Legislator Case Law & Legislation
1720/2007 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for applying commercial agent law analogously to exclusive distribution contract.

Case Number 1720/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision which had rejected the plaintiff's claim based on an exclusive distribution contract. The plaintiff argued that the contract's terms resembled those of a commercial agency, warranting specific damages under the Commercial Agents Law. The Court found the lower court erred by refusing to apply the Commercial Agents Law analogously to this unique contract type, violating constitutional principles of freedom of contract and the law's protective purpose.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) of the Constitution; Article 9 of the Commercial Agents Law; The Commercial Agents Law applies analogously to exclusive distribution contracts that share essential characteristics with agency, allowing for specific damages and compensation for further loss when the distributor is excluded from the market.

Keywords

AI generated
exclusive distribution contract commercial agency law analogous application freedom of contract constitutional principles market exclusion commercial damages

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 9 of the Commercial Agents Law
Article 361 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 8 and 9 of Presidential Decree 219/1991

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1720 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1720/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Εταιρείας με την επωνυμία "............. Ο.Ε.", που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μίστρα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης : Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΥΡΑΣ ΑΕ Βιομηχανία Γάλακτος", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαργαρίτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/1996 προδικαστική, 8/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12 Αυγούστου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος έως και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων [ΑΚ 361] και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, εξάλλου, έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη ρυθμιζόμενη στο ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας) την μέριμνα, για ορισμένη εδαφική περιοχή, των υποθέσεών του, η οποία συνίσταται στην διαπραγμάτευση και στην σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο δε εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.

Δεδομένου δε ότι ελλείπουν διατάξεις στον ΕμπΝ που να ρυθμίζουν την σύμβαση αποκλειστικής διανομής και υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΝΑΚ 3), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.

Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.

Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του ΠΔ 291/1991 προβλέπουν ότι "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες...." (9 παρ. 1 εδ. α΄), "η χορήγηση αυτής της αποζημιώσεως δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (9 παρ. 1 εδ.

γ΄), "η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β)..." (9 παρ. 3). Τέλος, παραβίαση ελεγχόμενη από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λαμβάνει χώρα και επί παραλείψεως επιβαλλόμενης ανάλογης εφαρμογής του κανόνα και αντιστρόφως, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν καταφεύγει σε νόμω επιβαλλόμενη (επιτρεπτή) ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, γεγονός που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του προσήκοντος κανόνα δικαίου, και, αντιστρόφως, όταν καταφεύγει σε νόμω ανεπίτρεπτη ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, γεγονός που ισοδυναμεί με την εφαρμογή μη προσήκοντος κανόνα δικαίου.

Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση με την οποία συμφώνησαν να πωλεί η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα αποκλειστικά για την περιοχή της Καρδίτσας τα εμπορεύματα τα οποία αυτή παρήγαγε (γάλα, γαλακτοκομικά είδη και χυμούς) τα οποία η τελευταία θα μεταπωλούσε στην ίδια περιοχή, με τις τιμές που καθόριζε η παραγωγός εταιρία, αντί της συμφωνημένης προμήθειας για κάθε προϊόν αυτής, με δικαίωμα επιστροφής των αδιάθετων ποσοτήτων και με τις πρόσθετες υποχρεώσεις η μεν αναιρεσίβλητη να μην ανταγωνίζεται την αναιρεσείουσα, αυτή δε να συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας της αντισυμβαλλόμενής της, είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, και ότι σύμφωνα και με όσα ανέφερε και στη μείζονα πρόταση της απόφασής του, επί της ιδιόρρυθμης αυτής σύμβασης δεν έχουν εφαρμογή, ούτε ευθεία ούτε αναλογική, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, οι οποίες αποσκοπούν μόνο στην προστασία των εμπορικών αντιπροσώπων.

Με βάση αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' ορθή εκτίμησή της, απέρριψε το λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο παραπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη ως νομικά αβάσιμης της κύριας βάσης της αγωγής της, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι η καταγγελθείσα ορισμένου χρόνου διάρκειας σύμβασή της προσομοίαζε κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ζητούσε την, κατ' άρθρο 9 του άνω ν.

δ/τος, ειδική αποζημίωση καθώς και αποζημίωση για την αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας της. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να εφαρμοσθούν αναλογικά οι διατάξεις, του ΠΔ 2191/991 και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 288, 361, ΑΚ, 91 ΕμπΝ και 8 και 9 ΠΔ 219/1991 και έτσι υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκαν με την εισήγηση, πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν όλω, δηλαδή και κατά τα κεφάλαιά της για τις ερευνηθείσες επικουρικές βάσεις της αγωγής, αφού η έρευνα αυτών προϋποθέτει την απόρριψη της κυρίας, η οποία όμως ήδη ήρτηται, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 223/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα [970] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ