Legislator Case Law & Legislation
1720/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal decision due to clerical error in court name and remands case.

Case Number 1720/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, finding it legally flawed due to a clerical error identifying the court incorrectly. The appellants argued the lower court failed to order a forensic expert opinion regarding the testator's health and capacity, but the Court rejected this as inadmissible. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1, 566 para. 1, 577 para. 1, 577 para. 3, 580 para. 3, 495 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible and the decision annulled if the lower court judgment contains a clear clerical error regarding the court's designation, necessitating remand for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
clerical error court designation remand for retrial different judges Code of Civil Procedure forensic expert opinion testator capacity

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1, 566 para. 1, 577 para. 1, 577 para. 3, 580 para. 3, 495 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1724 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1720 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1720/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη και Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Α. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., 2) Π. Α. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Φ. χήρας Β. Α., το γένος Α. και Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθίππη Μουρίκη, που ανακάλεσε την από 15-3-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και της ήδη αποβιωσάσης Α. χήρας Γ. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκε η απόφαση 72/2015 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, 59/2017 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου, και 135/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-7-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 06-07-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 135/06-04-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 10-11-2017 έφεση του αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 59/2017, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 24-02-2010 αγωγή των αναιρεσειόντων. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από την επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες επίδοση, στις 10-06-2022, σ' αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, μέχρι την κατάθεση, στις 08-07-2022, της αίτησης στη Γραμματεία του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1724 ΑΚ η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταία του βούλησης, ενώπιον του συμβολαιογράφου, παρουσία τριών μαρτύρων ή δεύτερου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1725 έως 1737 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1730 ΑΚ ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών που συμπράττουν ενώ ο διαθέτης μπορεί να υπαγορεύει από σχέδιο ή να κάνει χρήση σημειώσεων και κατά τη διάταξη του άρθρου 1732 παρ 2 εδ α ΑΚ για τη διαθήκη συντάσσεται πράξη, που πρέπει να περιέχει τη μνεία ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729 μέχρι 1731, η οποία κατ' άρθρο 1733 παρ 1 ΑΚ πρέπει να διαβαστεί στον διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν και να βεβαιωθεί σ' αυτήν ότι αυτό έγινε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 998/2021, ΑΠ 398/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο, που συνέταξε το έγγραφο, ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται από συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης, είτε ως γενόμενα από αυτόν, είτε ως γενόμενα ενώπιόν του κατά των οποίων χωρεί αναταπόδειξη μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737 ΑΚ και, ειδικότερα, εκτός των άλλων, και, σύμφωνα με το άρθρο 1724 ΑΚ, ότι ο διαθέτης δήλωσε προφορικά την τελευταία βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν (ΑΠ 458/2021, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 398/2018, ΑΠ 2247/2014).

Ειδικότερα, η δήλωση του διαθέτη πρέπει να γίνεται προφορικά, ήτοι με φωνητικό σχηματισμό λέξεων, δηλαδή ο διαθέτης πρέπει να έχει την ικανότητα να ομιλεί, και δεν μπορεί να γίνει με νεύματα ή χειρονομίες, με κλήση της κεφαλής ή μονολεκτικά (ναι, όχι) ή με άλλες εκφραστικές κινήσεις και αυτό όχι προς αποφυγή παρανοήσεων αλλά γιατί στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η ομιλία που απαιτεί ο νόμος. Ο διαθέτης που δεν μπορεί να μιλήσει εξαιτίας κάποιας ασθένειας δεν μπορεί να συντάξει δημόσια διαθήκη. Προφορική δήλωση θεωρείται ότι υπάρχει και όταν γίνεται με μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων μεταξύ συμβολαιογράφου και διαθέτη, εκφραζόμενος ο τελευταίος με φωνητικό σχηματισμό λέξεων και όχι μονολεκτικά, και ο συμβολαιογράφος πρέπει να αποδίδει, στη συνέχεια, με ακρίβεια και σαφήνεια αυτή τη βούληση του διαθέτη.

[2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 10/2023, ΑΠ 1866/2022).

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά.. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκέφαλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 110/2023, ΑΠ 405/2019). Η ανικανότητα κρίνεται κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή (ΑΠ 10/2023, ΑΠ 1552/2022, ΑΠ 558/2021).

Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 του ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής αυτού που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (ΑΠ 110/2023, ΑΠ 10/2023, ΑΠ 1866/2022).

Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής μη γενομένη (άρθρα 1718, 180 ΑΚ), και καθένας, που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη. Η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, κατά τεκμήριο υφίσταται και, συνεπώς, αυτός, που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 1745/2022).

Η καταχωρηθείσα στη δημόσια διαθήκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου για την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη, κατά το άρθρο 1719 εδ. 3 ΑΚ, αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και μπορεί να ανατραπεί με απλή απόδειξη για το αντίθετο, χωρίς προσβολή της διαθήκης για πλαστότητα. Έτσι, για το ως άνω γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει και διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος και να αναφέρει σχετικώς στη διαθήκη, αν δεν αποδεικνύεται ανταποδεικτικώς η αναλήθειά του, η ίδια η διαθήκη παρέχει πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ (ΑΠ 1552/2022, ΑΠ 1337/2015, ΑΠ 385/2014). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την ....2007, απεβίωσε στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας ο, γεννηθείς το έτος 1924, Β. Α. του Χ. και της Ε., έγγαμος εν ζωή με την, γεννηθείσα το έτος 1937, Φ.

Α., εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, με την οποία είχε τελέσει νόμιμο γάμο την ....1983, καταλείποντας ως εγγυτέρους συγγενείς του, τον αμφιθαλή αδελφό του ήτοι τον Γ. Α., πατέρα της πρώτης και της δεύτερης των εναγουσών, ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειουσών, και σύζυγο της τρίτης των εναγουσών, ήδη δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών, ο οποίος απεβίωσε την ....2008 ήτοι πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής καταλείποντας ως μόνες κληρονόμους του τις ενάγουσες, καθώς και τα τέκνα του προαποβιώσαντος, ήτοι την ....1985, αμφιθαλή αδελφού του Α.

Α., ήτοι την γεννηθείσα το έτος 1963 Ε. Α. και τον γεννηθέντα το έτος 1969 Χ. Α. Σύμφωνα δε με την με αριθμό πράξεως ... ληξιαρχική πράξη θανάτου ενώπιον της ληξιάρχου Ξυλοκάστρου, η οποία συνετάγη με βάση την από ....2007 πιστοποίηση του ιατρού Δ. Κ., ο θάνατος του ανωτέρω επήλθε εκ καρδιακής ανακοπής, εγκεφαλικού επεισοδίου και αρτηριοσκλήρυνσης.

Ο ως άνω θανών, Β. Α., αποδείχθηκε εξάλλου, ότι με την με αριθμό ....2006, συνταχθείσα στην οικία του, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ. Κ., παρουσία των μαρτύρων α. Κ. Σ. του Β. και της Φ., γεννηθέντος το έτος 1934, β. Β. Ε. του Ι. και της Ν., γεννηθέντος το έτος 1930 και γ. Κ. Κ. του Ι. και της Κ., γεννηθέντος το έτος 1967, δημόσια διαθήκη του, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να συνταχθεί αυτή και ότι δεν στερείται καμίας από τις αισθήσεις του και αφού ο συμβολαιογράφος κατέγραψε ότι βεβαιώθηκε για τη σοβαρότητα αυτής της διαθέσεώς του από τη συνομιλία τους και οι μάρτυρες ορκίστηκαν ενώπιον του και του διαθέτη ότι θα τηρήσουν μυστικές τις διατάξεις της δια-θήκης, ανέφερε επακριβώς ότι "Εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμο μου την σύζυγό μου Φ.

σύζυγο Β. Α. το γένος Α. Α. οικοκυρά κάτοικο ... στην οδό ..., σ' αυτήν να περιέλθει όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία μου που θα βρεθεί να μου ανήκει κατά την ημέρα του θανάτου μου". Στο τέλος της διαθήκης σημειώνεται ότι "Ο διαθέτης σε ερώτηση μπροστά σ' εμένα τον Συμβολαιογράφο, δήλωσε ότι γνωρίζει ανάγνωση και γραφή αλλά ότι δεν μπορεί να υπογράψει λόγω παράλυσης του δεξιού χεριού του, η δε δήλωση αυτή έλαβε χώρα μπροστά σε εμένα το Συμβολαιογράφο, σε επήκοο και των παρισταμένων μαρτύρων".

Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμόν 340/13.06.2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και η εναγομένη προέβη ακολούθως με την με αριθμό ....2007, νομίμως μεταγραφείσα την 8.1.2008, πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ. Κ. σε αποδοχή της κληρονομιάς και δη των απαριθμούμενων σε αυτήν ακινήτων.

Μετά τον θάνατο του ανωτέρω διαθέτη την ....2007 και παρ' ότι ο αδελφός του Γ. Α. δεν είχε προσβάλει την εγκυρότητα της δημόσιας αυτής διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας την 13.6.2007 κατά τα ανωτέρω, έως τον χρόνο του θανάτου του την 22.6.2008, η δεύτερη των εναγουσών προσκόμισε την από 16.4.1986 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης την 4.4.1988 μητρός των ως άνω ήτοι της Ε.

Α., η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 5904/2.11.2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η διαθέτης, η οποία είχε εγκαταστήσει κληρονόμους της, με την με αριθμό 5883/1963 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γ. Φ., νομίμως δημοσιευθείσα, τα τέκνα της μεταξύ των οποίων και τον αποβιώσαντα σύζυγο της εναγομένης, με την μεταγενέστερη εν λόγω διαθήκη της συνέστησε καταπίστευμα υπέρ των εγγονών της σε βάρος της κληρονομιάς του υιού της Β.

Α., ενέργεια η οποία είχε ως επακόλουθο η εναγομένη να στραφεί εναντίον της δεύτερης των εναγουσών και του Χ. Α. του Α. ασκώντας την με αριθμό 584/ΤΠ 584/28.11.2008 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία προσδιορίσθηκε αρχικώς να δικασθεί την 14.10.2009, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι ακύρως συστήθηκε καταπίστευμα με την από 16.4.1988 διαθήκη της ως άνω επί του περιγραφόμενου κειμένου στην θέση Βελανιδιά του δήμου Ξυλοκάστρου δενδροπεριβόλου κατά το μέρος που αυτό βάρυνε το ποσοστό της νομίμου μοίρας του αποβιώσαντος συζύγου της.

Μετά την έγερση της ως άνω αγωγής, οι κληρονόμοι του μεταποβιώσαντος Γ. Α. άσκησαν την κρινόμενη από 24.2.2010 αγωγή με την οποία ισχυρίζονται ότι η δημόσια διαθήκη είναι άκυρη καθ' ότι ο διαθέτης κατά τον χρόνο σύνταξής της δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ευρισκόμενος σε πλήρη διανοητική και ψυχική διαταραχή λόγω των παθήσεών του άλλως ότι λόγω αυτών περιοριζόταν αποφασιστικά η βούλησή του και η χρήση του λογικού του και, συνεπώς, δεν εξέφρασε με το περιεχόμενο της διαθήκης την αληθή και ελεύθερη βούλησή του και επιπλέον ότι η δημόσια διαθήκη είναι πλαστή καθ' ότι ο διαθέτης αδυνατούσε για τους ως άνω λόγους να επικοινωνεί και να ομιλεί και ως εκ τούτου αυτή συνετάγη καθ' υπαγόρευση τρίτου προσώπου, κατονομάζοντας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου παραδεκτώς και νομίμως ως πλαστογράφο τον συμβολαιογράφο Χ.

Κ. Από τα ίδια ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε κατ' αρχάς ότι την 4.6.2003, ο Β. Α. εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου και διαγνώσθηκε με αριστερή πυραμιδική συνδρομή και νοσηλεύθηκε έως 10.6.2003 οπότε εξήλθε με διάγνωση αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Την 14.6.2003 εισήχθη στο Καρδιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών και έλαβε εξιτήριο την 25.6.2003 με διάγνωση εμφύτευση μόνιμου βηματοδοτικού συστήματος και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ισχαιμικό μέσω εγκεφαλικής αρτηρίας.

Την 30.11.2003 ο ιατρός του ΙΚΑ Α. Α. δίδοντας παραπεμπτικό για παρακλινική εξέταση από το Ξυλόκαστρο με μετακίνηση μόνο με ασθενοφόρο για την Κόρινθο αναφέρει ότι ο ως άνω έπασχε από βαριά τετραπληγική συνδρομή με αφασική συνδρομή και απώλειες ορθοκυστικής από πολλαπλά εγκεφαλικά. Την 5.12.2003, ο ασθενής υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαπιστώθηκε ότι στο δεξιό εγκεφαλικό ημισφαίριο απεικονίζεται ευμεγέθης έντονα υπόπυκνη περιοχή οι χαρακτήρες της οποίας είναι συμβατοί με εκείνους του παλαιού εμφράκτου, ότι η βλάβη καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα του κροταφικού, του μετωπιαίου και του βρεγματικού λοβού, ενώ λοιπές εστιακές αλλοιώσεις δεν σημειώνονται στα εγκεφαλικά ημισφαίρια και την παρεγκεφαλίδα και το εύρος του κοιλιακού συστήματος είναι συμβατό με την ηλικία του εξετασθέντος.

Με βάση τα ανωτέρω ο ασθενής με την με αριθμό ....2004 Απόφαση του ΤΕΒΕ κρίθηκε ότι πάσχει από αδυναμία ορθοστάτησης - βάδισης με ποσοστό αναπηρίας 88% για το χρονικό διάστημα 3.12.2003 έως 31.12.2005 λόγω παραπληγίας και χορηγήθηκε σε αυτόν επίδομα ύψους 465,80 ευρώ μηνιαίως, η δε απόφαση αυτή στηρίχθηκε στη γνωμάτευση των ιατρών Α.

Α., νευρολόγου και Ν. Σ., ελεγκτή του ΟΑΕΕ, ο οποίος τον επισκέφθηκε στην κατοικία του την 28.1.2004 και εισηγήθηκε θετικά για την χορήγηση του επιδόματος καθ' ότι ο ασθενής, λόγω αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, όπως αναφέρει, αδυνατούσε να ορθοστατήσει και να βαδίσει, παρουσίαζε εκσεσημασμένες εκπτώσεις διανοητικών λειτουργιών σε βαθμό πλήρους ανικανότητας και ορθοκυστικές διαταραχές.

Έκτοτε αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω παρέμεινε στην οικία του, μετακινούνταν με τη χρήση αναπηρικού αμαξιδίου, είχε συνεχή φροντίδα από την εναγομένη με την πρόσληψη και βοηθών, τον επισκεπτόταν συχνά ο ιατρός, ειδικός γενικός παθολόγος, Δ. Κ. και έκανε φυσιοθεραπείες με τον φυσιοθεραπευτή Κ. Κ. τρεις φορές την εβδομάδα από το μέσο του έτους 2003 έως τον Φεβρουάριο του 2007.

Οι ανωτέρω, οι οποίοι είχαν συχνές επαφές με τον πάσχοντα, όπως και η μάρτυρας Β. Κ., νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου, η οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την οικογένεια της εναγομένης και ο λογιστής τους Μ. Σ. αναφέρουν ότι ο Β. Α., μετά την πάροδο σύντομου σχετικά χρονικού διαστήματος από το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συνήλθε και αντιλαμβανόταν πλήρως τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, επικοινωνούσε μαζί τους έστω και περιορισμένα και είχε συνείδηση και βούληση, την οποία εξέφραζε.

Χαρακτηριστικά σημειώνεται ότι ο μάρτυρας Ι. Α., συγγενικό πρόσωπο εξ αγχιστείας της εναγομένης, κατέθεσε ότι ο Β. Α. ψήφισε στις δημοτικές εκλογές του έτους 2006 και ότι ο τελευταίος του δήλωσε ότι επιθυμούσε να ασκήσει το καθήκον του αυτό προκειμένου να ψηφίσει συγκεκριμένο σύμβουλο και τους λόγους που τον είχε επιλέξει ενώ και ο μάρτυρας Μ.

Σ., πέραν του ότι κατέθεσε ότι ο ανωτέρω τον συνέδραμε παρέχοντάς του πληροφορίες για την σύνταξη της δήλωσης της ακίνητης περιουσίας του με στοιχεία, που εκείνος γνώριζε, βεβαίωσε ότι η σύζυγος του Β. Α. δεν παρέλειπε να του αγοράζει το περιοδικό για την αλιεία που τον ενδιέφερε και ότι όταν τον επισκεπτόταν πάντα του έθετε ερωτήσεις για το ψάρεμα, που ήταν η δραστηριότητα που ικανοποιούσε και τους δύο συνομιλητές.

Οι ενάγουσες ωστόσο, ισχυρίζονται ότι ο διαθέτης δεν είχε επαφή με το περιβάλλον ώστε να προβεί στη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης και κάλεσαν προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους αυτού ως μάρτυρες την Σ. Φ. και τον Κ. Π., οι οποίοι μεταξύ άλλων ανέφεραν ότι η εναγομένη είχε απευθυνθεί και σε άλλον συμβολαιογράφο της περιοχής του Ξυλοκάστρου για την σύνταξη δημόσιας διαθήκης πλην του ανωτέρω συντάξαντος αυτήν και συγκεκριμένα στον Χ.

Τ., ο οποίος γνώριζαν ότι είχε αρνηθεί λόγω της κατάστασης της υγείας του διαθέτη, η περίπτωση όμως αυτή, ολοσχερώς αναιρείται από την ύπαρξη του με αριθμό ....2004 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ. Τ., ο οποίος μετέβη στην κατοικία του Β. Α. και αφού βεβαίωσε σε αυτό για την ικανότητα του τελευταίου προς δικαιοπραξία, συνέταξε το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με το οποίο ο παρέχων την πληρεξουσιότητα όρισε την σύζυγό του πληρεξούσιά του ώστε να τον αντιπροσωπεύει στον ασφαλιστικό του οργανισμό ΤΕΒΕ και να εισπράττει και να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις του στην ΕΤΕ ΑΕ και στα νοσηλευτικά ιδρύματα, σε αυτό δε παρατηρείται ότι δεν υφίσταται καν σημείωση περί ανικανότητας του εντολέως να υπογράψει.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά τα ως άνω αναφερόμενα ανακύψαντα προβλήματα υγείας του διαθέτη και τις σχετικές με αυτά νοσηλείες του, ο ανωτέρω ουδόλως νοσηλεύθηκε εκ νέου και όχι μόνο δεν υπήρξε επιδείνωση της κατάστασής του αλλά επήλθε βελτίωση με την πάροδο του χρόνου και την αυξημένη φροντίδα και περιποίηση ήτοι αποδείχθηκε ότι μετά το πρώτο χρονικό διάστημα πέραν της σοβαρής και δύσκολα διαχειρίσιμης σωματικής του κατάστασης, η διανοητική του κατάσταση βελτιώθηκε και είχε συνείδηση των πραττομένων του, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι είχε υποστεί εγκεφαλικά επεισόδια καθώς και η προχωρημένη ηλικία του.

Η υγεία του επιδεινώθηκε αργότερα και δη το έτος 2007, οπότε εισήχθη στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών με κλινική εικόνα δυσφαγίας και εμπύρετης κατάστασης και νοσηλεύθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 13.2.2007 έως 26.3.2007 λόγω πνευμονίας από εισρόφηση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια επί χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, αγγειακή εγκεφαλοπάθεια και χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια και όταν εξήλθε, συνεστήθη μεν η χρήση οξυγόνου στην οικία του με συμπυκνωτή, ωστόσο, πλέον, η κατάστασή του ήταν επιβαρυμένη και μη αναστρέψιμη και την ....2007 απεβίωσε.

Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούν ότι η διανοητική και η ψυχική του κατάσταση επέτρεπε την σύνταξη της εξεταζόμενης διαθήκης, την 26.6.2006. Οι ενάγουσες μνημονεύουν μεν την ύπαρξη των πολλαπλών εγκεφαλικών επεισοδίων και της τετραπληγικής συνδρομής, νόσων που από μόνες τους, όπως και η τοποθέτηση του βηματοδότη, ουδόλως οδηγούν στο συμπέρασμα περί διανοητικής διαταραχής, επιπλέον όμως, ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσας εμφάνιζε αμνησία και αφασία, εκσεσημασμένη έκπτωση των λειτουργιών και επικαλούνται κατ' αρχάς το από 4.6.2003 σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου Κορίνθου, που αναφέρει ότι ο ασθενής διεκομίσθη με αριστερή ημιπάρεση, αφασία εκπομπής και νευρωσικό σύνδρομο, το από 31.8.2003 έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, που αναφέρει ότι ο ασθενής διεκομίσθη με ημιπάρεση και αφασία, την ως άνω από 28.1.2004 γνωμάτευση του ελεγκτή ιατρού για τη χορήγηση επιδόματος Ν.

Σ., ο οποίος αναφέρει αφασική συνδρομή και το από 7.3.2007 φύλλο νοσηλείας του ίδιου ως άνω Νοσοκομείου, στο οποίο διεκομίσθη και αναφέρει πλήρη αδυναμία συνεργασίας και επικοινωνίας με τον ασθενή και νευρωσικό σύνδρομο. Ωστόσο, τα ως άνω έγγραφα συνετάγησαν σε συγκεκριμένες κρίσιμες χρονικές στιγμές ιδίως της εισόδου του στα νοσηλευτικά ιδρύματα ήτοι κατά τα χρονικά σημεία εμφάνισης των έντονων συμπτωμάτων των παθήσεών του, κατά τα οποία υφίστατο κίνδυνος για τη ζωή του και επομένως, όσα αναγράφονται παρέχουν και απεικονίζουν μία γενική και αρχική εκτίμηση της κατάστασής του ώστε να επισπευσθεί η νοσηλεία του και να αντιμετωπισθούν άμεσα οι εκδηλώσεις των νόσων, λαμβάνοντας για τον σχηματισμό της και στοιχεία από την συνοδό αυτού σύζυγό του, η οποία είχε τη δυνατότητα να περιγράφει την κατάσταση του ασθενούς, αυτά δε ουδόλως αναφέρονται και περιγράφουν την κατάσταση της υγείας του τα επόμενα έτη ήτοι μεταξύ των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και του θανάτου του.

Ο ίδιος άλλωστε ο ιατρός νευρολόγος - ψυχίατρος Α. Α. στο από 9.1.2019 έγγραφό του ενώ κατ' αρχάς αναφέρει ότι η διάγνωση της αφασίας και της διανοητικής έκπτωσης είναι αντικείμενο αποκλειστικά της νευρολογίας - ψυχιατρικής και ότι η διάγνωση τίθεται βάσει ειδικών κλινικών διαδικασιών και δεν άπτεται της γενικής ιατρικής, δέχεται ότι η αφασική συνδρομή επιβεβαιώθηκε στην προκειμένη και από τη διάγνωση του ιατρού Ν.

Σ., Προέδρου της Υγειονομικής Επιτροπής, ωστόσο, ο εν λόγω ιατρός ούτε αυτής της ειδικότητας είναι ούτε υπέβαλε τον ασθενή σε ειδικές εξετάσεις ώστε να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Επιπλέον οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες επικαλούνται την κατάθεση της μάρτυρας Σ. Φ., βοηθού της πρώτης των εναγουσών - εκκαλουσών για πολλά έτη και κατοίκου ..., ωστόσο, η συγκεκριμένη, όπως η ίδια αναφέρει, κατά τα ταξίδια τους στην περιοχή, επισκεπτόταν τον θανόντα και την σύζυγό του βραδινές ώρες ή μεσημεριανές ώρες, δηλαδή σε χρόνους, που είναι προφανές ότι ο θανών ευρισκόταν συνήθως στην κλίνη του και όχι στο αναπηρικό αμαξίδιο, εμφανίζει δε την εικόνα ενός ατόμου, το οποίο έχρηζε ειδικής περιποίησης κατά την σίτισή του, το οποίο επίσης είναι προφανές ενώ αναφέρει ότι αδυνατούσε να μιλήσει δεχόμενη ωστόσο και η ίδια ότι μπορεί και να έβγαζε κραυγές και χωρίς να καταθέτει ότι διαπίστωσε ότι δεν κατανοούσε την κατάστασή του, τα όσα ελάμβαναν χώρα ενώπιον του και ότι δεν είχε επαφή με το περιβάλλον.

Οι έτεροι δε εξάλλου, καταθέσαντες μάρτυρες στο πλαίσιο της εκδίκασης της έφεσης, με επιμέλεια των εκκαλουσών, γείτονες και απλοί γνωστοί του αποβιώσαντος, έδωσαν την εικόνα του κατά την χρονική περίοδο που μετακινούνταν με το αναπηρικό αμαξίδιο, η οποία προφανώς είναι αυτή ενός τετραπληγικού ατόμου και δήλωσαν ότι υπήρχε αδυναμία επικοινωνίας με αυτόν εκτός άναρθρων κραυγών.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι δεν είναι άτομα του στενού φιλικού ή συγγενικού περιβάλλοντος του ούτε οι συνομιλίες τους με τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο και οι εκτιμήσεις του τελευταίου συνιστούν ασφαλές κριτήριο για τον σχηματισμό γνώμης σχετικά με την διανοητική του κατάσταση και είναι προφανές ότι δεδομένης της κατάστασης της υγείας του, δεν ήταν εύκολο ούτε κοινωνικά θεμιτό να προσεγγίζει κάποιος έναν τετραπληγικό ασθενή κατά την έξοδό του, ο οποίος κατανοώντας ο ίδιος την κατάστασή του, θα απέφευγε τις κοινωνικές επαφές και την τυχαία επικοινωνία μαζί του σε αντίθεση με την θέλησή του για επικοινωνία με τους οικείους του και τους ανθρώπους που εμπιστευόταν, οι οποίοι γνώριζαν και καταλάβαιναν την κατανόησή του για τα πράγματα, τις αντιδράσεις του και τις επιθυμίες του, παρά φυσικά την κάποια ελαφρά έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών και της ικανότητάς του για ομιλία.

Από τα ανωτέρω συνάγεται με βεβαιότητα ότι ο διαθέτης κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης είχε συνείδηση των πραττομένων, ήταν σε καλή διανοητική και ψυχολογική κατάσταση και συνομιλούσε με τους οικείους του και τους ανθρώπους που πραγματικά ενδιαφέρονταν γι' αυτόν χωρίς να παραγνωρίζονται κάποιες δυσχέρειες κατά την έκφραση και διατύπωση των σκέψεών του, οι οποίες δεν αναιρούν την ικανότητά του να ομιλήσει έστω σύντομα και περιεκτικά ή για ζητήματα αναγκαία για την διαβίωσή του ή για την ρύθμιση των περιουσιακών του στοιχείων μετά τον θάνατό του, ως εκ τούτου, εφ' όσον αποδείχθηκαν τα ανωτέρω, η δημόσια διαθήκη, για την οποία τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις, ουδόλως είναι πλαστή και ουδόλως αποδείχθηκε ότι έγινε με υπόδειξη τρίτου προσώπου με πλαστογράφο τον συμβολαιογράφο, για τον οποίο σημειώνεται ότι, παρ' ότι δεν είναι απαραίτητο, ωστόσο οι ενάγουσες ουδόλως προέκυψε ότι κατέθεσαν έγκληση εναντίον του.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντας άλλου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απορριπτομένου και του αιτήματος περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την έκταση της βλάβης, την επίπτωση των προβλημάτων υγείας στη δικαιοπρακτική ικανότητα του διαθέτη και τη διατύπωση γνώμης ως προς το αναστρέψιμο ή μη της κατάστασής του ιδίως τα έτη 2005 - 2006 δεδομένου πέραν των ιατρικών φακέλων του διαθέτη, που προσκομίσθηκαν, οι εκκαλούσες προσκόμισαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους και την από 18.1.2020 ιατροδικαστική και νευρολογική γνωμοδότηση των ιατρών Σ.

Τ. και Ι. Μ., οι οποίοι έλαβαν υπ' όψιν όλα τα δεδομένα και διατύπωσαν τη γνώμη τους...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή. Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι, την 30-03-2007, απεβίωσε, με αιτία θανάτου καρδιακή ανακοπή, εγκεφαλικό επεισόδιο και αρτηριοσκλήρυνση, στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας ο, γεννηθείς το έτος 1924, Β.

Α. του Χ. και της Ε., έγγαμος εν ζωή με την, γεννηθείσα το έτος 1937, Φ. Α., αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, με την οποία είχε τελέσει νόμιμο γάμο την 28-02-1983, καταλείποντας ως εγγυτέρους συγγενείς του, την αναιρεσίβλητη σύζυγό του, τα τέκνα του προαποβιώσαντος, στις 19-05-1985, αμφιθαλούς αδελφού του Α. Α. (την γεννηθείσα το έτος 1963 Ε.

Α. και τον γεννηθέντα το έτος 1969 Χ. Α.), καθώς και τον αμφιθαλή αδελφό του Γ. Α., πατέρα της πρώτης και της δεύτερης των εναγουσών - αναιρεσειουσών και σύζυγο της τρίτης των εναγουσών - δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών, ο οποίος απεβίωσε την 22-06-2008, ήτοι πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καταλείποντας ως μόνες κληρονόμους του τις ενάγουσες. 2) Ότι ο θανών είχε προβλήματα υγείας [στις 04-06-2003 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου, με διάγνωση αριστερή πυραμιδική συνδρομή, εξήλθε, στις 10.6.2003, με διάγνωση αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, εισήλθε, στις 14-06-2003, στο Καρδιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών και εξήλθε, στις 25-06-2003, με διάγνωση εμφύτευση μόνιμου βηματοδοτικού συστήματος και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ισχαιμικό μέσω εγκεφαλικής αρτηρίας, την 30-11-2003, με παραπεμπτικό (αναφοράς βαριάς τετραπληγικής συνδρομής με αφασική συνδρομή και απώλειες ορθοκυστικής από πολλαπλά εγκεφαλικά) για παρακλινική εξέταση, έχρηζε μετακίνησης στην Κόρινθο μόνο με ασθενοφόρο, στις 05-12-2003, μετά διενέργεια αξονικής τομογραφία εγκεφάλου, διαπιστώθηκε ότι στο δεξιό εγκεφαλικό ημισφαίριο απεικονίζεται ευμεγέθης έντονα υπόπυκνη περιοχή οι χαρακτήρες της οποίας είναι συμβατοί με εκείνους του παλαιού εμφράκτου, με βλάβη που καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα του κροταφικού, του μετωπιαίου και του βρεγματικού λοβού, ενώ λοιπές εστιακές αλλοιώσεις δεν σημειώνονται στα εγκεφαλικά ημισφαίρια και την παρεγκεφαλίδα και το εύρος του κοιλιακού συστήματος είναι συμβατό με την ηλικία του εξετασθέντος, με την απόφαση 2062/11-03-2004 ΤΕΒΕ κρίθηκε ότι πάσχει από αδυναμία ορθοστάτησης - βάδισης, με ποσοστό αναπηρίας 88%, για το χρονικό διάστημα 3.12.2003 έως 31.12.2005, λόγω παραπληγίας, και χορηγήθηκε επίδομα (κατόπιν ιατρικής γνωμάτευσης), λόγω αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, με παρουσίαση εκσεσημασμένων εκπτώσεων διανοητικών λειτουργιών σε βαθμό πλήρους ανικανότητας και ορθοκυστικές διαταραχές), και έκτοτε μετακινείτο με χρήση αναπηρικού αμαξιδίου, με συνεχή φροντίδα από την αναιρεσίβλητη, ιατρική παρακολούθηση και φυσιοθεραπείες, με τον φυσιοθεραπευτή Κ.

Κ., τρεις φορές την εβδομάδα, από το μέσο 2003 έως Φεβρουάριο 2007]. 3) Ότι ο θανών μετά την πάροδο σύντομου σχετικά χρονικού διαστήματος από το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συνήλθε και αντιλαμ-βανόταν πλήρως τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, επικοινωνούσε μαζί τους έστω και περιορισμένα και είχε συνείδηση και βούληση, την οποία εξέφραζε, η διανοητική του κατάσταση βελτιώθηκε και είχε συνείδηση των πραττομένων του, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι είχε υποστεί εγκεφαλικά επεισόδια καθώς και η προχωρημένη ηλικία του, είχε θέληση για επικοινωνία με τους οικείους του και τους ανθρώπους που εμπιστευόταν, οι οποίοι γνώριζαν και καταλάβαιναν την κατανόησή του για τα πράγματα, τις αντιδράσεις του και τις επιθυμίες του, παρά την κάποια ελαφρά έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών και της ικανότητάς του για ομιλία. 3) Ότι ο Β.

Α. κατέλειπε την δημοσιευθείσα, με το υπ' αριθμόν 340/13.06.2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με αριθμό 2872/26-06-2006, συνταχθείσα στην οικία του θανόντος, ενώπιον του συμβ/φου Ξυλοκάστρου Χ. Κ., παρουσία των μαρτύρων α. Κ. Σ. του Β. και της Φ., γεννηθέντος το έτος 1934, β. Β. Ε. του Ι. και της Ν., γεννηθέντος το έτος 1930 και γ.

Κ. Κ. του Ι. και της Κ., γεννηθέντος το έτος 1967, δημόσια διαθήκη, με την οποία δήλωσε ότι επιθυμεί να συνταχθεί αυτή, ότι δεν στερείται καμίας από τις αισθήσεις του και αφού ο συμβολαιογράφος κατέγραψε ότι βεβαιώθηκε για τη σοβαρότητα αυτής της διάθεσής του από τη συνομιλία τους ανέφερε επακριβώς ότι "Εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμο μου την σύζυγό μου Φ.

σύζυγο Β. Α. το γένος Α. Α. οικοκυρά κάτοικο ... στην οδό ..., σ' αυτήν να περιέλθει όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία μου που θα βρεθεί να μου ανήκει κατά την ημέρα του θανάτου μου". 5) Η υγεία του θανόντος επιδεινώθηκε αργότερα το έτος 2007, νοσηλεύθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, το διάστημα από 13-02-2007 έως 26-03-2007, λόγω πνευμονίας από εισρόφηση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αγγειακή εγκεφαλοπάθεια και χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, εξήλθε σε κατάσταση επιβαρυμένη και μη αναστρέψιμη, και την 30-03-2007 απεβίωσε. 6) Ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (26-06-2006) α) είχε συνείδηση των πραττομένων, ήταν σε καλή διανοητική και ψυχολογική κατάσταση, που δεν περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και β) διατύπωσε με προφορική ομιλία του στον συντάξαντα τη διαθήκη συμβολαιογράφο (ενώπιον των ανωτέρω μαρτύρων), την παραπάνω βούληση εγκατάστασης στην κινητή και ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του την ανωτέρω κληρονόμο του - αναιρεσίβλητη - εναγόμενη. [2] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα α) της διανοητικής και πνευματικής ικανότητας του διαθέτη να συντάξει την ένδικη δημόσια διαθήκη και β) της τήρησης της προϋπόθεσης προφορικής διατύπωσης από τον διαθέτη της ως άνω διαθήκης του στον συντάξαντα συμβ/φο (ενώπιον των ανωτέρω μαρτύρων), παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1719, 1724, 1730 ΑΚ, και 70 ΚΠολΔ, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, Α.

με ενδοιαστικές αιτιολογίες διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο θανών μετά την πάροδο σύντομου σχετικά χρονικού διαστήματος από το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συνήλθε και αντιλαμβανόταν πλήρως τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, επικοινωνούσε μαζί τους έστω και περιορισμένα και είχε συνείδηση και βούληση, την οποία εξέφραζε, η διανοητική του κατάσταση βελτιώθηκε και είχε συνείδηση των πραττομένων του, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι είχε υποστεί εγκεφαλικά επεισόδια καθώς και η προχωρημένη ηλικία του, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο θανών είχε θέληση για επικοινωνία με τους οικείους του και τους ανθρώπους που εμπιστευόταν, οι οποίοι γνώριζαν και καταλάβαιναν την κατανόησή του για τα πράγματα, τις αντιδράσεις του και τις επιθυμίες του, παρά την κάποια ελαφρά έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών και της ικανότητάς του για ομιλία, Β.

με ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο θανών διατύπωσε τη βούλησή του για τη σύνταξη της διαθήκης με ομιλία του, δηλαδή με φωνητικό σχηματισμό λέξεων, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο θανών είχε θέληση για επικοινωνία με τους οικείους του και τους ανθρώπους που εμπιστευόταν, οι οποίοι γνώριζαν και καταλάβαιναν την κατανόησή του για τα πράγματα, τις αντιδράσεις του και τις επιθυμίες του, παρά την κάποια ελαφρά έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών και της ικανότητάς του για ομιλία, με αποτέλεσμα να υφίστανται αμφιβολίες αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης, είχε ή όχι συνείδηση των πραττομένων ή μειώθηκε σημαντικά ή όχι η ικανότητα του διαθέτη για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, ή αν παρήγαγε ή όχι προφορικό λόγο, και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Πιο συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία της δυνατότητας του διαθέτη για επικοινωνία και έκφραση της βούλησής του μόνο περιορισμένα και μόνο με τους οικείους του, ήτοι με ανθρώπους που εμπιστεύονται και οι οποίοι αντιλαμβάνονται τις αντιδράσεις του, χωρίς να αιτιολογείται αξαιτίας των παραδοχών αυτών, αν τη δυνατότητα αυτή είχε ο ίδιος και κατά τη σύνταξη της διαθήκης του ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου, ούτε είχε ή όχι τη δυνατότητα να εκφράσει τη βούλησή του με προφορικό λόγο, ήτοι τη δυνατότητα ομιλίας, υπό την προαναφερόμενη έννοια.

Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, είναι βάσιμος. [4] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 50/2020). "Πράγματα" αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 248/2023, ΑΠ 732/2022).

Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ήτοι τα συγκροτούντα τον ισχυρισμό ή λόγο έφεσης πραγματικά περιστατικά και ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 47/2022, ΑΠ 1544/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τέσσερις (4) λόγους έφεσης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των τεσσάρων λόγων έφεσης και ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.

[5] Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτοτελές αίτημα που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, δηλαδή στο αίτημα ή στη βάση αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου, και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, ενώ οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον παρόντα λόγο μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 709/2008).

Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος, χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε. Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, και οι υπάρχουσες αποδείξεις δεν είναι επαρκείς προς τούτο, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Έτσι, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, χωρίς παραδοχές ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1897/2022, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1525/2022), ούτε τον από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, αφού η σχετική αίτηση, δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, έστω και αν αποτέλεσε λόγο έφεσης (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 119/2016), ούτε τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με επίκληση ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε το σχετικό αίτημα του διαδίκου, διότι οι διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 31/2011, ΑΠ 1089/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτησή του περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για την έκταση της βλάβης, την επίπτωση των προβλημάτων υγείας στη δικαιοπρακτική ικανότητα του διαθέτη και τη διατύπωση γνώμης ως προς το μη αναστρέψιμο ή μη της κατάστασής του, ιδίως το έτος 2006, παραλείποντας να δεχθεί ότι χρειάζονται τέτοιες ιδιάζουσες γνώσεις, ήτοι απέρριψε το σχετικό αίτημα χωρίς αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Και, τούτο διότι δεν ιδρύει τον από τον αρ. 9 και ούτε των αρ. 8β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης, διότι, αντίστοιχα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν αποτελεί "αίτηση", αφού γίνεται επίκληση, στο αναιρετήριο, ότι δεν υπάρχει η προαναφερθείσα παραδοχή, ήτοι ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ούτε "πράγμα", κατά την έννοια της αντιστοιχούσας αναιρετικής πλημμέλειας, ούτε οι διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ αποτελούν κανόνα ουσιαστικού δικαίου η παράβαση του οποίου μόνο ιδρύει την αντίστοιχη πλημμέλεια του αρ. 19.

IV. Κατόπιν αυτών, δεκτού γενόμενου του παραπάνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελείς τους μη εξετασθέντες λοιπούς λόγους αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, στην οποία από προφανή παραδρομή αναφέρεται στα εσωτερικά φύλλα αυτής ως απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου αντί του ορθού Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς απ' αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να αποδοθεί στις αναιρεσείουσες το προακαταβληθέν απ' αυτήν παράβολο, λόγω της νίκης της (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 135/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ