Appeal allowed when appellate court considers evidence not specifically cited in its written submissions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling it legally flawed for considering evidence not explicitly cited. The appellant argued that the lower court improperly relied on documents mentioned only generally in its submissions without specific reference to their content. The court held that such reliance constitutes a procedural error under Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and 240 of the Code of Civil Procedure; An appellate court cannot lawfully consider evidence that was not specifically and clearly cited in the parties' written submissions to the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1721 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δεν είναι νόμιμη η κατ΄ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Αριθμός 1721/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αριστείδη Λαμπρόπουλο και Πέτρο Μαρκέτο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΗΝΤΕΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Αλεξανδρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1830/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6678/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.11 εδαφ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με την εκτεθείσα διατύπωση της άνω διατάξεως, ιδρύεται αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε μόνο επίκληση όχι και προσκομιδή.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του.
Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.
ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις από 14-4-2008 προτάσεις, τις οποίες υπέβαλεν η ήδη αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν έγινε επίκληση εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης α) της υπ'αριθμ. 20438/2006 ένορκης βεβαίωσης του Ειρηνοδίκη Αθηνών, β) του από 23-6-2005 εγγράφου αναγγελίας στον Ο.Α.Ε.Δ.
οικειοθελούς αποχώρησης του αναιρεσείοντος, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις του, διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση τούτων, φράση " προσάγουμε και επικαλούμαστε τα σχετικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΣΧ. ΣΤ.)" χωρίς να εξειδικεύονται αυτά και χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στα οποία να περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω εγγράφων.
Παρά τη μη γενομένη από την αναιρεσίβλητη επίκληση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων με τις έγγραφες προτάσεις της, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς το χρόνο παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) και το ύψος της δικαιουμένης αμοιβής του, για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακη απασχόληση, υπερεργασία, αποδοχές αδείας,επιδομάτων αδείας και εορτών, ρητώς μνημονεύει και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία.
Με το να λάβει υπόψη όμως το Εφετείο τα (προσκομισθέντα) αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν έγινε επίκληση από την αναιρεσίβλητη (αλλά ούτε και τον αναιρεσείοντα ώστε να καταστούν κοινό αποδεικτικό μέσο) υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το αρθρ. 559 παρ. 11 β ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλομένη απόφαση ν' αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 6678/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ