Legislator Case Law & Legislation
1720/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment, remands case for retrial with new judges.

Case Number 1720/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding one defendant but allowed it against two banks, ordering a retrial before different judges. The appellants argued that sworn affidavits submitted to the lower court were ignored, violating procedural rights. The court found this error fundamental and necessary to correct, while rejecting the request to postpone the hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 580 of the Code of Civil Procedure: When a party fails to participate properly, the court examines the case sua sponte; if the omission prevents a fair trial due to ignored evidence, the judgment must be annulled and the case remanded for retrial before a different collegium.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure annulment of judgment remand for retrial sworn affidavits different judges procedural omission costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 item b of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1720 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1720/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Τ. του Σ., 2) Α. Τ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σέργιο Μαναράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφελή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μενέλαο Τζέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/8/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 206/2017). Εάν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν αποδεικνύεται ότι ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση κλήθηκε από τον εμφανισθέντα αντίδικό του νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί, κατά τη συζήτηση της αίτησης, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1143/2014).

Τέλος, κατά το εδ.β' της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 03.08.2020 και με αριθ. κατάθ.ΑΝΡ10/04.08.2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 23/29.08.2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή μεν τυπικά την έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως προς όλους τους εφεσίβλητους-εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 7/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους αποζημίωσης, ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλ' απέρριψε αυτήν (έφεση) ως προς την τρίτη εφεσίβλητη και ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ενώ την δέχτηκε κατ' ουσίαν ως προς τους πρώτη και δεύτερο των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τους διαδίκους αυτούς, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτήν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο της 14ης Μαρτίου 2022, μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 21ης Φεβρουαρίου 2022, κατά την οποία δεν παρέστη ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Γ. Π. του Ι. (βλ. αντίγραφο πινακίου της δικασίμου της 21.02.2022), εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους μόνο οι αναιρεσείοντες και οι πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ ο ως άνω δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, απλός ομόδικος της πρώτης και τρίτης, επίσης, δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου της προαναφερομένης, μετ' αναβολή, δικασίμου.

Επομένως, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή σκέψεις, εκ της ερημοδικίας του εν λόγω αναιρεσιβλήτου, τίθεται ζήτημα αυτεπάγγελτης έρευνας του ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Από τα έγγραφα, όμως, του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, και δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε οι παριστάμενοι στη συζήτηση διάδικοι επικαλούνται, ότι ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος κλήθηκε από κάποιον από αυτούς νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, είτε κατά την ως άνω αρχική ορισθείσα.

Επίσης, δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης από κάποιον από τους διαδίκους προς τον αντίδικό του, αλλ' ούτε το επιδοθέν αντίγραφο αυτής, με την, κατά το άρθρο 139 παρ.3 ΚΠολΔ, σημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή. Επομένως, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα, να κηρυχθεί, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Γ.

Π. του Ι.. Εφόσον δε μεταξύ των ανωτέρω παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων και του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίον η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, συντρέχει απλή και όχι αναγκαία ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους πρώτη και τρίτη και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που τους αφορά.

Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552,553, 556,558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ)και είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της(άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν.4354/2015, με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.",, ενεργούσα εν προκειμένω δυνάμει, αρχικά της από 16.03.2021, και στη συνέχεια της από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, επ' ονόματι και για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, που εδρεύει στο Δουβλίνο της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL FINANCE DESIGNATED ΑCTIVITY COMPANY", και έχει ήδη καταστεί ειδική διάδοχος της τρίτης αναιρεσίβλητης ημεδαπής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14.12.2021 (αριθμ.

εκθ. καταθ. ΠΠ 48/2021) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ως άνω τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον, ενόψει του ότι ενεργεί επ' ονόματι και για λογαριασμό της ως άνω ειδικής διαδόχου της αλλοδαπής εταιρείας για τη διαχείριση των επίδικων απαιτήσεων της τελευταίας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Από το σύνολο των με επίκληση προσκομισθέντων από την προσθέτως παρεμβαίνουσα εγγράφων, αποδεικνύεται ότι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δυνάμει, εν τέλει, της από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, που είχαν ήδη μεταβιβαστεί από την ως άνω αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SUNRISE I NPL FINANCE DESIGNATED ΑCTIVITY COMPANY", καταρτίστηκε μεταξύ της τελευταίας ως άνω αλλοδαπής εταιρείας και της εν λόγω προσθέτως παρεμβαίνουσας σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθμ.

πρωτ. 290/29.07.2021, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με την σχετική πράξη καταχώρισης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του Ν.3156/2003, στον τόμο 12 και αριθμ. 280, και με την οποία σύμβαση η παρεμβαίνουσα εταιρεία ανέλαβε, κατ' άρθρο 10 παρ.14 του ίδιου εν λόγω Ν.3156/2003, την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιουμένων απαιτήσεων της τελευταίας ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι απορρέουσες εκ της επίδικης υπ' αριθμό ΑΛ_ .../...2008 σύμβασης πίστωσης δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού εκ του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., που είχε καταρτιστεί στην … στις ... 2008 ανάμεσα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζική εταιρεία που εδρεύει στην Λευκωσία της Κύπρου με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", της οποίας στη συνέχεια ειδική διάδοχος κατέστη η τρίτη αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", του πρώτου αναιρεσείοντος Η.

Τ., ως πιστούχου, και του δεύτερου αναιρεσείοντος Α. Τ., ως εγγυητή.

Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ενεργούσα ως διαχειρίστρια των επίδικων απαιτήσεων, της τελευταίας ειδικής διαδόχου(αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SUNRISE I NPL FINANCE DESIGNATED ΑCTIVITY COMPANY"), της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", τα δικαιώματα της οποίας υπερασπίζεται και τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της τελευταίας ως άνω αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί καταλαμβάνει και την αλλοδαπή ειδική διάδοχο, ως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την επίδικη έννομη σχέση, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1105/2015).

Περαιτέρω, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται για πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1461/2013). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση, που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντίδικου ή παράσταση αυτού, κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσκόμισής της στο Δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε (ΑΠ 1690/2010).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαραδέκτως, όπως λ.χ.

εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, όρκος) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.

αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Έτσι, ένορκες βεβαιώσεις που έχουν δοθεί στον πρώτο βαθμό ή προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκπρόθεσμα, νόμιμα, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη, αν, με νόμιμη επίκληση, προσκομιστούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 284/2018,ΑΠ 1621/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο διότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής τους, απαραδέκτως, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων μαρτύρων τους απόδειξης Φ.

Δ., Ι. Γ. και Τ. Π., οι οποίες καταχωρήθηκαν στη με αριθμό .../...2016 πράξη της συμβολαιογράφου Καστοριάς Αναστασίας Πλυτά Παπακώστα, και οι οποίες λήφθηκαν μετά προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη, προ δύο εργάσιμων ημερών, κατ' άρθρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ, κλήτευση των αντιδίκων τους αναιρεσιβλήτων, να παραστούν κατά τη λήψη τους.

Ότι τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσής τους μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αυτές είχαν ληφθεί νομίμως και προσκομισθεί από αυτούς και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκπροθέσμως μεν, ήτοι μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμίας προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, πλην όμως εντός της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης, προς ανταπόδειξη του αρνητικού ισχυρισμού των αντιδίκων τους ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ούτε σ' αυτούς, αλλ' ούτε σε κάποιον άλλο πελάτη της είχε παράσχει δια του διευθυντή του καταστήματός της … και προστηθέντος υπαλλήλου της Γ.

Π., επενδυτική συμβουλή για την αγορά των επίδικων ΜΑΕΚ, πλην όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό τον αντίθετο ισχυρισμό των τότε εφεσιβλήτων -εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, επειδή το περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών δεν αφορούσε σε αντίκρουση ισχυρισμού που να περιείχετο στις προτάσεις των τελευταίων.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, οι νομίμως ληφθείσες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, σε κάθε περίπτωση, έστω και αν απαραδέκτως, ήτοι εκπροθέσμως, είχαν προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά προσκομίστηκαν στο Εφετείο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, ενώπιον του οποίου επιτρέπονται νέα αποδεικτικά μέσα, τέτοια δε είναι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων προσκομίσθηκαν μεν εκπροθέσμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πλην όμως αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, με τις οποίες, νομίμως, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους προταθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς τους και τα επικληθέντα πρωτοδίκως αποδεικτικά μέσα, και, επομένως, έπρεπε αυτές να ληφθούν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, ο παραπάνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των πιο πάνω ένορκων βεβαιώσεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ.β' ΚΠολΔ, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς, που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι παρασταθέντες αναιρεσίβλητοι και η αυτοτελώς υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσα, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 106,176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 03.08.2020 και με αριθ. κατάθ. ΑΝΡ 10/04.08.2020 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Γ. Π. του Ι..

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τις πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", αντίστοιχα. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την ως άνω από 03.08.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και την από 09.12.2021 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". ΑΝΑΙΡΕΙ την 23/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς τις πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.".

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ