Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to late scheduling and insufficient factual reasoning in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Regional Court of Crete's decision regarding property rights. The appellant argued the lower court lacked a legal basis, but the Court found the Regional Court's reasoning on historical land use and co-ownership clear and sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks a legal basis due to insufficient or contradictory reasoning, and proceedings must continue as if absent parties were present when summoned.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1720 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1720/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικολάου Μπαρμπάτση.
Των αναιρεσίβλητων: ..... Οι 1η, 3η, 5η,και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μπριντάκη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 4ος αναιρεσείων (....) απεβίωσε στις 4-10-2005 και κληρονομήθηκε από τους: .....εκ των οποίων μόνο οι δύο πρώτες ..... δήλωσαν ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν, ο ....δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, επίσης και ο 2ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 781/3339/490/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 11-1-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης της 165/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης ωρίσθη για τη δικάσιμο της 25.1.06 κατά την οποία εματαιώθη, λόγω μη λειτουργίας των Δικαστηρίων της χώρας εξαιτίας των ακραίων καιρικών φαινομένων κατά την άνω ημερομηνία (βλ. 2642/24-1-06 απόφαση Υπουργού Δικαιοσύνης). Ηδη η πρώτη συζήτησή της επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα νομίμως με την από 27.1.06 κλήση του. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως με αριθμό 6381Γ/16-6-06 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Αθανασίου Κωστογλάνη, αντίγραφο της άνω κλήσεως, με την πάνω σ' αυτή πράξη αριθμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν. Επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντα νόμο όπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο ....., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 ΚΠολΔ). Τέλος με δήλωση των παρισταμένων ..... και ....., δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Μιχαήλ Μπριντάκη (βλ. υπ' αριθ. 9255/19.9.06 πληρεξούσιο συμ/φου Ηρακλείου Ιωάννη Μανιατάκη) που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αποφάσεως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά την οποία στην θέση τον αποβιώσαντος στις 4-10-05 αναιρεσιβλήτου πατρός τους ..... συνεχίζουν την διακοπείσα δίκη οι ίδιοι ως δε αδιαθέτου κληρονόμοι (τέκνα του) και κατά την μερίδα τους (βλ. και 9/6/06 πιστοποιητικού περισσοτέρων συγγενών του Δημάρχου Κοφινά - Ηρακλείου Κρήτης) του ετέρου εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου αδελφού τους ..... ως απλού ομοδίκου μη συνεχίζοντος της δίκη επαναλαμβάνεται παραδεκτά η διακοπείσα δίκη.
ΕΠΕΙΔΗ ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ για λήψη ή μη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως (Ολομ.
ΑΠ 3/1997). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον προβαλλόμενο με τις προτάσεις ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της εφέσεως, κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ, διότι κατά της αυτής αποφάσεως οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει άλλες δύο εφέσεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την εκτίμηση του δικογράφου των από 26-1-2004 προτάσεων του αναιρεσείοντος, κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν προέβαλε αυτός παραδεκτώς ένσταση απαραδέκτου της υπό την κρίση του Εφετείου εφέσεως, από δε την εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει, ότι οι εκκαλούντες ρητώς παραιτήθηκαν και από τις δύο προηγούμενες εφέσεις.
Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο 1ος αυτός λόγος της αναιρέσεως και κατά το β' μέρος, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την τρίτη έφεση ή τουλάχιστο τη συζήτησή της εξαιτίας της εκκρεμοδικίας.
Επίσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο 2ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά προσήκουσα εκτίμηση και δη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση λόγω της αοριστίας των λόγων τη καθ' όσον οι τρεις λόγοι εφέσεως είναι ορισμένοι και παραδεκτοί, όπως από το δικόγραφο της έφεσης προκύπτει.
ΕΠΕΙΔΗ η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα για το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία της αγωγής), ο Αρειος Πάγος εξετάζει το δικόγραφο αυτό και αποφαίνεται αν υπάρχει ή όχι ποσοτική αοριστία και σε καταφατική περίπτωση αναιρεί την απόφαση, εφόσον θεμελιώνονται οι λόγοι αναιρέσεως των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως "ένα αγροτικό ακίνητο συνολικής έκτασης 13.216,16 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ..... ....., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Μοιρών και ειδικώτερα στη θέση "....." συνορευομένου γύρω - γύρω:
με επαρχιακό δρόμο προς ....., με ιδιοκτησία ....., με ιδιοκτησία ....., και όπως ειδικώτερα τούτο φαίνεται και αποτυπώνεται στο με χρονολογία Νοέμβριος 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γεωργίου Παραστατίδη". Ο προσδιορισμός αυτός της ταυτότητας του ακινήτου, κατά θέση και όρια, είναι σαφής και ορισμένος, ως εκ περισσού δε γίνεται παραπομπή στο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο δεν επισυνάπτεται στην αγωγή και επομένως δεν λαμβάνεται υπόψη.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας "πλήρως ορισμένη" την αγωγή και απορρίπτοντας την σχετική ένσταση του εναγόμενου, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 και 1 ΚΠολΔ απαιτούν για τη θεμελίωση της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής. Επομένως ο 3ος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ. ΑΠ 43/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 4ο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 10761/30-4-1998 ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ συντάχθηκε μετά την συζήτηση στον α' βαθμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι προτάθηκε νόμιμα κατά την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτώς έγινε επίκληση και προσαγωγή του νέου αυτού αποδεικτικού μέσου στην κατ' έφεση δίκη.
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν.
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την 1623/2001 απόφαση του Τριμ. Πλημ. Ηρακλείου καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα πρακτικά αυτής, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών.
Επομένως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον 5ο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΕΠΕΙΔΗ με τον 6ο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται κατά προσήκοντα εκτίμηση η αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε το Εφετείο ότι καταρτήθηκε μεταξύ των διαδίκων ατύπως χρησιδανείου αξίας 1.500.000 δρχ. με βάση τις μαρτυρικές καταθέσεις χωρίς να απεδείχθη ως απαιτείτο προς τη σύμβαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον η σύμβαση χρησιδανείου καταρτιζομένης ατύπως, μπορεί να αποδειχθεί με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 393 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα αναφέρεται στο λόγο που αναφέρεται.
ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, κατά τα κύρια σημεία αυτών: Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 13.216,16 τ.μ., κατά το μεγαλύτερο τμήμα του είναι αγρός ακαλλιέργητος και προσφερόταν μόνο για την εκτροφή ζώων.
Μέχρι το 1928 ανήκε κατά κυριότητα στον ....., ο οποίος το 1929 το παραχώρησε ατύπως στους γιούς του ..... και ....., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται αυτό, εκτρέφοντας εκεί τα ποίμνιά τους. Ο ..... το 1950 παραχώρησε ατύπως τη συννομή του στους ενάγοντες - τέκνα του, από τους οποίους, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, απεβίωσε ο ......
και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του (α' εκκαλούσα) και τα δύο τέκνα του (β' και γ' των εκκαλούντων). Οι ενάγοντες συνέχισαν τις ίδιες πράξεις νομής, όπως και ο δικαιοπάροχός τους και έτσι μετά την παρέλευση εικοσαετίας κατέστησαν συγκύριοι αυτού. Στα τέλη δεκαετίας 1970, λόγω του ότι οι ενάγοντες διέμεναν με τις οικογένειές τους σε μέρη μακριά του επίδικου, παραχώρησαν ατύπως, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση και εκμετάλλευση αυτού, κατά τα ποσοστά που τους ανήκαν, στον εναγόμενο, ο οποίος εκμεταλλευόταν και το υπόλοιπο για λογαριασμό του ίδιου και των αδελφών του, στους οποίους είχε παραχωρηθεί ατύπως από τον πατέρα τους ..... ....., που απεβίωσε το 1991.
Μέχρι τότε ούτε ο ..... ....., αλλά ούτε και ο εναγόμενος αρνήθηκαν ότι οι ενάγοντες είχαν δικαιώματα στο επίδικο. Για πρώτη φορά το 1993, όταν η από τους ενάγοντες ..... επισκέφθηκε το επίδικο με τοπογράφο, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι οι ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα στο επίδικο και ότι τούτο ανήκει αποκλειστικά σ' αυτόν.
Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, κατά τα 32/64 εξ αδιαιρέτου ποσοστά, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και επομένως οι 7ος και 8ος λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 1-7-2004 αίτηση, περί αναιρέσεως τις υπ' αριθ. 165/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ