Supreme Court dismisses appeal on merger of sentences as inadmissible due to vague grounds and lack of res judicata violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against a first-instance judgment merging multiple criminal sentences. The appellant argued for a violation of res judicata regarding a prior final decision, but the court found this claim vague and unsupported by specific facts. Consequently, the appeal was declared inadmissible under procedural rules, and the appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510, 551, 583 of the Code of Criminal Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague and fail to demonstrate a violation of res judicata when the lower court did not rule on the contested prior decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1720 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1720/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ι. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Αικατερίνη Μαρτιοπούλου, η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 239/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 562/20.3.2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.4.2018 και υπ' αριθμ. 36/5.4.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1008/2018.
Αφού άκουσε Την ορισθείσα πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 05-04-2018 αίτηση αναίρεσης (ασκηθείσα δια δηλώσεως ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ... και για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου 36/05-04-2018 έκθεση) του Γ. Ι. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 562/20-03-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία συγχωνεύθηκαν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα με την υπ' αριθμ. 784/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθμ. 65/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) και η οποία (αναίρεση) ασκήθηκε προ της καταχώρισης της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο κατ' άρθρα 473 παρ. 3 ΚΠΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 551: "1. Αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή. 2. Αν στις καταδίκες που απαγγέλθηκαν η κατά την επόμενη παράγραφο ποινή βάσης επιβλήθηκε από το τριμελές ή μονομελές πλημμελειοδικείο, αρμόδιο για να καθορίσει τη συνολική ποινή που πρέπει να εκτιθεί είναι το μονομελές πλημμελειοδικείο.
Αν οι καταδίκες απαγγέλθηκαν από το πταισματοδικείο, αρμόδιο για τον καθορισμό της συνολικής ποινής είναι το δικαστήριο αυτό. Σε κάθε άλλη περίπτωση αρμόδιο για τον καθορισμό της συνολικής ποινής είναι το Μονομελές Εφετείο. 3. Για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, ως ποινή βάσης λαμβάνεται υπ' όψη η βαρύτερη από αυτές, σε περίπτωση δε ίσης διάρκειας αυτών λαμβάνεται υπ' όψη η νεώτερη απόφαση.
Αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμοδιότητας λαμβάνεται υπ' όψη και η απόφαση που έχει καθορίσει συνολική ποινή. 4.
Η αίτηση για καθορισμό συνολικής ποινής υποβάλλεται στον αρμόδιο εισαγγελέα αυτοπροσώπως ή από συνήγορο που έχει ειδική εντολή γι' αυτό........ 5. Το δικαστήριο αποφαίνεται αφού ακούσει τον καταδικασμένο ή το συνήγορό του, αν είναι παρόντες, καθώς και τον εισαγγελέα. Κατά της απόφασης επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και τον εισαγγελέα.".
Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 551 ΚΠΔ συνάγεται, ότι κατά της αποφάσεως, με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή (συγχωνευτική) επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον καταδικασμένο και στον εισαγγελέα, η οποία μπορεί να ασκηθεί για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και αυτοί της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της παραβίασης του δεδικασμένου (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και ΣΤ ΚΠΔ). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2, 476§2, και 509§1 εδάφιο α Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτήν λόγοι αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 που προβλέπει τους λόγους της αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί (ΑΠ 294/2010).
Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Κατά τους ορισμούς των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 ΠΚ, κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων, που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές ή ποινές σε χρήμα, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, επαυξημένη με ανάλογη προσμέτρηση των υπολοίπων, της προβλέψεως αυτής εφαρμοζομένης και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή (ΑΠ 1220/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 παράγραφος 1 του ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διάφορος χαρακτηρισμός", και κατά την παράγραφο 3 "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, 2) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο, και 3) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Η "πράξη", κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. (ΑΠ 446/2014) Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες "α) της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του Άρθρου 94 και 97 Π.Κ.
και β) παραβίασης του δεδικασμένου σχετικώς", επειδή, η προσβαλλομένη απόφαση "επιμέτρησε και συγχώνευσε τις ποινές μόνο από την αριθ. 784/2017 Απόφαση του Μον.Εφετείου Κακ/των Θεσσαλονίκης και την αριθ. 65/2018 Απόφαση του Τριμ.Εφετ.Κακ/των Θες/νίκης αλλά όχι και από την αριθ. 1105/2016 Απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης", η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, συναντήθηκε κατά την εκτέλεση με τις ποινές που ήδη συγχωνεύτηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνδυασμό με την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικώς αυτής και των εγγράφων της δικογραφίας, το Μονομελές Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε επί της υπ' αριθμ. πρωτ. 3411/22-2-2018 αίτησης του καταδικασμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί συγχώνευσης της υπ' αριθμ. 784/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία έχει επιβληθεί σε εκείνον συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ για τις πράξεις:
α) των ληστειών τετελεσμένων και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που ενήργησε με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και β) της παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση και της υπ' αριθμ. 65/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία του έχει επιβληθεί ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την πράξη της ληστείας και προέβη στον καθορισμό συνολικής ποινής κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ, αποτελούμενη από την ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και έξι (6) μηνών επαυξημένη κατά δύο (2) έτη από την ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών.
Έτσι όπως έκρινε το δικάσαν Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 94, 97 ΠΚ και 551 ΚΠΔ διότι, ανεξαρτήτως της δυνατότητας ή μη της επιβληθείσας με την υπ' αριθμ. 1105/2016 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης να συγχωνευθεί με τις άλλες δύο ποινές που είχαν επιβληθεί στον αναιρεσείοντα, η τελευταία αυτή απόφαση (του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) δεν εισήχθη στο εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο για το σχηματισμό συνολικής ποινής, ούτε αιτήθηκε τη συγχώνευσή της ο αιτών με αποτέλεσμα και το δικαστήριο να μη κρίνει επ' αυτής (είτε συγχωνεύοντάς την με τις υπόλοιπες είτε όχι).
Η δυνατότητα να συγχωνευθεί και η ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 1105/2016 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να επιλυθεί δια της αιτήσεως αναίρεσης κατά της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 562/2018 απόφασης του το Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, αφού τούτο δεν έκρινε επ' αυτής αλλά με νέα αίτηση για σχηματισμό συνολικής ποινής, μεταξύ της υπ' αριθμ. 1105/2016 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 562/2018 απόφασης του το Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Όσον αφορά δε τον λόγο αναίρεσης περί παραβίασης του δεδικασμένου, αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού προβάλλεται απολύτως αόριστα κατά τα προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έκρινε επί της ουσίας οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης του αναιρεσείοντος ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση του δεδικασμένου άλλης, αμετάκλητης απόφασης. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ο δε εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ ΚΠΔ απαράδεκτος και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05/04/2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Ι. του Α., η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ... και για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 36/05-04-2018 έκθεση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 562/20-03-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα , τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ