαιρετικές συνθήκες παράλειψής του και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα προάγοντας τον Ν.
Σ. στις θέσεις του Αναπληρωτή Διευθυντή και Διευθυντή από 1-6-1998 και 1-10-1999 αντίστοιχα, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την αχθείσα προς κρίση ενώπιον αυτού βάση της και σε σχέση με την ως άνω εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ουδόλως παραβίασεν ευθέως με την μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθ. 201, 207 και 371 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν πράγματι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του η αναιρεσίβλητη, όπως και η αρχική εργοδότρια του αναιρεσείοντος ενάγοντος, δεν είχαν Κανονισμό ή Οργανισμό Εργασίας Προσωπικού που να ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τα προς προαγωγή προσόντα των εργαζομένων, ούτε οι όροι αυτοί είχαν προσδιορισθεί από τη ατομική σύμβαση εργασίας, ενώ αντίθετα ορθά έκρινε ότι εφαρμοστέα ήταν μόνο η διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, με την προαναφερθείσα έννοια, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης 1ος, από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, 5ος από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου και 6ος από τον αριθ. 1 του παραπάνω άρθρου. Ειδικά οι 1ος και 5ος λόγοι κατά το μέρος που προσάπτουν παραβίαση των άρθ. 288 ΑΚ και 22§1 του Συντάγματος είναι αόριστοι, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων αυτών.
Επίσης, ο 5ος λόγος, καθόσον μέρος του αποδίδεται μ' αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι "παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 201, 207, 281, 288 ΑΚ και του άρθ. 22§1 του Συντάγματος με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες γιατί απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό μου και γιατί δεν δέχθηκε ως αποδειχθέντα τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό μου απ' όλα τα προς τούτο επικληθέντα και προσαχθέντα από εμένα αποδεικτικά μέσα ...", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με την επίφαση της συνδρομής του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλήττει την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της υπόθεσης (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.
αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε όσα εκτίθενται στην αγωγή του, όλα τα περιστατικά που αφορούν την καταφανή υπεροχή του έναντι όλων των αναφερομένων στην αγωγή συναδέλφων του και του Ν.
Σ.υ, ενώ εξάλλου, κατά τις περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην αγωγή του, "όπως αυτή παραδεκτά και νόμιμα συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τις πρωτόδικες και τις κατ' έφεση προτάσεις", αναφέρονται προσέτι "αμέσως, άλλως εμμέσως πλην σαφώς ... και τα ιδιαίτερα εκείνα περιστατικά που οι ως άνω αποφάσεις και η προσβαλλόμενη απόφαση απαιτούν, ήτοι διοικητικές ικανότητες, ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων, μεθοδικότητα επίλυσής τους, ειδική κρίση και αντίληψη και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας σε σχέση με όλους τους αναφερόμενους ονομαστικά στην ένδικη αγωγή...
και ειδικότερα με τον Ν. Σ. ... . Η ύπαρξη δε των ειδικών αυτών περιστατικών προκύπτει και αποδεικνύεται άμεσα από τα επικαλούμενα και νόμιμα προσαγόμενα, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, πιστοποιητικά ...". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες, ειδικότερα δε (α) αυτές που αφορούν την επίκληση καταφανούς υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι του επιλεγέντος συναδέλφου του προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι η βασιμότητα μόνον αυτών δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (β) αυτές που αφορούν την επίκληση της συνδρομής των ιδιαίτερων εκείνων περιστατικών που απαιτούνται, πλέον της καταφανούς υπεροχής (διοικητικές ικανότητες, ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων, μεθοδικότητα της επίλυσής τους κ.λπ.), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού ο ενάγων αναιρεσείων στην αγωγή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ), δεν επικαλέσθηκε την συνδρομή των ιδιαιτέρων αυτών προσόντων και περιστατικών, αλλά περιορίσθηκε στην παράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτού και του Ν.
Σ., έναντι του οποίου ισχυρίσθηκε μόνο ότι "υπερέχει καταφανώς".
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απ' αυτά δε παρέπεται ότι για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τ' αποδεικτικά μέσα να είναι χρήσιμα για την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, που επιδρά δηλ.
στο διατακτικό της απόφασης. Με τον 3ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα και τις άλλες αποδείξεις που αναφέρονται εκεί και που ο αναιρεσείων είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύεται ότι διαθέτει, εκτός από τα τυπικά προσόντα, και όλες ανεξαιρέτως τις απαιτούμενες επιπλέον ικανότητες και ουσιαστικά προσόντα και ότι υπερτερούσε καταφανώς έναντι των αναφερομένων στην αγωγή συναδέλφων του και ειδικότερα έναντι του Ν.
Σ., και διέθετε και τ' αξιούμενα από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρόσθετα προσόντα και περιστατικά. Από το περιεχόμενο, όμως, της προσβαλλομένης απόφασης σε συνδυασμό με την διαλαμβανομένη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς και οι αναφερόμενες εκεί ένορκες βεβαιώσεις, και τις αιτιολογίες της απόφασης σχετικά με τα προβαλλόμενα με τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης ζητήματα (κυρίως ως προς τα προσόντα του αναιρεσείοντος) δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης και του αποδεικτικού πορίσματός του επί των προβαλλομένων ζητημάτων έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, παρά το γεγονός μάλιστα, ότι, όπως προαναφέρθηκε, σχετικά με τις αποδείξεις της καταφανούς υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι του επιλεγέντος συναδέλφου του, αυτές προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού ο ενάγων δεν στήριξε την αγωγή του στο άρθ. 281 ΑΚ, με την ως άνω έννοια, καθόσον δεν επικαλέσθηκε την συνδρομή των απαιτουμένων επιπλέον ιδιαιτέρων προσόντων που θα καθιστούσαν καταχρηστική την παράλειψή του, ούσης ως εκ τούτου χωρίς έννομη επιρροή της επίκλησης των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν, κατά τον αναιρεσείοντα, την συνδρομή των περιστατικών αυτών, ενώ εξάλλου το δικαστήριο, ως εκ περισσού, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του τα εξαιρετικά αυτά προσόντα και ότι είχε δημιουργηθεί ένταση στις σχέσεις των διαδίκων Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ τα λοιπά αναφερόμενα σ' αυτόν είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, διότι υπό την επίφαση του λόγου αυτού πλήττεται στην πραγματικότητα η εκτίμηση της ουσίας πραγματικών περιστατικών.
IV. Από τις διατάξεις των άρθ. 670 και 671 ΚΠολΔ, εφαρμοζομένων και στην κατ' έφεση δίκη (άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση την δικαστική ομολογία (και τα δημόσια έγγραφα ως προς αυτά που έγιναν από τον συντάκτη τους ή ενώπιον αυτού, άρθ. 438 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια η διάταξη του αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει, καταρχήν, εφαρμογή στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ) ως ασυμβίβαστη με αυτήν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθ. 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία που παράγει πλήρη απόδειξη είναι μόνο εκείνη που γίνεται, γραπτά ή προφορικά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, κάθε άλλη δε ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στην συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 4ο συναφή λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του ότι στις εναγόμενες εταιρείες και δη και στην αναιρεσίβλητη γίνονταν προαγωγές του προσωπικού στους ανώτερους βαθμούς, συνάμα δε και μισθολογικές κάθε φορά αναβαθμίσεις, και διέθετε όλα τ' απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ως και τις ειδικές περιστάσεις για την κατάληψη των ανωτέρων βαθμών κ.λπ., παρά ταύτα όμως παραλείφθηκε έναντι των εκεί συναδέλφων του, επικαλέσθηκε και προσκόμισε (τόσο πρωτοδίκως όσο και) στην κατ' έφεση δίκη, μεταξύ άλλων, και τ' αναφερόμενα στην αίτησή του έγγραφα, στα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, υπάρχει ομολογία της αναιρεσίβλητης, ειδικότερα δε: (α) Το με αριθ. 1001/1998 έγγραφο της συνεναγομένης "ΑΣΤΗΡ ΑΞΕ" (β) Το με αριθ. 279/2004 έγγραφο της αναιρεσίβλητης (γ) Το από 27-8-2004 έγγραφο της αναιρεσίβλητης και τα με αριθ. 1744/1990 και 1548/1991 έγγραφα της συνεναγομένης "ΑΣΤΗΡ ΑΞΕ" (δ) Την ομολογία της αναιρεσίβλητης με τις από 8-10-2008 προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου στην μεταξύ τους ένδικη διαφορά (ε) Την δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης με τις από 2-11-2002 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στην μεταξύ τους δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (στ) Την ομολογία της αναιρεσίβλητης με το από 23-9-2004 έγγραφο του Γραφείου Γενικής Διεύθυνσης αυτής.
Από τα έγγραφα, όμως, αυτά μόνο το με στοιχ. ε' αφορά, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης με τις προτάσεις της 2-11-201 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στην μεταξύ των διαδίκων δίκη (ενώ κατά τα λοιπά εξώδικες ομολογίες), στις οποίες ομολογείται ότι "... εκουσίως και όχι δεσμευτικώς έλαβαν χώρα οι σχετικές βαθμολογικές και μισθολογικές προαγωγές των μισθωτών μας και στην προκειμένη περίπτωση ειδικώτερα του Ν.
Σ. ... και ότι ... στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να μην προήχθη ο αντίδικος, αλλά ... προήχθησαν άλλοι συνάδελφοί του ... γεγονός είναι ότι δεν υπήρξε ανάλογη μισθολογική μεταχείριση του αντιδίκου με τον Ν. Σ. ...". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς μεν τις αναφερόμενες εξώδικες ομολογίες, που προκύπτουν, κατά τον αναιρεσείοντα, από τα προσκομισθέντα έγγραφα προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Επιπλέον, τόσο ως προς τις εξώδικες αυτές ομολογίες, όσο και ως προς την ως δικαστική φερομένη ομολογία, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το φερόμενο ως ομολογηθέν περιστατικό, ότι δηλ. "στις εναγόμενες εταιρείες (μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσίβλητη) εγένοντο προαγωγές του προσωπικού στους ανώτερους βαθμούς, συνάμα δε και μισθολογικές, κάθε φορά αναβαθμίσεις", δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην δίκη, ενόψει των όσων εξετέθησαν στην πρώτη σκέψη της παρούσης και δη ότι στην εξεταζομένη υπόθεση, που αφορά προαγωγή σε θέση ευθύνης και οι προϋποθέσεις των προαγωγών δεν ρυθμίζονται από Κανονισμό ή από την ατομική σύμβαση, είναι αδιάφορο αν στην αναιρεσίβλητη "διενεργούνται προαγωγές προσωπικού στον ανώτερο βαθμό κάθε φορά και όχι απλώς τοποθετήσεις σε θέσεις ευθύνης".
Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος όποτε αυτός κρίνει αναγκαίο (χωρίς αυτό να έχει την έννοια της οικειοθελούς παροχής ελεγχομένης για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης - άρθ. 288 ΑΚ και 22§1 εδ. β' του Συντάγματος), είτε κατά την διενέργεια προαγωγών του προσωπικού, είτε με απλή τοποθέτηση, ν' αναθέτει καθήκοντα ευθύνης σε υπαλλήλους του (προϊστάμενοι τμημάτων, καταστημάτων κ.λπ.), στην προκειμένη δε περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση, η διωκομένη βαθμολογική (και η συνεπακόλουθη μισθολογική) προαγωγή σε ανώτερο βαθμό, είχε ταυτόχρονα και την έννοια της ανάθεσης συγκεκριμένων καθηκόντων ευθύνης, δηλ.
του Αναπληρωτή Διευθυντή στο ξενοδοχείο "ΑΦΡΟΔΙΤΗ" Βουλιαγμένης από 1-6-1998 και του Διευθυντή από 1-10-1999, αντί του προαχθέντος στις θέσεις αυτές Ν. Σ.. Επομένως και σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2011 αίτηση του Ν. Ρ. για αναίρεση της 10/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ