Appeal dismissed for companies; appeal allowed against third party for wrongful imprisonment order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two anonymous companies regarding their liability for a deceased worker's family compensation. However, the court allowed the appeal against a third party, X3, who had been ordered to face personal arrest for company debts. The court ruled that personal arrest against company representatives is not mandated by law for such obligations, constituting a procedural error. Consequently, the judgment ordering X3's arrest was annulled, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 922 and 914 of the Civil Code; Article 1047, paragraph 1, item a of the Code of Civil Procedure. Personal arrest against company representatives is not mandated for corporate debts; such orders constitute a procedural error if not supported by individual fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1720 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εγοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ΄ αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντ. Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα, η οποία νίκησε στην ενώπιον του Εφετείου κύρια δίκη, δεν προβάλλει ειδικώς με το λόγο αναιρέσεως, ότι είχε προτείνει κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, ότι η αγωγή κατ΄ αυτής έπρεπε να απορριφθεί όχι ως αόριστη, αλλά κατ΄ ουσία. Δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση κατά των εκπροσώπων των Ανωνύμων Εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ως προς στην παρ. 1 εδ. α΄ του άρθρου 1047 ΚΠολΔ αναφερόμενα χρέη. Ο σχετικός λόγος επιτρεπτώς προβάλλεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από την Εισηγήτρια.
Αριθμός 1720/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΦΟΙ Χ ΑΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΞΩΡΥΚΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Χ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1 χας Ζ, κατοίκου ..., 2) Χ2 θυγ. Ζ, συζ. Κ, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Ε θυγ. Σ, συζ. Χ12, κατοίκου ..., 6) Χ6, το ..., κατοίκου ..., 7) Ψ7, κατοίκου ..., 8) Χ8, κατοίκου ..., 9) Ψ9, κατοίκου ..., 10) Ψ10, κατοίκου ..., 11) Ψ11, κατοίκου ..., 12)Χ12 και Ε, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατρός τους ..., όλων κατοίκων ..., 13) ... και Ε, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου γιου τους Ζ, όλων κατοίκων ... και 14) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 2η, 6η, 8ος και 9ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Γκούμα. Η 14η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Δροσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 1η, 3ος, 4ος, 5η, 7ος, 10η, 11ος, 12ος και 13ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2003 αγωγή των ήδη δεκατριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 83/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-9-2009 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 5-3-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του αυτεπαγγέλτως με την παρούσα εισήγηση προτεινόμενου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ., ...του δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων ...,... της δικαστικής επιμελήτριας Ιωαννίνων ... και ... του δικαστικού επιμελητή Ναυπλίου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-11-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στους αναιρεσίβλητους Ψ1, Ψ4, Κ, Ε θυγ. Σ, Ψ7, Ψ10, Ψ11, ... και Ζ. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1,16 του Ν.551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως.
Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Τέλος, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.
Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.
Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά : Στα ... του Δήμου ... στις 19/ 7/ 2002 και περί ώρα 17.30, περίπου, ο Ζ εργαζόταν ως οικοδόμος - εργάτης, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που είχε συναφθεί την 1/8/2001 μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ο τρίτος αναιρεσείων είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος, στην κατασκευή βιομηχανικής μονάδας, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας, παραγωγής ασφαλτομείγματος, έργο που είχε αναλάβει η πρώτη αναιρεσείουσα εργοδότιδα εταιρεία.
Ανέβηκε σε πλάκα πλάτους 1,75 μέτρων για να βοηθήσει στη σκυροδέτηση του στηθαίου της μήκους 18 μέτρων περίπου και ύψους 1,05 μέτρων, το οποίο θα κατασκευαζόταν κατά μήκος της μιας πλευράς της πλάκας, η οποία είχε υψομετρική διαφορά από το έδαφος από τη μία πλευρά - εξωτερική - περίπου 5 μέτρα, ενώ από την παράλληλη - πίσω - πλευρά, λόγω συγκέντρωσης χωμάτινων όγκων η διαφορά ήταν μικρότερη στα 2 μέτρα.
Στο ξύλινο καλούπι του στηθαίου επρόκειτο να ριφθούν 3,5 κυβικά μέτρα έτοιμου σκυροδέματος με τη βοήθεια αντλίας, την οποία χειριζόταν ο ..., που είχε προστηθεί από τη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία. Η έγχυση του σκυροδέματος στο καλούπι θα γινόταν από το βραχίονα της αντλίας, ο οποίος κατέληγε σε λαστιχένιο ρύγχος.
Το ρύγχος αυτό έπρεπε να κρατά ο ως άνω Ζ και να το κατευθύνει στο διάκενο του καλουπιού, ώστε να επιτευχθεί η ρίψη του ρευστού σκυροδέματος μέσα στο καλούπι και όχι έξω από αυτό. Πριν από την έγχυση του σκυροδέματος, ο χειριστής της αντλίας όφειλε με δοκιμή, που δεν έγινε, να βεβαιωθεί ότι αυτό έχει την κατάλληλη ρευστότητα και ότι η πίεση που θα ασκηθεί στο λάστιχο κατά τη ροή του υλικού θα είναι τέτοια, που να επιτρέπει τη συγκράτηση του λάστιχου από τον εργάτη που το κρατά, χωρίς να κινδυνεύει να κτυπηθεί στην περίπτωση που έχει μπουκώσει, λόγω συγκέντρωσης υλικού από προηγούμενη χρήση.
Ο χειριστής τοποθέτησε την αντλία σκυροδέματος - πρέσσα, που είναι εξάρτημα του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, στον ελεύθερο χώρο της οικοδομής στην πίσω πλευρά της πλάκας και ανέπτυξε τους βραχίονες της έτσι ώστε το λάστιχο της εκτόξευσης να έρθει σε κατακόρυφη θέση πάνω στο καλούπι. Ο ως άνω Ζ, αντί να παραμείνει στο δάπεδο εργασίας, όπου δεν υπήρχε κίνδυνος πτώσεως, προτίμησε να ανέλθει πάνω στο καλούπι του στηθαίου και να ισορροπήσει, πατώντας στο ελάχιστο πλάτος της κόψης των οριζόντιων μαδεριών, περνώντας το ένα του χέρι γύρω από ένα κάθετο μαδέρι, για να προστατευθεί από το ενδεχόμενο απώλειας της ισορροπίας του και κρατώντας με το άλλο το λάστιχο, γιατί προφανώς θεώρησε ότι τα κάθετα δοκάρια του καλουπιού θα τον εμπόδιζαν να κατευθύνει το λάστιχο με το σκυρόδεμα - μπετόν μέσα στο καλούπι.
Την ώρα εκείνη στο εργοτάξιο δεν υπήρχε επιβλέπων του έργου με τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις, ώστε να εμποδίσει τον ανωτέρω Ζ να σταθεί στο σημείο εκείνο, από το οποίο δεν ήταν προστατευμένος σε περίπτωση που έχανε την ισορροπία του. Επιπλέον δεν ήταν δεμένος με ζώνη από κάποιο σταθερό σημείο, ούτε είχε ληφθεί οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο(π.χ.
κατασκευή κουπαστής) που θα μπορούσε να αποτρέψει την πτώση του από την εξωτερική πλευρά του στηθαίου, όπου ήταν ανεβασμένος. Ο χειριστής της αντλίας, αν και όφειλε να δοκιμάσει την πυκνότητα του σκυροδέματος πριν τη ρίψη δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα το προϊόν να βγει με πίεση, η οποία μεταφέρθηκε στο σημείο όπου ο πιο πάνω εργαζόμενος (Ζ) κρατούσε την άκρη του λάστιχου, που μετέφερε το υλικό (σκυρόδεμα) και τον κτύπησε με δύναμη.
Αυτό είχε ως συνέπεια να χάσει την ισορροπία του, να πέσει στο έδαφος από ύψος 5 περίπου μέτρων και να τραυματιστεί και από τον τραυματισμό του αυτόν να επέλθει ο θάνατος του. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι ο προαναφερόμενος θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου - παθόντος οφειλόταν τόσο σε συντρέχον δικό του πταίσμα, ενόψει της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων από το άρθρο 300 ΑΚ, όσο και στη μη τήρηση των όρων ασφαλείας από την πρώτη αναιρεσείουσα εργοδότιδα εταιρεία, που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, έστω και αν δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη, αλλά σε κάθε περίπτωση από τη γενική ρήτρα του άρθρου 662 του ΑΚ, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 32 άρθρου Ν. 1568/1985 που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την 89/391/1989 οδηγία της ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζεται ο εργαζόμενος από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική του ακεραιότητα, η υπαιτιότητα δε για τον καθένα τους, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων τους, ανέρχεται στο ίδιο ποσοστό.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν νέος ακόμη (53 ετών) και δραστήριος, μέλος μιας αγαπημένης οικογένειας, η οποία αποτελείται από τη σύζυγο του, τα τέκνα του και εγγόνια του, τη μητέρα του και τα αδέλφια του, οι οποίοι δοκίμασαν πόνο από τον αιφνίδιο θάνατο του, έκρινε δε ότι, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος των εμπλεκόμενων στο ατύχημα μερών, του εργαζομένου και εργοδότιδας εταιρείας, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, με βάση τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, πρέπει να επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, σε καθέναν από τους ήδη 13 πρώτους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά:
Στην πρώτη σύζυγο του το ποσό των 60.000€, στη δεύτερη θυγατέρα του το ποσό των 25.0ΌΟ€, στον τρίτο γιο του επίσης το ποσό των 25.000€, σε καθέναν από τους τέταρτο και πέμπτη, γαμπρό και νύφη, το ποσό των 5.000€, στην έκτη μητέρα του το ποσό των 40.000€, σε καθέναν από τους ήδη αναιρεσίβλητους -ενάγοντες αδελφούς του το ποσό των 12.000€ και σε καθένα από τα ήδη αναιρεσίβλητα - ενάγοντα εγγόνια του το ποσό των 3.500€.
Δέχτηκε ακόμη ότι πρέπει να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του τρίτου αναιρεσείοντος, νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω της αδικοπραξίας, ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως, γιατί δεν αποδείχθηκε φερεγγυότητα της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας. Με βάση τις παραδοχές αυτές καθώς και άλλες, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού απέρριψε την έφεση της πρώτης και τρίτου των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 57/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των δεκατριών πρώτων από τους αναιρεσίβλητους, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και στη συνέχεια δέχθηκε και ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά ένα μέρος, την από 8-1-2003 αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούνταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, πλέον δε τούτου δέχθηκε επίσης και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την ίδια αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά του τρίτου αναιρεσείοντος, διατάσσοντας την προσωπική κράτηση του, διάρκειας μέχρι έξι (6) μήνες, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, και 1 και 16 του κωδικοποιημένου κ.ν. 551/1915, καθώς και εκείνες των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, αφού με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι η θανάτωση του Ζ, που αποτελεί "εργατικό ατύχημα" οφειλόταν σε αμέλεια και των προστηθέντων οργάνων που αντιπροσώπευαν τότε την πρώτη αναιρεσείουσα, της αμέλειας αυτής συνισταμένης, κατά τις παραδοχές της απόφασης στο ότι αυτά δεν είχαν φροντίσει να λάβουν τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την ασφαλή διεξαγωγή της προαναφερόμενης εργασίας σκυροδετήσεως του στηθαίου της παραπάνω οικοδομής, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενα, με αποτέλεσμα να προκληθεί το εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο ο εν λόγω εργάτης θανατώθηκε.
Ακριβώς δε στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη αυτή είναι εκείνη που προκάλεσε το θάνατο του εργαζομένου και συνεπώς ύπαρχε, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, αφού η παράλειψη ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει και πράγματι επέφερε το θάνατο. Για την ύπαρξη δε της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εξ αιτίας του παραπάνω εργατικού ατυχήματος, αρκεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντέλεσε στην επέλευση του πταίσμα των προστηθέντων οργάνων της εργοδότιδάς του, με τη έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί η συνδρομή οποιασδήποτε αμέλειας και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν.551/1915.
Ακόμη, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, καθώς και με το γενικότερο ζήτημα που αναφέρεται στην αμέλεια των οργάνων που αντιπροσώπευαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο του εργατικού ατυχήματος, την πρώτη αναιρεσείουσα από την οποία αμέλεια προκλήθηκε ο θάνατος, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει επί των ζητημάτων αυτών είναι σαφείς και επαρκείς καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα, με πλήρη επάρκεια αναφέρονται και εξειδικεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραλείψεις των οργάνων που αντιπροσώπευαν τότε την πρώτη αναιρεσείουσα, οι οποίες συνιστούν την αμέλεια τους, για τις οποίες ευθύνεται η πρώτη αναιρεσείουσα και που προκάλεσαν τη θανάτωση του ως άνω εργαζομένου σ' αυτή, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς αυτής συμπεριφοράς και του θανάτου του εργαζομένου, της συμπεριφοράς αυτής συνισταμένης, ειδικότερα, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο, στο ότι δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε μέριμνα ώστε να υπάρχει στο εργοτάξιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατασκευής του ένδικου έργου, επιβλέπων το έργο αυτό, με τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις, ώστε να εμποδίσει το θανατωθέντα να σταθεί στο ως άνω σημείο, στο οποίο δεν ήταν προστατευμένος, σε περίπτωση κατά την οποία θα έχανε την ισορροπία του ή να φροντίσει για την πρόσδεση του τελευταίου με ζώνη, από κάποιο σταθερό σημείο για κατασκευή κουπαστής, μέτρα που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την πτώση του από την εξωτερική πλευρά του στηθαίου στο οποίο ήταν ανεβασμένος, με αποτέλεσμα το σκυρόδεμα, που δεν είχε την κατάλληλη πυκνότητα και βγήκε με πίεση από το λάστιχο της εκτοξεύσεως, η οποία πίεση μεταφέρθηκε στο σημείο όπου ο θανατωθείς κρατούσε την άκρη του λάστιχου αυτού, με το οποίο μεταφερόταν το υλικό, να τον κτυπήσει με δύναμη και εξ αιτίας τούτου αυτός να πέσει στο έδαφος από ύψος πέντε περίπου μέτρων και να τραυματιστεί θανάσιμα.
Επομένως : 1) οι ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, κατά το ένα από τα μέρη του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως, αντίστοιχα, αφενός των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ και αφετέρου του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 και 2) οι, επίσης, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, κατά το υπόλοιπο μέρος του και δεύτερος, ως άνω λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, επί των ζητημάτων που αφορούν, αφενός την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ας άνω αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων οργάνων της πρώτης αναιρεσείουσας και αφετέρου την εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την εν λόγω αμελή συμπεριφορά, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτου προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο χρηματικό ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.
Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΟλΑΠ 6/2009).Ενόψει τούτων:
α) ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα παραπάνω χρηματικά ποσά, λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, και β) ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, επειδή διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, επί του ζητήματος που αναφέρεται στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, καθώς και στην ηλικία καθενός από τους πρώτους πιο πάνω αναιρεσίβλητους, στο επάγγελμά του, στην οικογενειακή του κατάσταση, στη συμβίωση του ή μη με το θύμα στη συχνότητα των επαφών τους και στο μεταξύ τους ψυχικό δεσμό, ως στοιχείων προσδιοριστικών του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, είναι απαράδεκτοι, διότι η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας και διότι δεν πρόκειται για ανεπάρκεια της αιτιολογίας, αλλά, ειδικά, με το δεύτερο πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν η αγωγή, καθόσον απευθυνόταν κατά της δεύτερης αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως αόριστη. Ακολούθως απορρίφθηκε και η από την ίδια αναιρεσείουσα ασκηθείσα προσεπίκληση της 14ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", υπό την ιδιότητά της ως δικονομικής εγγυήτριας, καθώς και η ενωθείσα στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατά της τελευταίας, "λόγω του επικουρικού της χαρακτήρα".
Με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως αόριστη την ένδικη αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν εναντίον της, παρά το ότι αυτή, κατά το λόγο αναιρέσεως, ήταν ορισμένη και ακολούθως με το να απορρίψει για την παραπάνω αιτία την προσεπίκληση και την ενωμένη αγωγή αποζημιώσεως, υπέπεσε στις από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία νίκησε στην ενώπιον του Εφετείου κύρια δίκη, αφού η ένδικη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατ' αυτής απορρίφθηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον, ως νικήσας διάδικος, να ασκήσει αναίρεση, κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Κατά μεν την παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, μπορεί δε να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου "αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, εκτός από τις ανώνυμες εταιρείες και τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ως προς τα χρέη της παρ.1 εδ.
πρώτο του άρθρου αυτού, η προσωπική κράτηση διατάσσεται κατά των εκπροσώπων τους,...". Από την τελευταία σαφή κατά τη διατύπωση διάταξη προκύπτει ότι δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση κατά των εκπροσώπων των Ανωνύμων Εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ως προς τα παραπάνω και στην παρ. 1εδ.
α' του άρθρου 1047 ΚΠολΔ αναφερόμενα χρέη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, διέταξε, όπως προαναφέρθηκε, προσωπική κράτηση κατά του τρίτου αναιρεσείοντος, αποκλειστικά και μόνο υπό την ιδιότητα αυτού ως εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως, χωρίς να δέχεται και ότι ο αναιρεσείων αυτός ήταν υπόχρεος ατομικώς, λόγω συγκεκριμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, για την καταβολή των επιδικασθεισών χρηματικών ικανοποιήσεων.
Κρίνοντας έτσι, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως επιτρεπτώς προβάλλεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από την Εισηγήτρια, εφόσον πρόκειται για λόγο αναιρέσεως που αναφέρεται στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς ερμηνεία και εφαρμογή των αμέσως πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει του ότι πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς η τελευταία πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος και ειδικότερα κατά το μέρος της με το οποίο διατάσσεται προσωπική κράτηση σε βάρος του τρίτου αναιρεσίβλητου, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσείουσες και τέλος, να καταδικασθούν: 1) η πρώτη και δεύτερη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και οι αναιρεσίβλητοι, πλην της τελευταίας, ως προς την οποία, (ως προσεπικληθείσα στην κύρια δίκη, από τη δεύτερη αναιρεσείουσα-δεύτερη εναγομένη και παρεμπιπτόντως εναγομένη, μη ασκήσασα παρέμβαση) η αναίρεση στρέφεται εναντίον της, ως προς το αντίστοιχο μέρος της απόφασης, κατά το οποίο και απορρίπτεται, όχι όμως και κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, που αναφέρεται αποκλειστικά στην προσωπική κράτηση του τρίτου αναιρεσείοντος (γι' αυτό δεν είναι ηττηθείσα), στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσείοντος (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, ως προς τις αναιρεσείουσες πρώτη και δεύτερη, την από 8-6-2007 αίτηση, για αναίρεση της 129/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες αυτές, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους (εκτός της τελευταίας "Συνεταιριστικής ΑΕΓΑ"), στα δικαστικά έξοδα του παραπάνω αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ