Supreme Court dismisses appeal against enforcement judgment as prior judgment lacks res judicata effect on specific claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a second-instance court judgment regarding property enforcement. The heirs argued that the lower court's decision should have established res judicata on their inheritance claim, binding them to the enforcement proceedings. The court rejected this, ruling that the prior judgment did not definitively resolve the specific inheritance claim, meaning it lacked the necessary legal effect to bind the parties in the current enforcement action.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1263 A.C.; Art. 325 no. 1 & 2 C.P.D.; Art. 919 § 1 C.P.D.: A prior judgment does not produce res judicata effect regarding a specific claim if it did not examine the admissibility, legality, and merits of that claim, thereby failing to bind subsequent enforcement proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1721 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1721/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2, ως κληρονόμου εκ διαθήκης της αποβιωσάσης Θ1, το γένος ... και ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας κατά τη διάρκεια της δίκης Θ2, ως κληρονόμου εκ διαθήκης της αποβιώσασας Θ1, το γένος ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-1997 αγωγή της αρχικής διαδίκου Θ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/ 1998 μη οριστική, 3138/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1815/2002, 9945/2002 διορθωτική, του Εφετείου Αθηνών. Κατά των παραπάνω εφετειακών αποφάσεων ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως από τη Ν1 και από την Ψ1, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 413/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία απέρριψε την αναίρεση της Ν1 και έκανε δεκτή την αίτηση αναιρέσεως της Ψ1 και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη άσκησε τις από 13-2-2003 και 15-6-2003 ανακοπές της που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 4183/2004 του ίδιου δικαστηρίου και 4763/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-1-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προέκυψαν τα ακόλουθα :
Με την ... έκθεση αναγκαστικής κατάστασης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... κατασχέθηκε αναγκαστικά, με επίσπευση της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, ένα ακίνητο της οφειλέτριας Ν1, που βρίσκεται στο συνοικισμό ..., στην ειδικότερη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., στο Ο.Τ.....
και στην οδό ..., δηλαδή ένα οικόπεδο, εμβαδού 208,12 τετρ. μέτρων με την πάνω σ' αυτό ισόγεια οικία, εμβαδού 62,35 τετρ. μέτρων. Ακολούθως, με επίσπευση της ίδιας πιο πάνω Τράπεζας, εκτέθηκε το πιο πάνω ακίνητο σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, στις 29-4-1998, με βάση την ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Φωτεινής Ρήγα, κατακυρώθηκε δε στην ήδη αναιρεσίβλητη, υπέρ της οποίας υπερθεμάτισε ο ..., αντί πλειστηριάσματος, ύψους δρχ. 15.804.000, το οποίο και καταβλήθηκε από μέρους της στην υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Την... περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Χαϊδαρίου Μελπομένης Μπαρλαμά μετέγραψε νόμιμα η αναιρεσίβλητη-υπερθεματίστρια στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...στις 24-6-1998 και, έτσι, έγινε κύρια του ακινήτου αυτού με παράγωγο τρόπο. Το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα της οφειλέτριας Ν1 από αγορά του από την αρχική ενάγουσα Θ1, το γένος ..., με βάση το ...πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάκου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί.
Στη συνέχεια, η πωλήτρια (αρχική ενάγουσα) άσκησε κατά της αγοράστριας την από 5-2-1997 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 1070/1997) αγωγή της, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της σύμβασης πώλησης του επίδικου ακινήτου, που καταρτίστηκε με το προμνημονευόμενο πωλητήριο συμβόλαιο λόγω ουσιώδους πλάνης της ως προς το είδος και το περιεχόμενο του εν λόγω συμβολαίου, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αποδώσει τη νομή και κυριότητα του παραπάνω ακινήτου κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.
Με την 516/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος της ενάγουσας, μετά τη διεξαγωγή των οποίων εκδόθηκε η 3138/2000 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ύστερα από έφεση των Θ2, Χ1 (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) και Χ2 (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση της ενάγουσας λόγω του επισυμβάντος εν τω μεταξύ θανάτου της ως μοναδικών από διαθήκη κληρονόμων της, εκδόθηκε η 1815/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το διαπλαστικό της αίτημα, ακύρωσε δε την ένδικη πώληση, χωρίς να διαλάβει στο διατακτικό και διάταξη σχετική με το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, περί απόδοσης, δηλαδή, του επίδικου ακινήτου, μετά την ακύρωση της πώλησής του.
Οι τότε εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες, με την από 27-6-2002 αίτησή τους προς το Εφετείο Αθηνών, επικαλούμενες ότι το τελευταίο, από πρόδηλη προφανώς παραδρομή, δεν συμπεριέλαβε στο διατακτικό της αμέσως πιο πάνω απόφασής του και διάταξη περί απόδοσης του ακινήτου στις ίδιες, σύμφωνα με το δεύτερο καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα, ζήτησαν τη διόρθωση της απόφασης αυτής, με τη συμπλήρωση του διατακτικού της με τη διάταξη:"Υποχρεώνει την εναγομένηνΝ1 , καθώς και κάθε άλλον, που έλκει απ' αυτήν δικαίωμα, να αποδώσει το αναφερόμενο στο (παραπάνω υπ' αριθ. 7020/1995) ακίνητο στους κληρονόμους της αρχικής ενάγουσας (εκκαλούσες)".
Ενόψει της συζήτησης της αίτησης αυτής, η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 25-9-2009 κύρια παρέμβασή της, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι έχει ήδη γίνει κυρία του επίδικου ακινήτου, με βάση την ... περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Χαϊδαρίου Μελπομένης Μπαρλαμά, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ζήτησε, ως έχουσα έννομο συμφέρον, την απόρριψη της πιο πάνω αίτησης.
Το Εφετείο Αθηνών, με την 9945/2002 απόφασή του, μετά συνεκδίκαση της ένδικης αίτησης με την κύρια παρέμβαση την οποία, έκρινε, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, ως πρόσθετη, εφόσον, κατά τα ειδικότερα σ' αυτή ισχυρούμενα, η παρεμβαίνουσα δεν αντιποιείται ίδιο δικαίωμα, αλλά ζητεί την απόρριψη μόνο της αίτησης, απέρριψε κατ' ουσίαν την παρέμβαση, δέχθηκε την αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και προέβη στη διόρθωση της 1815/2002 απόφασής του, συμπληρώνοντας το διατακτικό της με τη διάταξη:"Υποχρεώνει την εναγομένην Ν1, καθώς και κάθε άλλον, που έλκει από αυτήν δικαίωμα, να αποδώσει το αναφερόμενον στο συμβόλαιο αυτό ακίνητο στους κληρονόμους της αρχικής ενάγουσας (εκκαλούσες)".
Μετά την έκδοση της προμνημονευόμενης απόφασης οι τότε εκκαλούσες-αιτούσες επέσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ως ειδικής διαδόχου της "εναγομένης" Ν1 προς απόδοση σ' αυτές του επίδικου ακινήτου. Έτσι, επέδωσαν σ' αυτή την από ...επιταγή προς απόδοση του εν λόγω ακινήτου κάτω από αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της 9945/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και, ακολούθως, με βάση τη ...
έκθεση αποβολής και εγκατάστασης στο επίδικο ακίνητο του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο αυτό. Κατά των αμέσως πιο πάνω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης η καθ' ης η εκτέλεση-αναιρεσίβλητη άσκησε τις ένδικες από 13-2-2003 και 15-6-2003, αντίστοιχα, ανακοπές της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την 4183/2004 απόφασή του, μετά τη συνεκδίκασή τους -ανακοπών-, τις δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες, ακυρώνοντας τις προσβαλλόμενες πράξεις της εκτέλεσης.
Ύστερα από έφεση κατά της παραπάνω απόφασης των δεύτερης και τρίτης από τις καθ' ων η ανακοπή (Χ1 και Χ2) και ήδη αναιρεσειουσών, που ασκήθηκε απ' αυτές ατομικά και ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της πρώτης καθ' ης η ανακοπή Θ2, που πέθανε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε κατ' ουσίαν την εν λόγω έφεση.
Εν τω μεταξύ η αρχική εναγόμενη, Ν1 σύζ. ...(και όχι ...)..., καθώς και η ήδη αναιρεσίβλητη (προσθέτως παρεμβαίνουσα) άσκησαν τις από 23-9-2002 και 13-3-2003, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης κατά των 1815/2002 και 9945/2002, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Με την 413/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου διατάχθηκε η συνεκδίκαση των πιο πάνω αιτήσεων αναίρεσης, απορρίφθηκαν οι ίδιες κατά το μέρος τους που στρέφονταν κατά της 1815/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για τους σ' αυτή ειδικότερα εκτιθέμενους λόγους, ως απαράδεκτες, απορρίφθηκε, επίσης, η δεύτερη αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της 9945/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αλλά μόνο ως προς την τότε αναιρεσίβλητη (υπέρ της οποίας η πρόσθετη παρέμβαση) Ν1 ως απαράδεκτη, για έλλειψη νομιμοποίησής της και, στη συνέχεια, έγινε δεκτός ως βάσιμος ο στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος και των δύο αναιρέσεων κατά το μέρος τους που στρέφεται κατά της 9945/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκασή της.
Σε σχέση, ειδικότερα, με την παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια, δέχθηκε ο Άρειος Πάγος τα ακόλουθα: " ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του αρθρ. 315 ΚΠολΔικ, που ορίζει ότι "αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της απόφασης διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του", προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η διόρθωση της απόφασης και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να περιλάβει διάταξη στο διατακτικό της απόφασης ως προς ορισμένο αίτημα του διαδίκου, με το οποίο όμως ασχολήθηκε στο αιτιολογικό της.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι, που διαδέχθηκαν την αρχική ενάγουσα Θ1 ως κληρονόμοι της, άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε, την αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την ακύρωση λόγω ουσιώδους πλάνης της συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσης πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου από εκείνη προς την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσαΝ1 και την απόδοση του πωληθέντος ακινήτου σ'αυτή κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επί της οποίας (εφέσεως) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1815/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η αντίθετη πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή μόνο ως προς το διαπλαστικό αίτημα αυτής περί ακυρώσεως της ένδικης πώλησης λόγω πλάνης χωρίς να περιλάβει στο διατακτικό της απόφασης διάταξη σχετική με το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής περί αποδόσεως του πωληθέντος ακινήτου στην ενάγουσα μετά την ακύρωση της πώλησης κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Λόγω της ελλείψεως αυτής του διατακτικού της ως άνω απόφασης οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν με αίτησή τους τη διόρθωση αυτής, διότι κατ' αυτής από προφανή παραδρομή το Εφετείο, ενώ έκρινε επί της αγωγής με το ως άνω περιεχόμενο, την οποία δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, παρέλειψε να περιλάβει διάταξη στο διατακτικό της και περί του καταψηφιστικού αιτήματος που αφορούσε την απόδοση του πωληθέντος ακινήτου.
Την αίτηση αυτή δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9945/2002 απόφασή του κρίνοντας ότι η ως άνω υπό διόρθωση απόφαση, ενώ στο αιτιολογικό της μετά από συνεκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, καταλήγει αβιάστως στο πόρισμα ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, χωρίς καμιά απολύτως διάκριση μεταξύ του διαπλαστικού αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης συμβάσεως λόγω πλάνης και του καταψηφιστικού τοιούτου για απόδοση του ακινήτου, εν τούτοις στο διατακτικό της δεν περιέχει από προφανή παραδρομή του δικαστηρίου διάταξη και για το δεύτερο αυτό αίτημα, και έτσι αυτό (διατακτικό) είναι ελλιπές, αφού δεν περιέχει όλες τις διατάξεις που προβλέφθηκαν στο σκεπτικό της απόφασης.
Από την επισκόπηση όμως της απόφασης που διορθώθηκε προκύπτει ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν ασχολήθηκε καθόλου με το καταψηφιστικό αίτημα της ως άνω αγωγής ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό αυτής, αλλά περιορίσθηκε στην έκθεση του περιεχομένου της αγωγής, περιέχουσας βέβαια και το αίτημα αυτό, χωρίς όμως να ασχοληθεί με το αίτημα αυτό, μέσω της έρευνας του παραδεκτού, του νόμιμου και του κατ' ουσία βάσιμου τούτου, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η κατά το αρθρ. 315 ΚΠολΔικ διόρθωση της απόφασης με την συμπλήρωση του διατακτικού της με νέα διάταξη αναφερόμενη στο ως άνω αίτημα.
Ενόψει αυτών η περί διορθώσεως αίτηση της ως άνω απόφασης έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη εφόσον δεν επιτρέπεται στην προκειμένη περίπτωση η διόρθωση από το αρθρ. 315 ΚΠολΔικ. Κατά συνέπεια κρίνοντας αντίθετα το Εφετείο και δεχόμενο την αίτηση αυτή υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου...".
Σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αίτηση).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς όλα τα κεφάλαιά της που πλήγηκαν με αυτή, όχι δε και ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνδέονται αρρήκτως με όσα αναφέρθηκαν, οπότε συναναιρούνται. Η απόφαση, επομένως, που αναιρέθηκε, εξομοιώνεται με άκυρη, παύει, δηλαδή, να έχει ισχύ και να παράγει έννομα αποτελέσματα, όπως δεδικασμένο, εκτελεστότητα ή τίτλο για εγγραφή υποθήκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1263 ΑΚ.
Με τα δεδομένα αυτά, μετά την αναίρεση της 9945/2002 διορθωτικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την 413/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που προμνημονεύθηκε, το διατακτικό της με αυτή διορθούμενης 1815/2002 απόφασης του ίδιου Εφετείου δεν συμπληρώθηκε με διάταξή της σχετική με το καταψηφιστικό αίτημα της ένδικης τότε από 5-2-1997 αγωγής περί απόδοσης του επίδικου ακινήτου στις τότε εκκαλούσες-αιτούσες, κληρονόμους από διαθήκη της αρχικής ενάγουσας Θ1, το γένος ....
Ενόψει δε του ότι όπως, ειδικότερα, κρίθηκε με την 413/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η διορθούμενη 1815/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν ασχολήθηκε "με την έρευνα του παραδεκτού, του νόμιμου και του κατ' ουσία βάσιμου", του πιο πάνω καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής, η αναιρεσίβλητη, ως έχουσα έννομο συμφέρον, - ειδική διάδοχος της αρχικής εναγόμενηςΝ1 και προσθέτως παρεμβαίνουσα στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η 9945/2002 απόφαση του ίδιου Εφετείου - με την από 12-1-2008 κλήση της προς το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο Αθηνών), ζήτησε τη συζήτηση της από 27-6-2002 αίτησης διόρθωσης της αμέσως πιο πάνω απόφασης, η οποία ορίστηκε στη δικάσιμό του της 3-4-2008, χωρίς να έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα σχετική οριστική απόφαση, αφού δεν προσκομίζεται τέτοια απόφαση, ούτε ,άλλωστε, γίνεται σχετική επίκλησή της από τις διάδικες.
Ύστερα απ' αυτά, η 9945/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που αναιρέθηκε, δεν αποτέλεσε εκτελεστό τίτλο, ούτε, επίσης, από την ίδια, καθώς και τη διορθούμενη με αυτή 1815/2002 απόφαση του Εφετείου αυτού παράγεται δεδικασμένο ως προς το καταψηφηστικό αίτημα της από 5-2-1997 αγωγής. Όλοι, επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 περίπτ.
α', 12, 14, 16 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι, προεχόντως, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι από τη 1815/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 9945/2002 απόφασή του, παράγεται δεδικασμένο ως προς το καταψηφιστικό αίτημα της αμέσως πιο πάνω αγωγής, που δεσμεύει και την αναιρεσίβλητη, "ως διάδικη" στη δίκη διόρθωσης της 1815/2002 απόφασης (προσθέτως παρεμβαίνουσα), αλλιώς "ως ειδική διάδοχο" της αρχικής εναγόμενης Ν1, (άρθρο 325 αριθ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.), σε βάρος της οποίας νόμιμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 § 1 του ίδιου Κώδικα, επισπεύθηκε αναγκαστική εκτέλεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2007 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 4763/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ