1721/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1721/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1, Π (41.3) παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι: "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Full text
Απόφαση 1721 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1721/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Κοινότητας Τυμφρηστού, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σπηλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 4-5-2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 1/10/2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 197/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμία , νομίμως εισάγεται προς συζήτηση , μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 1333/8-12-2008 θετικής γνωμοδοτήσεως του Δ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 18-10-2008,δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος αυτού (ν. 3790/2009).
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 και 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου, ως άνω, Κώδικα, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.δ/τος προϋποθέσεις, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14) ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 πρ.
Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), 10, 17 και 48 πανδ. (41.3) 3 πανδ. (41.10) και 109 πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1, Π (41.3) παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι: "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (ΟλΑΠ 75/1987).
Κατά δε το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833, που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια του εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ 31.1/18.2.1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.
ΨΗΖ/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, 18, 21 του ν.
της 21.6/3.7.1937, 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926, 60 ν. ΣΟΖ/1855 και 12 παρ. 1 ν. ΔΝΖ/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος επί βοσκοτόπων, εθΝ.ών ή μη, και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915 Τέλος, δεν απαιτείτο από τις παραπάνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή, στην περίπτωση δάσους, η επί μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ./τος "περί ιδιωτικών δασών" ούτε απαγορευόταν από το ως άνω β.δ./τος ή από άλλη διάταξη η έκτακτη χρησικτησία επί των δημοσίων κτημάτων, που είχαν περιέλθει στο ΕλληΝ.ό Δημόσιο δυνάμει των από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και την από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου (ΑΠ 546/2003 ο.π.).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα εξής περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα δασόκτημα με το όνομα "..." ή "...", που αποτελείται από δασικές εκτάσεις, βοσκοτόπους, καλλιεργούμενες γαίες και υδάτινους πόρους, εμβαδού 12.235 στρεμμάτων περίπου, κείται στην κτηματική περιφέρεια της εφεσίβλητης Κοινότητας, συνορεύει γύρωθεν ...
και εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘ στον τοπογραφικό χάρτη και διάγραμμα δασολόγου Ι. Κ., που είναι συνημμένο στην αγωγή. O Μ. Κ., από του έτους 1825 και εφεξής έως του θανάτου του (1859), κατείχε και νεμόταν το επίδικο και το συνεχόμενο με αυτό δάσος "... - ...", με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Μετά το θάνατο τούτου το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι στα τέκνα του Ε.
και Ι. Κ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρα τους, στην οποία υπεισήλθαν δι' αναμίξεως. Ειδικότερα κατέλαβαν τούτο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ήτοι με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και ασκούσαν επ' αυτού κάθε πράξη νομής, που ταιριάζει στη φύση του, δηλαδή επίβλεψη, χρήση, οριοθέτηση, εκμίσθωση κ.λ.π.
Στη συνέχεια οι ανωτέρω αδελφοί και κληρονόμοι του Μ. Κ., διένειμαν την περιουσία του πατέρα τους, δυνάμει του υπ' αριθ. 450/1859 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικειακού πρώτου Παρέδρου Σπερχειάδας Ματθαίου Δασκαλόπουλου, που αναπλήρωνε τον Ειρηνοδίκη Σπερχειάδας Ζαχαρία Παπαγιάννη, και το επίδικο περιήλθε στον Ε.
Κ., ο οποίος έκτοτε, ασκούσε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κάθε πράξη που ταιριάζει στη φύση του, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, χρήση κ.λ.π., χωρίς να ενοχληθεί από κανένα. Το έτος 1875 απεβίωσε ο ανωτέρω Ε.ς Κ. και το επίδικο περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, ήτοι στα τέκνα του Δ. Κ. και Ν. Κ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του ανωτέρω πατέρα τους, στην οποία υπεισήλθαν δι' αναμίξεως, με πράξεις δηλωτικές της βούλησής τους να νέμονται το επίδικο ως αποκλειστικοί κύριοι με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κανενός τρίτου.
Πιο συγκεκριμένα ασκούσαν κάθε πράξη νομής που ταιριάζει στη φύση του, όπως επίβλεψη, φύλαξη, οριοθέτηση, χρήση κ.λ.π., χωρίς να ενοχληθούν από κανένα. Τις ανωτέρω πράξεις νομής επί του επιδίκου, άσκησαν οι ανωτέρω αδελφοί Ν. και Δ. Κ. από του έτους 1875 και εφεξής, χωρίς διακοπή, μέχρι το θάνατό τους, που επήλθε κατά τα έτη 1913 και 1901 αντίστοιχα για τον καθένα.
Έκτοτε, από του θανάτου των ανωτέρω και εφεξής, νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, δηλαδή: 1) η σύζυγος του Δ. Κ. Ε. και η θυγατέρα αυτού Β., σύζυγος Ν. Β. και 2) τα τέκνα του Ν. Κ., δηλαδή η Ε. σύζ. Α. Κ., Ε. Κ., Ε. σύζ. Μ. Α., Λ. συζ. Κ. Ι. και Α. συζ. Ν. Ξ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία των ανωτέρω κληρονομουμένων κατά το νόμιμο ποσοστό έκαστος (κατά 75/200 η θυγατέρα του Δ.
Κ., κατά 25/200 η σύζυγος τούτου και κατά 20/200 έκαστο τέκνο του Ν. Κ.) και υπεισήλθαν σ' αυτή δι' αναμίξεως με πράξεις δηλωτικές της βούλησής τους να νέμονται το επίδικο ως αποκλειστικοί κύριοι, με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κανενός τρίτου. Ειδικότερα ασκούσαν κάθε πράξη νομής που ταιριάζει στη φύση του, όπως επίβλεψη, φύλαξη, οριοθέτηση, χρήση κ.λ.π., χωρίς να ενοχληθούν από κανένα.
Κατά το έτος 1906 απεβίωσε η σύζυγος του Δ. Κ. Ε. Κ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα της Β. σύζ. Ν.. Κ., η οποία νεμήθηκε έκτοτε το επίδικο και κατά το ποσοστό της μητέρας της, με τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα. Ακολούθως, μετά από αλληλοδιάδοχες μεταβιβάσεις, η νομή του επιδίκου περιήλθε στους: 1) Ευφροσύνη χήρα Ν..
Κ., κατά ποσοστό 40/200 εξ αδιαιρέτου κατόπιν αγοράς από τους αληθείς κυρίους Μ. Α. και Κ. Ι., δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων .../1920 και .../1920 των συμβολαιογράφων Αθηνών Δημ. Μερίκα και Δημ. Δημολούλια αντίστοιχα. Στους άνω πωλητές είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο κατά τα άνω ποσοστά ως προίκα, παρά των συζύγων τους Ε.
Ν.. Κ. και Λ. Ν.. Κ., δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ' αριθ. .../1920 και .../1920 προικοσυμβολαίων των αυτών ως άνω συμβολαιογράφων, 2) στον Ι. Β. Κ., κατά ποσοστό 20/200 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν αγοράς από την αληθή κυρία Α. Ν.. Κ., σύζυγο Ν.. Ξ., δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. .../1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Κατσανού, 3) στην Ε.
Κ., κατά ποσοστό 10/200 εξ αδιαιρέτου, παρά της αληθούς κυρίας Ε. χήρας Ν.. Κ., δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. .../1924 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Λαχανά και 4) Στους Σ. Μ., Β. σύζ. Α. Κ., Α. χήρα Β. Τ., Ε. συζ. Γ. Γ., κατά ποσοστό 10/200 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και στους Ε. χήρα Χ.
και Δ. Ι. Κ., κατά ποσοστό 5/200 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, λόγω κληρονομικής διαδοχής του κατά το έτος 1925 αποβιώσαντος αδελφού και θείου των Δ. Γ. Μ. και μετά την παραίτηση από την κληρονομία τούτου των αδελφών του Ι. Γ. Μ. και Μ. σύζ. Ν. Ρ., δυνάμει των υπ' αριθ. 14 και 33/1953 δηλώσεως προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομία, με την υπ' αριθ. .../1953 δήλωσή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστοφόρου Στοφορόπουλου και μετέγραψαν την περί αποδοχής δήλωσή τους. Το επίδικο είχε περιέλθει στον άνω κληρονομούμενο, κατά το ανωτέρω ποσοστό, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ' αριθ. .../1934 και .../1934 περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων του συμβολαιογράφου Μακρακώμης Σ.
Τσαγκάρη, ενώπιον του οποίου διενεργήθηκαν πλειστηριασμοί εις βάρος των αληθών κυρίων Ευαγγέλου Ν.. Κ. (για ποσοστό 20/200). Όλοι οι ανωτέρω νεμήθηκαν το επίδικο κατά τα ως άνω ποσοστά, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι και τις 29-9-1956, οπότε οι τελευταίοι κύριοι και νομείς αυτού, ήτοι οι: 1) Β. σύζ. Ν.. Β., 2) Ε.
σύζ. Α. Κ., 3) Ι. Β. Κ., 4) Σ. Γ. Μ., 5) Β. σύζ. Α. Κ.,) 6) Α. χήρα Β. Τ., 7) Ε. σύζ. Γ. Γ., 8) Ε. χήρα Ι. Χ. και 9) Δ. θυγ. Ι. Κ., επώλησαν τούτο στην ενάγουσα - εφεσίβλητη Κοινότητα Τυμφρηστού, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο Ιω και αριθμό ... συμβολαίου (αρ. .../29-9-1956 του συμβολαιογράφου Μακρακώμης Σεραφείμ Τσαγκάρη). Έτσι η τελευταία νεμήθηκε στη συνέχεια με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο το επίδικο, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα.
Ειδικότερα ασκούσε όλες τις πράξεις νομής που ταιριάζουν στη φύση του, όπως επίβλεψη, προστασία, εκμίσθωση σε τρίτους, οριοθέτηση, χρήση κ.λ.π., με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα κανενός τρίτου. Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου, τόσο κατά τρόπο παράγωγο, όσο και κατά τρόπο πρωτότυπο (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), δια συνυπολογισμού και της νομής των δικαιοπαρόχων της, αφού αυτή και οι τελευταίοι νεμήθηκαν το επίδικο από του έτους 1825 και εφεξής έως της αγωγής.
Σημειώνεται πως εφόσον οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας άσκησαν επί του επιδίκου τις αναφερθείσες πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, χωρίς διακοπή, επί τριάντα και πλέον έτη κατά το πριν του έτους 1915 διάστημα, απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και την κυριότητα αυτή νομίμως ήδη προβάλλει έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου η ενάγουσα Κοινότητα, αφού ως προϋπόθεση της καλής πίστης, στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται η ύπαρξη υπέρ του χρησιδεσπόζοντος η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας, κατά το άρθρο 3 παρ.
α' του από 17-11-1936 β/κού δ/τος, ούτε το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του επιδίκου. Τέλος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η άσκηση πράξεων νομής από το εναγόμενο επί του επιδίκου, ιδιαίτερα μάλιστα κατά το πριν του έτους 1915 χρονικό διάστημα και συνεπώς, η ένσταση του εναγομένου περί κυριότητας επ' αυτού πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως αυτής ως κυρίας του προαναφερόμενου επίδικου ακινήτου. Έτσι δε που έκρινε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το ουσιώδες ζήτημα της με έκτακτη χρησικτησία κτηθείσας από την αναιρεσίβλητη κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσον περί της υπάρξεως του στοιχείου της καλής πίστεως στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους αυτής (αναιρεσίβλητης), όσον και περί των καθολικών και ειδικών διαδόχων των απωτέρων δικαιοπαρόχων αυτής και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.10.2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Κοινότητας Τυμφρηστού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 197/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ