Legislator Case Law & Legislation
1720/2011 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal due to lack of legal interest when both parties won the divorce case.

Case Number 1720/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the husband's appeal against the final divorce judgment. The court found that the lower court had granted the divorce based on mutual admissions of fault by both spouses, meaning each party effectively won their respective claim. Consequently, the appellant lacked the legal interest required to challenge the decision, as the judgment satisfied the substantive outcome sought by both sides.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 73, 556 para.1 and 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine legal interest sua sponte, and an appeal is inadmissible if the appellant has won the case or if the judgment's reasoning does not create a binding precedent prejudicial to them in future proceedings.

Keywords

AI generated
lack of legal interest divorce by mutual consent admissibility of appeal binding precedent Code of Civil Procedure mutual fault admission final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 575 item b of the Code of Civil Procedure
Articles 68, 73 and 556 paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 322, 324 and 325 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1720 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1720/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Χ. Π. το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ξενίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-10-2005 και 20-10-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλητου και του ήδη αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7084/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5246/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β και γ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσεως για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μπορεί να γίνει εγκύρως και στο δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει ως εκ τούτου την κατά το άρθρο 142 του ίδιου κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει τα προς το διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (Α.Π.897/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση από την 5993/20-1-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ά. Σ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 1-12-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 5246/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 13-12-2010, [κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με σχετική σημείωση στο πινάκιο, για τη δικάσιμο της 21-3-2011 και από εκείνη, οίκοθεν λόγω αποχής των δικηγόρων, επίσης με σχετική σημείωση στο πινάκιο, για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (26-9-2011)], επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Αθηνών Χαράλαμπο Μιχάλη, ο οποίος υπέγραψε την αίτηση αναιρέσεως ως πληρεξούσιος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του. Κατά το άρθρο 1439 παρ.1 Α.Κ. καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι' αυτόν.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός συνεπάγεται ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 Α.Κ.

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Κατ' ακολουθία τούτων αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί και τις δύο, τότε, ενόψει του κατά τα προεκτεθέντα αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από τη σχετική απόφαση, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί οποιαδήποτε δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές που δεν έχουν προσόντα διατακτικού δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας το οποίο να μπορεί να χρησιμεύσει κατά τα προεκτεθέντα σε άλλη δίκη.

Συνεπώς στην περίπτωση αυτή κανείς από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της τελεσίδικης αποφάσεως. Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.33/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπροθέσμως ασκηθείσα) η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων κατά παραδοχή αντιθέτων αγωγών αυτών για τον από το άρθρο 1439 παρ.1 Α.Κ.

λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεώς τους που αφορούσε το πρόσωπο εκάστου εναγομένου συζύγου. Από δε τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως που επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου των διαδίκων στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, ως έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2009 αίτηση για αναίρεση της 5246/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ