Legislator Case Law & Legislation
1720/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding statute of limitations and document interpretation.

Case Number 1720/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on a mandate dispute. The appellant argued for a direct violation of the statute of limitations and misinterpretation of documents, but the court found these grounds insufficient. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to specify the exact content of the documents or the specific legal provisions violated in the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact content of documents and the specific legal provisions violated to be admissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations direct violation indirect violation vague appeal grounds document interpretation Code of Civil Procedure mandate dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 722 of the Civil Code
Article 249 of the Civil Code
Article 270 of the Civil Code
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 27/1998
OL AP 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1720 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1720/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Χ, ως κηδεμόνος της σχολαζούσης κληρονομίας της Α, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων (δια των προτάσεων): 1) Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και 2) Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ως ασκούντος εποπτεία επί των υπέρ του Κράτους και κοινωφελών σκοπών ή Ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και δωρεών. Εκπροσωπήθηκαν από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-1984 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 7-1-1988 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη προσθέτως παρεμβαινόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3051/1988 του ίδιου Δικαστηρίου, 3463/1990 μη οριστική και 923/1998 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 23-9-1998 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 377/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 25-9-2006 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 21-1-2004 έκθεση του Αρεοπαγίτη Λέανδρου Ρακιντζή, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά το άρθρο 722 ΑΚ υποχρέωση του εντολέα προς απόδοση στον εντολοδόχο των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ. Κατά δε το άρθρο 270 Α.Κ., αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 250 Α.Κ. για την απόρριψη από το Εφετείο ως μη νόμιμης της ενστάσεως του αναιρεσείοντος της παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου της Α. Η παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη πραγματοποίησε τις στην αγωγή αναφερόμενες δαπάνες κατόπιν εντολής της Α είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και επομένως η απόδοση των δαπανών στην εντολοδόχο από την εντολέα δεν υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 250 Α.Κ. αλλά στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ., η οποία δεν έχει παρέλθει. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός (πρώτος) της αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1, και 19 Κ.Πολ.Δ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναίρεσης, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδομένη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού.

Εξάλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. Α.Π 27/1998, 32/1996). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλήσσεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 713 και επί Α.Κ. ως προς την παραδοχή, ότι κατόπιν της εντολής της Α η αναιρεσίβλητη διεκπεραίωσε τις σ' αυτήν αναφερόμενες υποθέσεις, ενώ τέτοια σχέση δεν υπήρχε, αλλά αν υπήρξε κάποια σχέση, ήταν "σχέση διοικήσεως αλλοτρίων", χωρίς όμως να παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία τούτου δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει ολοφάνερα διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πράγματι περιέχει.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της έκθεσης της Οικονομικής Εφορίας Ανατολικής Αττικής, β) του από 1-1-1981 μισθωτηρίου της ....., της εισπραττομένης συντάξεως της αποβιωσάσης από το Τ.Σ.Α και γ) του .....

εγγράφου του Τ.Σ.Α. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ούτε εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενο το Εφετείο, ώστε από τη σύγκριση τους να κριθεί ως προς το σημείο που παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αόριστος και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-9-1998 αίτηση του Χ για αναίρεση της 923/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την πρόσθετη παρέμβαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ