Legislator Case Law & Legislation
1720/2012 AI generated

1720/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1720/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1720/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 25§13 του κεφαλαίου Δ με τίτλο "επανέλεγχος μεταβολών προσωπικού και ρύθμιση ειδικών θεμάτων" του Ν. 2190/1994 προκύπτει ότι υπάλληλοι μεταξύ άλλων και δημοσίων υπηρεσιών απολυθέντες κατά το διάστημα από 1η Ιανουαρίου 1990 έως και 31 Οκτωβρίου 1993, επαναπροσλαμβάνονται με αίτησή τους εάν η απόλυσή τους κριθεί προδήλως αδικαιολόγητη ή καταχρηστική.

Keywords

AI generated
cessation of benefits abandonment of employment suspension of unemployment benefits temporary loss of work dismissal of civil servant redundancy
AI generated
392/2020
Η από 4-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 3507/18 αίτηση αναίρεσης κατά της 3886/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 3455/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 26-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 171745/2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
1010/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2006 αίτησή της.
97/2025
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
182/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2294/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7465/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/11/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 20/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
797/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/10/2007 και 3/12/2007 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4751/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/10/2012 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1720 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1720/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: Ανδρέα Κ. του Τ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ευάγγελος Χλούπης, ο οποίος δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 22-1-2011 και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του, α) Ε. χα Α. Κ., το γένος Γ. Δ. και β) Τ. Κ. του Α., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2701/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4407/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-5-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 2-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης νομίμως φέρεται προς συζήτηση, μετά τη διακοπή της δίκης την επελθούσα λόγω θανάτου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Α. Κ. και τη νόμιμη επανάληψη αυτής, κατά τα άρθ. 286 εδ. α', 287, 290, 291 Κ.Πολ.Δ., μεταξύ του αναιρεσείοντος και των νυν αναιρεσιβλήτων, Ε. χήρας Α. Κ. και Τ. Κ., συζύγου και υιού αντίστοιχα του ως άνω αποβιώσαντος την 22-1-2011, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου, χωρίς να προβάλλεται αντίρρηση.

Επειδή, στο άρθρο 49 παρ. 1 Ν. 993/1979, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 55 παρ. 1 Π.Δ. 410/1988 καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως ή καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας προσωπικού που υπηρετεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Περαιτέρω, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου (ή 55 παρ. 4 ΠΔ 410/1988) ορίζει ότι, το προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, όταν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορεί να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το επικουρικά ασφαλισμένο το 40% και το μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της αποζημίωσης που ορίζεται από την παρ. 1 του άρθρου αυτού.

Ενώ κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, ως επικουρικά ασφαλισμένοι για την εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, νοούνται όσοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής σύνταξης.

Συνεπώς, προϋποθέσεις για τη λήψη από τους παραπάνω μισθωτούς της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις μειωμένης αποζημιώσεως, όταν αποχωρούν από το Δημόσιο, αποτελούν αφενός η μη υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Δημοσίου για τη χορήγηση σύνταξης και αφετέρου η συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγονται.

Η επικουρική ασφάλιση και η συμπλήρωση των προϋποθέσεων απολήψεως επικουρικής συντάξεως δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά συνιστά περίπτωση περαιτέρω περιορισμού της μειωμένης αποζημιώσεως. Κατά την έννοια των αναφερομένων στην αποζημίωση αποχωρήσεως διατάξεων, ως επικουρικά ασφαλισμένοι νοούνται μόνον όσοι υπάγονται σε φορέα ασφαλίσεως για την λήψη επικουρικής συντάξεως, όχι δε και όσοι υπάγονται σε φορέα που έχει ως σκοπό την πρόσθετη ασφάλιση των ασφαλισμένων του και τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 25§13 του κεφαλαίου Δ με τίτλο "επανέλεγχος μεταβολών προσωπικού και ρύθμιση ειδικών θεμάτων" του Ν. 2190/1994 προκύπτει ότι υπάλληλοι μεταξύ άλλων και δημοσίων υπηρεσιών απολυθέντες κατά το διάστημα από 1η Ιανουαρίου 1990 έως και 31 Οκτωβρίου 1993, επαναπροσλαμβάνονται με αίτησή τους εάν η απόλυσή τους κριθεί προδήλως αδικαιολόγητη ή καταχρηστική.

Δυσμενής διακριτική μεταχείριση λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, θεμελιώνει πάντοτε δικαίωμα επαναπρόσληψης. Εξάλλου με την παρ. 1 του άρθρου 26 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "υπάλληλος του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του άρθρου 25 παρ. 1 του παρόντος με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, ο οποίος από 1η Ιανουαρίου 1990 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1993 υπέστη μετάθεση ή μεταθέσεις τις οποίες θεωρεί αδικαιολόγητες δύναται με αίτησή του που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος, να ζητήσει την επαναφορά του στη θέση που κατείχε όταν έγινε η κατά τη γνώμη του αδικαιολόγητη μετάθεση.

Επανειλημμένες ακούσιες μεταθέσεις θεωρούνται σε κάθε περίπτωση ως δυσμενής μεταχείριση, Περαιτέρω, με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Υπάλληλος της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υπέστη μετάταξη ή μεταφορά αδικαιολόγητη ή καταχρηστική, δύναται με αίτηση του που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος, να ζητήσει από την επιτροπή της παρ. 4 την επαναφορά του στην θέση που κατείχε όταν έγινε η κατά τη γνώμη του αδικαιολόγητη ή καταχρηστική μετάταξη ή μεταφορά Δυσμενής διακριτική μεταχείριση λόγω πολιτικών πεποιθήσεων θεμελιώνει δικαίωμα επαναφοράς του προσφεύγοντος στην προηγούμενη θέση του.

Στην ίδια επιτροπή δύναται να προσφύγει και όποιος ισχυρίζεται ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση που αποδεικνύεται από προδήλως δυσμενή μετάταξη ή μεταφορά ή μετάθεση ή αδικαιολόγητη υπηρεσιακή μεταχείριση, εφόσον και μόνο προκύπτει από απόφαση πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή επέφερε ιδιαιτέρως επαχθείς προσωπικές συνέπειες αφορώσες σοβαρό πρόβλημα υγείας του ιδίου ή την οικογενειακή του κατάσταση λόγω εργαζόμενου ή εργαζόμενης συζύγου σε άλλη περιοχή και εφόσον κατά το χρόνο της παραίτησης δεν είχε θεμελιώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των παραπάνω διατάξεων.

Η μη θεμελίωση πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος δεν συνιστά προϋπόθεση, εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει την κατά τα ανωτέρω δικαστική απόφαση". Με την παρ. 6 εδαφ. β' του άρθρου 25 του ιδίου νόμου η οποία κατ' αναλογία για την ταυτότητα του λόγου εφαρμόζεται και επί των περιπτώσεων του άρθρου 26 παρ. 3 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι "ο χρόνος τον οποίο οι απολυθέντες και επαναπροσληφθέντες κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου διήνυσαν εκτός υπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό, κατά τις κείμενες διατάξεις ή κανονισμούς, της προϋπηρεσίας τους.

Όλοι οι επαναπροσλαμβανόμενοι κατ' εφαρμογήν του παρόντος άρθρου και του επομένου άρθρου 26 δεν λαμβάνουν οποιεσδήποτε αποδοχές ή αποζημίωση για τον χρόνο από την απόλυση τους έως την επαναπρόσληψη".

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 83004/138/1982 απόφαση του ΓΕΝ ο αναιρεσίβλητος ως ραδ/της Α' Τάξης Ε.Ν., προσλήφθηκε ως Καθηγητής στην ΑΔΣΕΝ/ΡΤ/Πειραιώς με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αρχομένη από 7/1/1982. Με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού και με την ίδια σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) εργάσθηκε συνεχώς έως τις 11/4/1991, οπότε απαλλάχθηκε των υπηρεσιακών του καθηκόντων κατόπιν της από 9/4/1991 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, βάσει της υπ' αριθμ. 4311.2/13/91/22-4-1991 αποφάσεως του ΓΕΝ με θέμα "Λύση της συμβάσεως εργασίας με καταγγελία του εργαζομένου", έχοντας συμπληρώσει έως τότε στο ΓΕΝ συνολική υπηρεσία 9 ετών, 3 μηνών και 4 ημερών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 4311.2/14/95/ 1-2-1995 απόφαση του ΓΕΝ έγινε επαναφορά του αναιρεσιβλήτου στην ίδια θέση που κατείχε (Δ/ντη Σπουδών) με την ίδια σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επειδή κατόπιν αιτήσεώς του κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 26 παρ. 3 εδ.

γ' Ν. 2190/1994, ότι δηλαδή εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση λόγω αδικαιολόγητης υπηρεσιακής μεταχείρισης, η οποία επέφερε σ' αυτόν σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ως ημερομηνία ενάρξεως της νέας συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου ορίσθηκε η 1/2/1995. Έκτοτε ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε συνεχώς έως την 1/11/2005, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας του, βάσει της υπ' αριθμ. 5121.03/24/05/1-11-2005 αποφάσεως του ΓΕΝ, που εκδόθηκε κατόπιν της από 27/10/2005 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του λόγω υποβολής αιτήσεως για απονομή συντάξεως γήρατος από το ΝΑΤ, στην κύρια ασφάλιση του οποίου υπάγεται ως απογεγραμμένος ναυτικός.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε ως αποζημίωση της από 9/4/1991 καταγγελίας, κατόπιν της από 20/11/1991 αγωγής του, επί της οποίας εκδόθηκε η 473/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το ποσό των 399.490 δραχμών, ήδη 1.172,38 ευρώ και, επιπροσθέτως, ως αποζημίωση της από 27/10/2005 καταγγελίας το ποσό των 4.595 ευρώ στις 22/12/2002 και συνολικά το ποσό των 5.767,38 ευρώ.

Το αναιρεσείον υπολόγισε την αποζημίωση της από 27/10/2005 καταγγελίας βάσει του δευτέρου χρονικού διαστήματος υπηρεσίας του (από 1/2/1995 έως 1/11/2005) χωρίς να συνυπολογίσει τον χρόνο, που διήνυσε ο αναιρεσίβλητος εκτός υπηρεσίας. Όμως, ο χρόνος αυτός λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας του κατ' εφαρμογή των άρθρων 26 παρ. 3 εδ.

γ' και 25 παρ. 6 Ν. 2190/1994, εφόσον ο αναιρεσίβλητος επαναφέρθηκε στην ίδια θέση που κατείχε (Δ/ντη Σπουδών) με την ίδια σχέση (σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, επειδή κατόπιν αιτήσεώς του κρίθηκε ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση λόγω αδικαιολόγητης υπηρεσιακής μεταχείρισης η οποία επέφερε σ' αυτόν σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Συνεπώς, κατά τη λύση της συμβάσεως εργασίας του (1/11/2005), ο αναιρεσίβλητος είχε συμπληρώσει συνολική υπηρεσία 23 ετών, βάσει της οποίας δικαιούται, κατ' άρθρο 49 παρ. 1, 2, 4 Ν. 993/1979 (55 παρ. 1, 2, 4, Π.Δ. 41011988) αποζημιώσεως ίσης προς το 50% των τακτικών αποδοχών 17 μηνών, υπολογιζομένων με βάση τις τακτικές αποδοχές του Σεπτεμβρίου 2005 ως τελευταίου, μηνός προ της καταγγελίας.

Καθ' όσον αφορά τη μειωμένη αποζημίωση σημειώνεται ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ασφαλισμένος στο ΤΠΑΕΝ για την απόληψη εφάπαξ χρηματικής παροχής (βοηθήματος), η οποία επομένως, ως πρόσθετη ασφάλιση δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τα προεκτεθέντα, καθώς και στο Κ.Ε.Α.Ν. (Κλάδο Επικουρικής Ασφαλίσεως Ναυτικών), όμως καθόσον αφορά τον τελευταίο φορέα επικουρικής ασφαλίσεως (ΚΕΑΝ) το αναιρεσείον δεν επικαλείται, ούτε απoδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής συντάξεως από αυτόν, ώστε να επέλθει περαιτέρω μείωση (σε 40%) της ως άνω μειωμένης (κατά 50%) αποζημιώσεως.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.642,61 ευρώ, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της εφέσεως περί μη ορθού υπολογισμού του ύψους της αποζημιώσεως επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 9.232,62 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τόσο ως προς το ποσοστό υπολογισμού της αποζημιώσεως κρίνοντας ορθά ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το 50% της προβλεπόμενης από τις εν λόγω διατάξεις αποζημιώσεως, αφού δεν αποδείχτηκε ότι αυτός είχε θεμελιώσει δικαίωμα για τη λήψη επικουρικής ασφάλισης, όσο και ως προς τον υπολογισμό του ύψους της αποζημιώσεως συνυπολογίζοντας και τον διανυθέντα εκτός υπηρεσίας χρόνο του αναιρεσιβλήτου και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4407/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ