Supreme Court dismisses appeal claiming breach of common sense regarding economic conditions and loan terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a loan dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider sudden economic changes and aggressive lending practices, claiming a breach of common sense. The court rejected these claims as inadmissible because they concern factual findings rather than the legal interpretation of rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(b) and 560(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Arguments alleging a breach of common sense regarding factual circumstances are inadmissible as they do not concern the interpretation of legal rules or the incorrect application of established legal principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 171 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 171/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Π. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Δρούτσα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου, που δήλωσε - γνωστοποίησε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της τα ως άνω στοιχεία του Ειδικού Εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Magnus NPL Finance DAC", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μπατιάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6310/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6833/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2021 αίτησή της, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 7-6-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, η 1η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 29-3-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10943/983/9-6-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6833/2019 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδικάσθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." και "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", αντιστοίχως.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτώς και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 449/2022, Α.Π. 508/2020) και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση.
Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024). Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 247/2024).
Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 25, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Δ. και την υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως η επισπεύδουσα την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ν.
Γ., ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και το πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Από την διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της προσθέτου παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 3/2021, Ολ. Α.Π. 17/2004, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1102/2022). Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της προσθέτου παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στην δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη, κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ., αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στην διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1731/2011, Α.Π. 1485/2006, Α.Π. 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποίαν ασκεί αυτός, που κατέστη διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από την δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 610/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω Ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχειρίσεως ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες αποκτήσεως, οι οποίες, συνήθως, έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχειρίσεως των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδιώξεώς τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικώς από τις εταιρείες διαχειρίσεως απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ.
γ' του Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών - καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος, εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος (Ολ.
Α.Π. 1/2023, Α.Π. 610/2023). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 756/2017, Α.Π. 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται, ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Π.", με το από 7-6-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-6-2024 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα και στις αναιρεσίβλητες (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. ...-2024 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α. Μ. και τις υπ' αριθμ. ...-2024, ...-2024, ...-2024 και ...-2024 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α.
Κ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξουσία των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία "Magnus NPL Finance DAC", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει αδειοδοτηθεί νομίμως και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχειρίσεως απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την Τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως αξιώσεων, δυνάμει της από 16-12-2022 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 και, ειδικότερα, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο 15, με αριθμό 228 και με αριθμό Πρωτοκόλλου 981/19-12-2022, μεταβίβασε τις απαιτήσεις αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, στην αλλοδαπή εταιρεία, με την επωνυμία "Magnus NPL Finance DAC", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει συσταθεί νομίμως και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και η ένδικη απαίτηση της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρον 80 και 83 του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 του Κ.Πολ.Δ) και εφόσον η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 25-6-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10267/4-7-2014) αίτησή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε την ρύθμισή τους από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 6310/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο ενδεχόμενο δόλο της αιτούσας στην περιέλευσή της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών χρεών της. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η αιτούσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 18-01-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 13202/411/17-04-2018) έφεσή της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε αυτήν τυπικώς και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδάφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από αίτηση της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 4-7-2014, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 778/2022).
Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020).
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023). Ειδικώς η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πιστώσεως, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο, που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 104/2024, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1104/2023, Α.Π. 988/2023).
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 3/2014, Ολ. Α.Π. 1/2013, Ολ. Α.Π. 8/2006).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρον 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και, συνακολούθως, κατ' άρθρον 560 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, καθώς και αποφάσεως του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από τον νόμο στοιχείων για την θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Α.Π. 104/2024, Α.Π. 601/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 935/2020, Α.Π. 213/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος αυτών, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά την προβολή σχετικού ισχυρισμού της περί αοριστίας της ενστάσεως του δόλου της, την οποία επικαλέσθηκαν οι πιστώτριές της και τον οποίον (ισχυρισμό) που προέβαλε, τόσον πρωτοδίκως, όσον και ενώπιον του Εφετείου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε τον περί αοριστίας της εν λόγω ενστάσεως ισχυρισμό της.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Ειρηνοδικείου οι πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των καθών η αίτηση, με τις έγγραφες προτάσεις τους, προέβαλαν την ένσταση περί δολίας περιελεύσεως της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας της να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς αυτές την οποία (ένσταση) επανέφεραν με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οι πρώτη και δεύτερη εξ αυτών.
Ειδικότερα, η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" ισχυρίσθηκε ότι "Το καταχρηστικό της συμπεριφοράς της απούσας καταδεικνύεται από το γεγονός ότι έχει δανειστεί πολλά καταναλωτικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια), τα οποία έχουν υψηλό επιτόκιο. Επιπλέον, η αιτούσα δανείστηκε υψηλά ποσά στεγαστικών δανείων, ενώ στην αίτησή της δηλώνει πως στην κυριότητά της ανήκει η κύρια κατοικία της, την οποία αγόρασε και της οποίας η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 30.090,50 ευρώ.
Εύλογο είναι να διερωτάται κανείς πώς αξιοποιήθηκαν τα χρήματα των στεγαστικών δανείων [συνολικού ύψους 139.441,27 (133.825,75 + 5.615,52)]. Προφανώς η αιτούσα, δηλαδή, επιδίωξε να ζήσει πέρα από τις δυνάμεις της δανειζόμενη ποσά, τα οποία γνώριζε ότι δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει. Επομένως, συμπεραίνουμε ότι δολίως δανείστηκε αυτά τα ποσά αδιαφορώντας για την αποπληρωμή τους, καθώς ήδη γνώριζε τις οικονομικές της δυνατότητες.
Άλλωστε πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος που αμείβεται με 966,72 Ευρώ το μήνα να αναλαμβάνει δανειακές υποχρεώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το εισόδημά του, καταλήγοντας εν τέλει να οφείλει άνω των 229.000,00 ευρώ. Μάλιστα σύμφωνα με την επίδικη αίτηση η αιτούσα έμεινε άνεργη λόγω οικειοθελούς της αποχώρησης από την εργασία της και μάλιστα για το λόγο αυτό έλαβε αποζημίωση ύψους 29.869,63 ευρώ, τα οποία όμως δεν κατέβαλε εξ ολοκλήρου στις πιστώτριες της Τράπεζες.
Προδήλως πρόκειται για υπαίτια ανεργία. Από τις άνω αναφερθείσες ενέργειες της απούσας οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως η αιτούσα είτε αποκρύπτει εισοδήματα είτε δανείστηκε δόλια και καταχρηστικά από τις Τράπεζες, γνωρίζοντας ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την αποπληρωμή των εν λόγω δανειακών συμβάσεων".
Το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" ισχυρίσθηκε: "Εν προκειμένω, η αιτούσα δημιούργησε τα ένδικα χρέη, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 229.542,12€ δολίως, προβαίνοντας σε υψηλό δανεισμό, αν και γνώριζε εξ αρχής και αποδεχόταν την αδυναμία κάλυψης και εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, τις οποίες εξ αρχής ανελάμβανε με τα πιστωτικά ιδρύματα και την Τράπεζά μας", ενώ η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ισχυρίσθηκε: "Από τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αίτηση προκύπτει σαφέστατα ο διαρκής δανεισμός και η συνεχής πρόσβαση της αιτούσας σε μέσα δανειοδότησης, γεγονός που υποδηλώνει δόλια μόνιμη αδυναμία πληρωμής.
Όπως προκύπτει από την εξέλιξη του δανεισμού, η αιτούσα, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε νέα μέσα δανειοδότησης και πίστωσης, αποσιωπούσε ή παρέλειπε να δηλώνει την ύπαρξη υφιστάμενων οφειλών - οικονομικών της υποχρεώσεων.
Πράγματι, η αιτούσα ενώ γνώριζε ήδη, πολύ πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 2 ν. 3869/2010 και στη συνέχεια της αίτησης του άρθρου 4 ν. 3869/2010 την άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και συνεπώς την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, εξακολουθούσε να κάνει χρήση την ανακυκλούμενης πίστωσης, που λάμβανε μέσω των πιστωτικών καρτών και των προσωπικών δανείων, που είχε συνάψει με τους πιστωτές τους.
Περαιτέρω, η αιτούσα δεν μπορούσε να μην γνωρίζει ότι σε περίπτωση που καλούνταν να καταβάλει τα ποσά που είχε δανειστεί ή πιστωθεί δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί. Επομένως, ενώ γνώριζε τις περιορισμένες οικονομικές της δυνατότητες και συνεπώς την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις δανειακές της και πιστωτικές της υποχρεώσεις, δολίως ανέλαβε υποχρεώσεις συνολικού ύψους πλέον των € 230.000,00.
Εξάλλου, κατά τη διατύπωση του ν. 3869/2010, για να μπορεί να επωφεληθεί ο οφειλέτης από τη ρύθμιση του νόμου, θα πρέπει η αδυναμία του να μην οφείλεται σε δόλο. Εφόσον αναγνωρίζεται δόλος από την πλευρά του οφειλέτη ως προς την περιαγωγή του σε κατάσταση αδυναμίας να αποπληρώσει της οφειλές του, δεν μπορεί να του επιτραπεί η ρύθμιση αυτών κατά εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του Νόμου.
Εν προκειμένω, θεωρούμε ότι συντρέχει προφανής δόλος στο πρόσωπο της αιτούσας. Ο δόλος της συνίσταται στην από μέρους της ανάληψη της ευθύνης για αποπληρωμή χρέους, που απορρέει από πολυάριθμες συμβάσεις δανείων και από την ανεξέλεγκτη χρησιμοποίηση πιστωτικών καρτών χωρίς να έχει τη σχετική οικονομική δυνατότητα. Μάλιστα, σημειώνουμε πως ο μεγαλύτερος όγκος των δανειακών της υποχρεώσεων αφορά σε καταναλωτικά δάνεια και σε πιστωτικές κάρτες, το οποίο προκαλεί μεγάλη εντύπωση δεδομένης και της ιδιότητάς της ως τραπεζικής υπαλλήλου. Πράγματι, η αιτούσα δεν αποτελεί το μέσο καταναλωτή πιστωτικών και τραπεζικών προϊόντων, ο οποίος μπορεί να παρασύρθηκε μη όντας εξοικειωμένος με τις τραπεζικές συναλλαγές. Η αιτούσα ήταν τραπεζικός υπάλληλος και συνεπώς γνώριζε άριστα τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε και, συνακόλουθα, γνώριζε και αποδεχόταν το γεγονός ότι δεν μπορούσε εξ αρχής να ανταποκριθεί σε αυτές.
Συνεπώς, πέρα από τη δόλια περιέλευση σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, η αιτούσα ενήργησε με τρόπο καταχρηστικό αλλά και, επιπλέον, δεν πληροί την προϋπόθεση του Νόμου για επιγενόμενη αδυναμία πληρωμών, αλλά βρισκόταν εξαρχής στην κατάσταση αυτή. Η δε καταχρηστικότητα στη συμπεριφορά της αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι σε νεαρή ηλικία, μόλις 36 ετών είχε αναλάβει δανειακές υποχρεώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ αλλά και από το γεγονός ότι στην ίδια νεαρή ηλικία επέλεξε την εθελούσια έξοδό της από την εργασία της βγαίνοντας στη μόνιμη ανεργία και λαμβάνοντας σημαντικού ύψους αποζημίωση, την οποία δεν χρησιμοποίησε για την τακτοποίηση των υπέρογκων οφειλών της.
Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δεν είχε πλήρη γνώση του χρεωστικού καταλοίπου, που θα προέκυπτε από κάθε σύμβαση, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι σε όλες τις συμβάσεις προβλεπόταν, ήδη από το χρόνο κατάρτισής τους, ένα συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, το οποίο, αν το αξιοποιούσε, θα καλούνταν να το εξοφλήσει.
Και βέβαια, η υπερχρέωση της αιτούσας δεν οφείλεται στην επιβάρυνση της οφειλής της με τόκους ή έξοδα. Η αιτούσα κεφάλαιο οφείλει. Η επίκληση δε από αυτήν των χαμηλών εισοδημάτων της και των περιορισμένων περιουσιακών της στοιχείων ενισχύει ακόμη περισσότερο την πεποίθηση ότι είχε περιέλθει με δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της, πριν καν ανακύψει η σχετική ευθύνη της για αυτά.
Γιατί ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, που έχει περιορισμένα εισοδήματα ή περιουσία, φροντίζει να έχει και περιορισμένο δανεισμό. Διαφορετικά, εάν δανείζεται έχοντας επίγνωση των περιορισμένων οικονομικών του δυνατοτήτων, καθίσταται σαφές ότι έχει πρόθεση να δημιουργήσει χρέη με σκοπό να μην τα αποπληρώσει".
Περαιτέρω, ενώπιον του Εφετείου επαναπρότειναν τον ίδιο ισχυρισμό η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Συγκεκριμένα, η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" ισχυρίσθηκε: "Το καταχρηστικό της συμπεριφοράς της απούσας καταδεικνύεται από το γεγονός ότι έχει δανειστεί πολλά καταναλωτικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια), τα οποία έχουν υψηλό επιτόκιο.
Επιπλέον, η αιτούσα δανείστηκε υψηλά ποσά στεγαστικών δανείων, ενώ στην αίτησή της δηλώνει πως στην κυριότητά της ανήκει η κύρια κατοικία της, την οποία αγόρασε και της οποίας η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 30.090,50 Ευρώ. Εύλογο είναι να διερωτάται κανείς πώς αξιοποιήθηκαν τα χρήματα των στεγαστικών δανείων [συνολικού ύψους 139.441,27 (133,325,75+5.615,52)].
Προφανώς η αιτούσα, δηλαδή, επιδίωξε να ζήσει πέρα από τις δυνάμεις της δανειζόμενη ποσά, τα οποία γνώριζε ότι δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει. Επομένως, συμπεραίνουμε ότι δολίως δανείστηκε αυτά τα ποσά αδιαφορώντας για την αποπληρωμή τους, καθώς ήδη γνώριζε τις οικονομικές της δυνατότητες. Άλλωστε πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος που αμείβεται με 966,72 Ευρώ το μήνα να αναλαμβάνει δανειακές υποχρεώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το εισόδημά του, καταλήγοντας εν τέλει να οφείλει άνω των 229.000,00 Ευρώ.
Μάλιστα σύμφωνα με την επίδικη αίτηση η αιτούσα έμεινε άνεργη λόγω οικειοθελούς της αποχώρησης από την εργασία της και μάλιστα για το λόγο αυτό έλαβε αποζημίωση ύψους 29.869,63 Ευρώ, τα οποία όμως δεν κατέβαλε εξ ολοκλήρου στις πιστώτριες της Τράπεζες. Προδήλως πρόκειται για υπαίτια ανεργία. Από τις άνω αναφερθείσες ενέργειες της απούσας οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως η αιτούσα είτε αποκρύπτει εισοδήματα είτε δανείστηκε δόλια και καταχρηστικά από τις Τράπεζες, γνωρίζοντας ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την αποπληρωμή των εν λόγω δανειακών συμβάσεων", ενώ το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" ισχυρίσθηκε "Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αντίδικος δημιούργησε χρέη προς πιστωτικά ιδρύματα, ύψους 229.542,12€ γνωρίζοντας ότι βάσει των εισοδημάτων της και της εν γένει περιουσιακής της κατάστασης, ουδέποτε θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει.
Ειδικότερα, η αντίδικος, αν και γνώριζε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τις οφειλές της εντούτοις συνέχιζε να αναλαμβάνει οικονομικές υποχρεώσεις, έναντι των πιστωτών της, συνιστάμενες κυρίως σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, αποδεχόμενη την ανάληψη συμβατικών υποχρεώσεων των οποίων η εξυπηρέτηση ήταν, μελλοντικά, επισφαλής, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, δεν προέκυψε κάποια αναγκαιότητα για την λήψη τους.
Συνακόλουθα, η αιτούσα κατέστησε μετέωρη και επισφαλή την ικανοποίηση των απαιτήσεών μας σε σημείο ώστε, σήμερα, τα χρέη της να καταστούν ληξιπρόθεσμα και κατ' επέκταση να μην είναι εφικτή η εξυπηρέτηση των οφειλών της, τη στιγμή που καρπώθηκε τα χρήματα των πιστωτριών Τραπεζών ...
Εν προκειμένω, η αιτούσα δημιούργησε τα ένδικα χρέη, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 229.542,12€ δολίως, προβαίνοντας σε υψηλό δανεισμό, αν και γνώριζε εξ αρχής και αποδεχόταν την αδυναμία κάλυψης και εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, τις οποίες εξ αρχής ανελάμβανε με τα πιστωτικά ιδρύματα και με την Τράπεζά μας.
Ως εκ τούτου, η παραπάνω συμπεριφορά της αιτούσας, αποδεικνύει σαφώς την υπαιτιότητά της ως προς την επικαλούμενη αδυναμία πληρωμών στην οποία έχει περιέλθει, ώστε πρέπει και εξ αυτού του λόγου να απορριφθεί η υπό κρίση αίτησή της". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η προβληθείσα, πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου, ως άνω, ένσταση από τις καθών η αίτηση της αναιρεσείουσας είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 στοιχεία και, ειδικότερα, διαλαμβάνει ότι η αιτούσα συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και γνώριζε ή, έστω, προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, συνολικού ύψους 241.740,11 ευρώ, ενόψει, αφενός μεν, των οικονομικών της δυνατοτήτων, αφετέρου δε, των βιοτικών αναγκών της και των μηνιαίων δόσεων των δανείων, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακολούθως, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτριας. Επομένως, οι εξεταζόμενοι πρώτος και ο δεύτερος των λόγων αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα εξής περιστατικά: "Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα ηλικίας σήμερα 42 ετών και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης 37 ετών (γεννηθείσα στις 13-02-1977), είναι άγαμη και άτεκνη και μέχρι τις 21-11-2013 εργαζόταν ως τραπεζική υπάλληλος σε υποκατάστημα της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", με μηνιαίο μισθό 966,72 ευρώ.
Στις 21-11-2013 υπογράφτηκε μεταξύ της εκκαλούσας και της εργοδότριας τράπεζας το από 21-11-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό περί "Εθελούσιας Εξόδου Νοεμβρίου 2013" και έλαβε ως αποζημίωση το ποσό των 29.869,63 ευρώ. Έκτοτε και μέχρι την 20-04-2017 ήταν άνεργη, εγγεγραμμένη στα μητρώα του ΟΑΕΔ (βλ. το δελτίο ανεργίας της έτους 2014 και τη σχετική από 18-04-2016 βεβαίωση του ΟΑΕΔ).
Από το 2017 και μέχρι σήμερα εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος, με καθεστώς μερικής απασχόλησης στην εταιρία εκμίσθωσης οπτικοακουστικών μέσων (DVD) με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "SEVEN SPOT", στην περιοχή Πεύκα, λαμβάνοντας μηνιαίως ως μισθό το ποσό των 228,96 ευρώ. Τα εισοδήματα της εκκαλούσας κατά το παρελθόν, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε1) και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα της Δ.Ο.Υ.
Καλαμαριάς, ήταν τα ακόλουθα: 1) το οικονομικό έτος 2006 (ήτοι χρήση του 2005) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 14.284,87 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 685,43 ευρώ, ποσό 13.599,44 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.133,28 ευρώ μηνιαίως), 2) το οικονομικό έτος 2007 (ήτοι χρήση του 2006) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 15.464,03 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 1.039,17 ευρώ, ποσό 14.424,86 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.202,07 ευρώ μηνιαίως), 3) το οικονομικό έτος 2008 (ήτοι χρήση του 2007) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 18.353,51 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 1.842,51 ευρώ, ποσό 16.511,00 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.375,91 ευρώ μηνιαίως), 4) το οικονομικό έτος 2009 (ήτοι χρήση του 2008) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 23.120,15 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 3.002,43 ευρώ, ποσό 20.117,72 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.676,47 ευρώ μηνιαίως), 5) το οικονομικό έτος 2010 (ήτοι χρήση του 2009) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 19.584,75 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 1.896,19 ευρώ, ποσό 17.688,56 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.474,04 ευρώ μηνιαίως), 6) το οικονομικό έτος 2011 (ήτοι χρήση του 2010) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 19.038,35 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 1.449,22 ευρώ, ποσό 17.589,13 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.465,76 ευρώ μηνιαίως), 7) το οικονομικό έτος 2012 (ήτοι χρήση του 2011) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 18.136,89 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 1.417,47 ευρώ, ποσό 16.,13 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.465,76 ευρώ μηνιαίως), 8) το οικονομικό έτος 2013 (ήτοι χρήση του 2012) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 18.465,30 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 2.036,32 ευρώ, ποσό 16.428,98 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.369,08 ευρώ μηνιαίως), 9) το οικονομικό έτος 2014 (ήτοι χρήση του 2013) είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 17.884,80 ευρώ, αφαιρουμένου δε του αναλογούντος φόρου 1.834,66 ευρώ, ποσό 16.050,14 ευρώ (ήτοι Χ12 = 1.337,51 ευρώ μηνιαίως), καθώς και το ποσό των 29.869,63 ευρώ που έλαβε ως αποζημίωση μετά την εθελούσια έξοδο από την εργασία της, 10) το φορολογικό έτος 2014 είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 770,84 ευρώ (ήτοι Χ12 = 64,23 ευρώ μηνιαίως), 11) τα φορολογικά έτη 2015 και 2016 είχε μηδενικό εισόδημα και 12) το φορολογικό έτος 2017 είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 2.148,60 ευρώ (ήτοι Χ12 = 179,05 ευρώ μηνιαίως).
Περαιτέρω, η εκκαλούσα είναι πλήρης και αποκλειστική κυρία ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του ογδόου (8) ορόφου οικοδομής κείμενης επί της οδού ..., με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης Δ9, εμβαδού μικτού 71,12 τ.μ. και καθαρού 54,71 τ.μ., αποτελούμενο από δύο (2) δωμάτια, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο.
Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2006 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Ν. με αναγραφόμενο τίμημα ποσού 50.319,00 ευρώ (όση και η αντικειμενική του αξία) που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 2388 και με αριθμό 435, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-2007 πράξης ολοσχερούς εξόφλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου.
Είναι, τέλος, κυρία ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής SEAT, τύπου IBIZA, 1.390 κυβ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2000. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της από 25-06-2014 ένδικης αίτησης της, η εκκαλούσα ανέλαβε τις ακόλουθες οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες σημειωτέον θεωρούνται ληξιπρόθεσμες από την υποβολή της οικείας αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης αυτής, εκτός από τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες, οι οποίες εξακολουθούν να παράγουν τόκους με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης οριστικής απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010).
Συγκεκριμένα η εκκαλούσα έχει αναλάβει τις παρακάτω οφειλές στα ακόλουθα τραπεζικά ιδρύματα: 1) Στην πρώτη εφεσίβλητη υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία με βάση την από 25-04-2016 βεβαίωση οφειλών της ανωτέρω τράπεζας:
α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου που έλαβε το έτος 2006, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, το συνολικό ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, των 143.290,33 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου που έλαβε το έτος 2006, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, το συνολικό ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, των 5.992,73 ευρώ και γ) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου που έλαβε το έτος 2006, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, το συνολικό ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, των 20.095,52 ευρώ. Οι τρεις ως άνω απαιτήσεις της πρώτης εφεσίβλητης τράπεζας από τις προαναφερόμενες συμβάσεις στεγαστικού δανείου είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης επί της προαναφερόμενης κύριας κατοικίας της εκκαλούσας. 2) Στην δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.":
α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου ρύθμισης οφειλών, που έλαβε το έτος 2008, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, το ποσό των, το συνολικό ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, των 21.262,64 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου ρύθμισης οφειλών που σύναψε η εκκαλούσα το έτος 2010 με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", της οποίας η ως άνω "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." κατέστη ειδική διάδοχος, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, το συνολικό ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, των 4.105,33 ευρώ. 3) Στην τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου που σύναψε η εκκαλούσα το έτος 2009 με την τράπεζα "Millenium Bank", της οποίας η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." κατέστη ειδική διάδοχος, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, το συνολικό ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, των 30.613,58 ευρώ. 4) Στην τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, που έλαβε το έτος 2010, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, το συνολικό ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, των 16.379,98 ευρώ. Το σύνολο, δηλαδή, των οφειλών της εκκαλούσας ανέρχεται στο ποσό των 241.740,11 ευρώ. Αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι η εκκαλούσα έλαβε συνολικά επτά (7) πιστωτικά προϊόντα από πέντε (5) πιστωτικά ιδρύματα και συγκεκριμένα τρία (3) στεγαστικά δάνεια, δύο (2) καταναλωτικά δάνεια και δύο (2) δάνεια ρύθμισης οφειλών.
Οι ανωτέρω δανειακές υποχρεώσεις αναλήφθηκαν από αυτή κατά τη χρονική μεταξύ των ετών 2006 έως και 2010, όταν και το μηνιαία εισόδημά της κυμαίνονταν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, μεταξύ 1.200,00 ευρώ με 1.600,00 ευρώ. Κατά το χρόνο ανάληψης των τριών στεγαστικών δανείων (2006), που αποτελούν και τον κύριο όγκο των οφειλών της, το μηνιαίο εισόδημα της ανέρχονταν στο ποσό των 1.200,00 ευρώ κατά μέσο όρο, ενώ η συνολική μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση αυτών, όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία με βάση την κατάσταση οφειλών που επισύναψε η εκκαλούσα στην αίτησή της, στο ποσό των (38,21 + 1,60 + 6.31 = 46,12 ευρώ το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης X 10 =) 461,12 ευρώ.
Αφαιρουμένου δε του ποσού αυτού από το ύψος του εισοδήματος της (1.200,00 ευρώ), απέμενε ικανό ποσό (740,00 ευρώ περίπου) για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης της (διατροφή, ψυχαγωγία, μετακινήσεις, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κ.λπ.), που κατά μέσο όρο δεν υπερέβαινε το ποσό των 600,00 ευρώ μηνιαίως ... Το 2008 έλαβε και νέο δάνειο από την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", με συνολική μηνιαία δόση ποσού 157,00 ευρώ (15,7 ευρώ το 10% της τελευταίας δόσης X 10), οπότε με βάση τα μηνιαία εισοδήματα της ποσού 1.700,00 ευρώ περίπου, μπορούσε να ανταποκριθεί στο σύνολο των μηνιαίων δανειακών υποχρεώσεων της ύψους (461,12 + 157,00 =) 618,00 ευρώ και να καλύπτει τα ατομικά της έξοδα.
Το 2009 με τη λήψη νέου δανείου από την "Millenium Bank" (της οποίας η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." κατέστη ειδική διάδοχος), αυξήθηκε το συνολικό ποσό που κατέβαλε για την εξυπηρέτηση των δανείων της κατά το ποσό των 376,30 ευρώ και ανήλθε στο ποσό των (618,00 + 376,30 =) 994,30 ευρώ. Αφαιρουμένου δε του ποσού αυτού από το ύψος των εισοδημάτων της το ίδιο έτος (2009) ποσού 1.474,04 ευρώ περίπου, απέμενε ποσό (1.474,04 - 994,30 =) 479,74 ευρώ, που δεν επαρκούσε για την κάλυψη των μηνιαίων βιοτικών της αναγκών.
Τέλος, το 2010 με τη λήψη νέων δανείων από την εκκαλούσα από την "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." και την "CITIBANK INTERNATIONAL PLC" (της οποίας η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ A.E." κατέστη ειδική διάδοχος), οι μηνιαίες δανειακές υποχρεώσεις της εκκαλούσας αυξήθηκαν κατά το ποσό των (182,10 ευρώ [18,21 ευρώ το 10% της ενήμερης δόσης X 10] + 76,50 ευρώ [7,65 ευρώ το 10% της ενήμερης δόσης Χ10] =) = 258,60 ευρώ και έτσι ανήλθαν στο ποσό των (994,30 ευρώ + 258,60 ευρώ =) 1.252,90 ευρώ.
Με δεδομένο ότι το ύψος των μηνιαίων εισοδημάτων της για το ίδιο έτος (2010) ανέρχονταν στο ποσό των 1.470,00 ευρώ κατά μέσο όρο, η υπολειπόμενη ρευστότητα της (1.470,00 - 1.252,90 =) ποσού 217,10 ευρώ δεν επαρκούσε για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης της. Δηλαδή, με βάση τα ανωτέρω, το 2009 η εκκαλούσα ενώ ήταν επιβαρυμένη ήδη την με καταβολή δόσεων ποσού 618,00 ευρώ περίπου για την εξυπηρέτηση των δανείων της και μετά την αφαίρεση αυτού από το μηνιαίο εισόδημα της (περίπου 1.700,00 ευρώ) της απέμενε ποσό 1.000,00 ευρώ περίπου για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, έλαβε και νέο καταναλωτικό δάνειο από τη "Millenium Bank" (και ήδη "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.") επιβαρυνόμενη επιπλέον με μηνιαία δόση ποσού 376,30 ευρώ αυξάνοντας το συνολικό ποσό των μηνιαίων δόσεων που έπρεπε να καταβάλλει σε 994,30 ευρώ (618,00 + 376,30), καθιστώντας, έτσι, ανεπαρκές το υπολειπόμενο εισόδημα της ποσού (1.000,00 - 994,30 =) 5,70 ευρώ για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών (650,00 με 700,00 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο ...
Το 2010 και ενώ ήταν ήδη σε αδυναμία κάλυψης των δανειακών της υποχρεώσεων, έλαβε και νέα δάνεια (καταναλωτικό από την Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε. και αναχρηματοδότησης από την CITIBANK), αυξάνοντας, έτσι, το ποσό των μηνιαίων δόσεων που έπρεπε να καταβάλλει για την κάλυψη των δανειακών της υποχρεώσεων κατά το ποσό των 258,60 ευρώ, ανερχόμενο συνολικά στο υπέρογκο για την οικονομική της κατάσταση ποσό των (994,30 + 258,60 =) 1.252,90 ευρώ.
Το είδος εξάλλου των δανείων που έλαβε η εκκαλούσα, πλέον των τριών στεγαστικών (σε σημαντικό ύψος για την εισοδηματική της κατάσταση, 130.000,00 ευρώ περίπου), ήταν καταναλωτικό και αναχρηματοδότησης για την κάλυψη παλαιότερων δανείων, χωρίς να αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα οι επιτακτικές ανάγκες που έπρεπε να καλύψει με αυτά.
Τόσο με την αίτησή της, όσο και με την ένδικη έφεση, η εκκαλούσα επικαλείται ότι ο λόγος λήψης των επίδικων δανείων ήταν προκειμένου να αντιμετωπίσει τα αιφνίδια προβλήματα υγείας των γονέων της που ανέκυψαν και πιο συγκεκριμένα του πατέρα της που υπέστη επεισόδιο αιμορραγικής αγγειακής εγκεφαλικής προσβολής, ενώ παράλληλα πάσχει από ΑΕΕ - αρ.
ημιπληγία. Έχει δε κριθεί, λόγω των προβλημάτων υγείας του (αριστερή σπαστική ημιπάρεση επί εδάφους εγκεφαλικού επεισοδίου - 65%, μόνιμος καρδιακός βηματοδότης - 30%, σακχαρώδης διαβήτης - 20%) ανάπηρος σε ποσοστό 82% (βλ. την από 15-03-2016 βεβαίωση του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Πύλης Αξιού). Επίσης η μητέρα της υπέστη ψυχικό κλονισμό, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί στην ψυχιατρική κλινική του ΓΝΘ ΑΧΕΠΑ από 25-04-2010 έως 28-05-2010 και έκτοτε παρακολουθεί τις ψυχοθεραπευτικές ομάδες της μονάδας ημερήσιας νοσηλείας μία φορά την εβδομάδα.
Πλην, όμως, από τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα και τις αποδείξεις, δεν προκύπτει το ύψος των δαπανών που επικαλείται η εκκαλούσα, αφού αυτές φτάνουν μόνο στο ποσό των 8.223,03 ευρώ. Η εκκαλούσα επικαλείται ότι οι ιατρικές δαπάνες ήταν στην πραγματικότητα πολλαπλάσιες, καθώς κατά την κοινή πείρα, οι θεράποντες ιατροί δεν χορηγούν αποδείξεις για τις ιατρικές τους υπηρεσίες.
Ωστόσο, αφενός μεν το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση χωρίς την ύπαρξη σχετικών παραστατικών, αφετέρου δε, εφόσον η εκκαλούσα δαπανούσε τα ως άνω υψηλά ποσά για την κάλυψη των ιατρικών εξόδων στο ύψος των δανείων που έλαβε όπως επικαλείται, θα φρόντιζε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ..., να λάβει σχετικές ιατρικές αποδείξεις.
Εξάλλου, η εκκαλούσα για την αγορά της κύριας κατοικίας της δαπάνησε μεγαλύτερο ποσό από το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο (50.319,00 ευρώ) που αντιστοιχεί στην αντικειμενική της αξία, δεδομένου ότι κατά το χρόνο αγοράς εμπορικές αξίες των ακινήτων στη Θεσσαλονίκη ήταν ανώτερες των αντικειμενικών.
Πλην όμως ουδόλως δικαιολογείται η αιτία δανεισμού της με τα λοιπά καταναλωτικά δάνεια και αυτά της αναχρηματοδότησης, σημαντικού ύψους και ειδικότερα 54.712,45 ευρώ [ήτοι 11.164,23 ευρώ το 2008 από την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", + 22.648,22 ευρώ το 2009 από την "Millenium Bank", της οποίας η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." κατέστη ειδική διάδοχος + 17.000,00 ευρώ το 2010 από την "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." + 3.900,00 ευρώ το 2010 από την "CITIBANK INTERNATIONAL Α.Ε." της οποίας η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." κατέστη ειδική διάδοχος], λαμβανομένου υπόψη ότι η εκκαλούσα δεν είχε άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις (λ.χ.
διατροφή ανηλίκων τέκνων, συμβολή στις ανάγκες της οικογένειας κ.λπ.). Όλα δε τα καταναλωτικά δάνεια λήφθηκαν από αυτήν προ της εθελούσιας εξόδου της από την εργασία της στην τράπεζα Eurobank Ergasias το 2013, ώστε να μη δικαιολογείται η λήψη της εξαιτίας της εντεύθεν απώλειας του μισθού της. Επομένως, με τη λήψη τους, η εκκαλούσα επιδίωκε την εξασφάλιση ενός επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από αυτό που της επέτρεπε η οικονομική της κατάσταση, αποδεχόμενη πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα της υπερχρέωσης της την αδυναμία πληρωμής του συνόλου των δανειακών της υποχρεώσεων τους με βάση την προαναφερόμενη εισοδηματική της κατάσταση.
Η εκκαλούσα, δηλαδή, ενώ είχε ήδη επιβαρυνθεί με τα στεγαστικά δάνεια έλαβε καταναλωτικά δάνεια από περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να αναβαθμίσει το βιοτικό της επίπεδο, χωρίς ωστόσο να έχει τις αναγκαίες οικονομικές δυνάμεις για να εξυπηρετήσει την αποπληρωμή τους, γεγονός που ήταν σε γνώση της, τουλάχιστον ως ισχυρό ενδεχόμενο, κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων.
Η υπαιτιότητα, δηλαδή, της εκκαλούσας με βάση τα παραπάνω περιστατικά, είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών της ως πιθανό και το αποδέχθηκε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών που διαλαμβάνει με την ένδικη έφεσή της ... Η εκκαλούσα, εν προκειμένω, προέβλεψε από την αρχή ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της δυσκολίας στην αποπληρωμή των χρεών που δημιούργησε, η πραγμάτωση του οποίου παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα και το αποδέχθηκε (ενδεχόμενος δόλος), ήτοι έλαβε τα δάνεια αψηφώντας το ισχυρό ενδεχόμενο της δυσκολίας στην αποπληρωμή τους, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή τους ...
Εν προκειμένω, αφενός δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα εξαπάτησε τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων προκειμένου να συνάψουν τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, αφετέρου τα δάνεια εγκρίθηκαν από τις τράπεζες αφού λήφθηκε υπόψη το σταθερό εισόδημα από τη μισθοδοσία της και η εν γένει οικονομική της συμπεριφορά.
Ωστόσο, η τελική απόφαση για την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης, είτε δοθούν επαρκείς εξηγήσεις από τον πιστωτικό φορέα είτε όχι, βαρύνει αποκλειστικά τον πιστολήπτη, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το μορφωτικό επίπεδο της εκκαλούσας ήταν επαρκές ώστε να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων της και την ανάληψη του κινδύνου που αναλάμβανε.
Ειδικότερα μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας ως πρώην τραπεζικός υπάλληλος μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα προϊόντα καταναλωτικής πίστης που έλαβε χορηγούνται με υψηλό επιτόκιο. Έτσι, ο καταναλωτής δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση του να επιδείξει επιμέλεια και πρόνοια για την επιλογή της κατάλληλης πίστωσης κατά την κατάρτιση της σύμβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβη στην λήψη των ανωτέρω δανείων, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποιο έκτακτο γεγονός ή πιεστική ανάγκη που έπρεπε να καλύψει όσον αφορά τα καταναλωτικά δάνεια, όπως αποδείχθηκε, που εκ των προτέρων γνώριζε ενόψει του ύψους τους, τουλάχιστον ως ενδεχόμενο, ότι θα δυσκολευτεί να αποπληρώσει και να εξυπηρετήσει συνολικά, ενόψει των εισοδημάτων της και της εν γένει οικονομικής της κατάστασης, η οποία από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αναμενόταν βάσιμα η σημαντική βελτίωση της στην οποία μπορούσε να ελπίζει (ώστε ενδεχομένως να στοιχειοθετείται αμέλεια και όχι ενδεχόμενος δόλος ως μορφή υπαιτιότητας στο πρόσωπο της αναφορικά με τη δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών που θα διαμορφώνονταν κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων).
Συνεπώς, ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι οι πιστώτριες ακολουθούσαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να δανειοδοτήσουν την εκκαλούσα, γεγονός που ουδόλως αποδείχθηκε, η επιλογή για τη λήψη αυτών βάρυνε αποκλειστικά την ίδια. Κατά συνέπεια αποδείχθηκε ότι η αιτούσα - εκκαλούσα δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρεών της, και, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κάνοντας δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την σχετική προβληθείσα από τις παριστάμενες καθ'ων η αίτηση - εφεσίβλητες τραπεζικές εταιρίες, ένσταση περί δόλιας περιέλευσής της στην κατάσταση παύσης των πληρωμών της και ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αίτηση της εκκαλούσας, με την οποία αυτή ζητούσε να ρυθμιστούν τα χρέη της προς τα εφεσίβλητα πιστωτικά ιδρύματα κατά τους όρους του Ν. 3869/2010, καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών της στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010".
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με βάση τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτούσα δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της εξαιτίας του υπερδανεισμού της, καθόσον: α) από το έτος 2006 έως το έτος 2010 έλαβε επτά (7) πιστωτικά προϊόντα από πέντε (5) πιστωτικά ιδρύματα και, συγκεκριμένα, τρία (3) στεγαστικά δάνεια, δύο (2) καταναλωτικά δάνεια και δύο (2) δάνεια ρυθμίσεως οφειλών, β) αν και από το έτος 2009 και μετά αντιμετώπιζε δυσκολίες στην εξόφληση των δανείων της, συνέχισε να προβαίνει στην κατάρτιση δανειακών συμβάσεων και να αναλαβαίνει το κόστος εξοφλήσεως αυτών, γ) κατά τον χρόνο λήψεως των ένδικων δανείων το ύψος των καταβλητέων μηνιαίων δόσεων ανήλθε σε αντίστοιχο ύψος με τις, αναλυόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνολικές μηνιαίες αποδοχές της, δ) πέραν των οικογενειακών εισοδημάτων και της οικίας της η αιτούσα δεν είχε άλλα εισοδήματα ούτε κάποιο άλλο ακίνητο, το οποίο θα μπορούσαν να εκποιήσει, για να αντιμετωπίσειτις δανειακές υποχρεώσεις της, περιστατικά, τα οποία η αιτούσα γνώριζε από τον καιρό, που λάμβανε τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα, διαβλέποντας ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον και αποδεχόμενη αυτό ως επακόλουθη συνέπεια.
Έτσι όπως έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, 330 του Α.Κ. και 27 του Π.Κ., που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ούτε αυτές των άρθρων 288 του Α.Κ., 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της δολίας περιελεύσεως των αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Εξάλλου, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε την Α.Κ. 300, μη λαμβάνοντας υπ' όψιν την αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα των πιστωτριών Τραπεζών, γιατί παραβίασαν την καθιερούμενη με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β'/917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστεως και του υπεύθυνου δανεισμού, επειδή γνώριζαν την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμής της και, εντούτοις, την δανειοδότησαν υπέρμετρα, παραβιάζοντας ευθέως την Αρχή του Υπεύθυνου Δανεισμού, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.
τελευταίο του Ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία και δεν ασκεί έννομη επιρροή η τυχόν παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη. Οι περαιτέρω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως μη επαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται, κατά τα λοιπά, με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν Δικαστήριο.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τα σκέλη τους από τους αριθμούς 1 εδάφ. α' και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (εσφαλμένως έγινε επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.).
Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος και αντίστοιχος του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. οριζόμενος λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 469/1984, Α.Π. 987/2023) και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 1054/2023). Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα", που το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπ' όψιν, παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από την λήψη ή την μη λήψη υπ' όψιν των "πραγμάτων".
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμον στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολ.
Α.Π. 469/1984, Α.Π. 987/2023), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα" δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση αποδείξεως του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 38/2021). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, επίσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 954/2011), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 9/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπ' όψιν τους κάτωθι αναφερομένους ισχυρισμούς της, που περιλαμβάνονται στην αίτησή της προς στήριξη του αιτήματός της: 1) Περί ανυπαίτιας, απρόβλεπτης, αιφνίδιας και αναπότρεπτης μειώσεως των εισοδημάτων της μετά το 2010, λόγω της οικονομικής κρίσεως και των Μνημονίων, 2) Για τις δαπάνες της λόγω των προβλημάτων υγείας των γονέων της, 3) Για την ελεύθερη χορήγηση των δανείων από τους πιστωτές της, μετά από ενδελεχή έλεγχο από αυτούς των εισοδημάτων της και 4) Του συντρέχοντος πταίσματος των πιστωτών της, κατ' άρθρον 300 του Α.Κ., λόγω παραβιάσεως από αυτούς της Αρχής του Υπεύθυνου Δανεισμού.
Ο ερευνώμενος λόγος, όσον αφορά τους τρείς πρώτους ισχυρισμούς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι να θεωρούνται "πράγματα", κατά την εκτεθείσα στην νομική σκέψη έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα, τα οποία η αναιρεσείουσα αντλεί από τις αποδείξεις.
Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεκτίμησε και τον προταθέντα, από το άρθρο 300 του Α.Κ., ισχυρισμό της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει, αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένως. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 551/2020).
Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δεν έλαβε υπ' όψιν: 1) την ανυπαίτια, απρόβλεπτη και αιφνίδια μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στην Χώρα μετά το 2009, 2) την επιθετική πολιτική προωθήσεως των δανειακών προϊόντων εκ μέρους των πιστωτών της, με σκοπό τον υπέρμετρο πλουτισμό τους, 3) το γεγονός ότι μέχρι τα τέλη του 2010 δεν είχε την παραμικρή υπόνοια περί επικείμενης μειώσεως των εισοδημάτων της 4) ότι δεν επέλεξε να παραιτηθεί από την εργασία της, αλλά εξωθήθηκε σε παραίτηση και 5) την παραβίαση από τους πιστωτές της της Αρχής του Υπεύθυνου Δανεισμού.
Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτες, διότι δεν ανάγονται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο συναφής τελευταίος λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.
β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6833/2019 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ