Appeal dismissed because the appellant failed to fully state the factual basis of the appeal as required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's final decision rejecting the appeal. The appellant argued the lower court violated substantive law by dismissing the original claim as inadmissible, but failed to comprehensively state the factual basis of the claim in the appeal petition. The court ruled that without a full exposition of the facts, the alleged legal error cannot be verified to have caused an erroneous judgment, rendering the appeal inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 502(2), 506(1), 577(3), 578 of the Civil Procedure Code; For an appeal based on a direct violation of substantive law to be admissible, the appellant must not only allege the error but also fully and clearly state the factual circumstances constituting the basis of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1721 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1721/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αδαμίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Χατζηαποστόλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24088/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2005 μη οριστική, 3071/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά, αν με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτή, σύμφωνα με τους συγκεκριμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ως παραβιασθέντες, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής (Ολ.
ΑΠ 28/1998). Διότι μόνον ενόψει της εκθέσεως των πραγματικών αυτών περιστατικών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την από 18-5-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 904, 159, 166, 369, 785, 795 και 798 ΑΚ.
Δεν αναφέρονται όμως με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της, αφού δεν εκτίθεται το περιεχόμενο της αγωγής αυτής, αλλ' αναφέρεται μόνον αποσπασματικά ότι πρόκειται για αγωγή με μοναδική βάση τον εις βάρος του ενάγοντος αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) κατά το ποσό των 28.375.000 δραχμών, ο οποίος (πλουτισμός) σχετίζεται με άκυρη, λόγω μη τηρήσεως του νομίμου τύπου, προφορική συμφωνία του με την αντίδικο περί αυτούσιας διανομής κληρονομιαίων και μη ακινήτων τους.
Ενόψει δε αυτών, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν οι αποδιδόμενες στην αναιρεσίβλητη νομικές πλημμέλειες οδήγησαν σε σφαλερό διατακτικό. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου, προβαλλόμενος προς στήριξη λόγων αναιρέσεως εκ των άρθρων 8 ή 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προταθεί, νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και όχι απλώς να γίνει μνεία της αποφάσεως και όσων προκύπτουν από αυτή, άλλως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα της εφέσεως του αναιρεσείοντος και των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, ο διάδικος αυτός δεν πρότεινε δεδικασμένο ούτε από την 6857/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, μεταξύ άλλων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η εκ του αδικήματος βάση άλλης αγωγής του, ούτε από την 62/2005 απόφαση του Εφετείου, που προηγήθηκε της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία, αφού έγινε τύποις και ουσία δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, τάχθηκαν αποδείξεις.
Απλώς ο αναιρεσείων έκανε μνεία των αποφάσεων αυτών και του περιεχομένου τους, σχετικά δε με την πρώτη από αυτές προέβαλε το παράπονο ότι δεν λήφθηκε υπόψη. Επομένως, τόσο ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου, προκύπτοντας από την 6857/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, προς στήριξη του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 16, η εκ μέρους του Εφετείου παραβίαση δεδικασμένου, προκύπτοντος από "οριστικές διατάξεις" της ως άνω προεκδοθείσας 62/2005 αποφάσεώς του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 309 ΚΠολΔ οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.
Οριστικές δε αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως και απεκδύουσες έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (Ολ. ΑΠ 230/1983). Δεν είναι οριστική και δεν δημιουργεί δεδικασμένο η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς, όπως η απόφαση που διατάσσει αποδείξεις.
Εξάλλου, η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης αλλ' αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζητήσει τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικονομικής αξιώσεως για την παροχή της προστασίας αυτής με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια δικαστικά κρίση.
Η οριστικότητα δε της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται αναφορικά με τη δικονομική αυτή αξίωση και όχι με το αίτημα του εφετηρίου εγγράφου για παραδοχή της εφέσεως (Ολ. ΑΠ 12/1989). Επομένως, η απόφαση με την οποία το Εφετείο δέχεται έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επειδή κρίνει, αντιθέτως προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή είναι νόμιμη, και ύστερα από εξαφάνιση της αποφάσεως που έχει εκκληθεί, διατάσσει αποδείξεις, δεν είναι οριστική.
Διότι με αυτήν το Εφετείο δεν εξέφερε διάγνωση επί της αγωγής ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως απεκδύοντας έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, ήτοι το αίτημα, όχι του εφετηρίου εγγράφου, αλλά το αίτημα περί αποφάνσεως του δικαστηρίου επί του αγωγικού αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας.
Έτσι, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, το εφετείο δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 309 ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως, κρίνοντας ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, να ανακαλέσει την προηγούμενη μη οριστική ως άνω απόφασή του και να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των αποδεικτικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αντιδίκου του την από΄18.5.2001 αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 24088/2002 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσε ο αναιρεσείων και επί της εφέσεώς του εκδόθηκε η 62/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, έγινε δεκτή τυπικώς και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και διατάχθηκαν αποδείξεις.
Ακολούθως, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη 3071/2005 απόφαση, κρίνοντας αντιθέτως ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, ανακάλεσε την προεκδοθείσα 62/2005 απόφασή του και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με την απόφασή του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν ανακάλεσε παρά το νόμο οριστική απόφαση και, επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 15 ΚΠολΔ, στηριζόμενος σε αντίθετη εκδοχή τρίτος λόγος του αναιρετηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.2.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3071/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποίαν ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ