Legislator Case Law & Legislation
171/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against consumer credit contract default ruling due to insufficient fraud proof.

Case Number 171/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the third appeal ground against a first-instance default judgment in a consumer credit dispute. The appellant argued that the lower court erred by requiring direct fraud rather than considering potential fraud under Article 330 of the Civil Code. The court agreed, finding the lower court's interpretation of fraud too narrow and violating the statutory obligation to assess creditworthiness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(1) of Law 3869/2010 and Article 330 of the Civil Code: The court established that a lender must assess a consumer's creditworthiness and that fraud is established only by direct deception or concealment of non-recorded obligations, not merely by the debtor's inability to pay.

Keywords

AI generated
consumer credit contract fraudulent default potential fraud Article 330 Civil Code direct fraud creditworthiness assessment appeal against default

Cited Legislation

AI generated
Article 1(1) of Law 3869/2010
Η κρινόμενη, από 26-4-2018, αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν.
Article 330 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 171 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 171/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 17-8-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 10-9-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Β. Τ. του Σ., 2) Π. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Γυφτάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4η και 5ος δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-9-2012 (αριθμ. καταθ. 28/2012 και 26/2012) αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αταλάντης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον άλλο διάδικο που επέσπευσε τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.2, 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως στο τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωση του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 240/2011).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 4, 110, 558 εδαφ. β' και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η άσκηση αίτησης αναίρεσης από έναν αναγκαστικό ομόδικο θεωρείται από τον νόμο ως άσκηση και από τους λοιπούς αναγκαστικούς ομοδίκους, οι οποίοι, παρότι αδράνησαν και δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης, θεωρούνται ως αναιρεσείοντες και πρέπει να καλούνται κατά τη σχετική συζήτηση.

Εάν οι αναγκαστικοί ομόδικοι που κλητεύθηκαν νόμιμα δεν εμφανιστούν στη συζήτηση, θεωρούνται σαν να ήταν παρόντες και η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία τους (ΑΠ 1217/2014, ΑΠ 1230/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 26-4-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 66/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 15-3-2019 , με αρ.

πινακίου 21, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 568 παρ.2-4 ΚπολΔ), οπότε και αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 20-3-2020, με αριθμό πινακίου 14 (βλ. την από 13-1-2020, με αριθμό πρωτ. 10 Βεβαίωση Αναβολής, του Γραμματέως του Δ' Πολιτικού Τμήματος Αρείου Πάγου).

Όπως προκύπτει από τις α) 3083/9-11-2018, 3080/9-11-2018 και εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών Μεταξίας Μάρκου και την 7581Γ'/10-12-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Λαμίας Ε. Π., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ακριβές αντίγραφο της από 26-4-2018 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την ως άνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (15-3-2019) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 3η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων.

Ακολούθως, κατά τη δικάσιμο της 20-3-2020 η συζήτηση της αναιρέσεως ματαιώθηκε, λόγω της διακοπής λειτουργίας των δικαστηρίων στα πλαίσια των ληφθέντων μέτρων για τον περιορισμό της μετάδοσης του covid-19. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2020 κλήση της, ζήτησε τον προσδιορισμό νέας δικασίμου και, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίσθηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης, η 19-2-2021.

Από τις με αριθμούς 10589Δ' και 10586Δ'/22-10-2020 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ν. Κ. και την 5990 Ε'/21-10-2020 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Εφετείου Λαμίας Ι. Α., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής (αναιρεσείουσας), η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, η ως άνω κλήση κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 124 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 3η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Μετά την εκ νέου ματαίωση (κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 19-2-2021) της εκδίκασης της υποθέσεως για τον ίδιο λόγο (αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων με τις διαδοχικά εκδοθείσες ΚΥΑ, λόγω covid-19 μέχρι την 06/4/2021, βλ. άρθρο 14 της ΚΥΑ υπ' αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/03-4-2021), νομίμως φέρεται, αυτεπαγγέλτως, προς εκδίκαση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο (αρ. 3) κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-9-2021), οι 3η, 4η κι 5η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι.

Επομένως, αφού οι 3η,4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, αναγκαίες ομόδικοι της παρισταμένης και επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 περ. α και γ' ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους.

Η κρινόμενη, από 26-4-2018, αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚπολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015). Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (πρβλ.

ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 257/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την προεκτεθείσα αυτή διάταξη του ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων (π.χ. εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κλπ). Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ1460/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/ 2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 104/2014).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 74/2019).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρθρο 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχα).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 66/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) δέχθηκε, αναλέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών Β. Τ. και η αιτούσα Π.

Μ., γεννημένοι αντίστοιχα τα έτη 1960 και 1965, είναι σύζυγοι και γονείς τριών ενηλίκων τέκνων,..ηλικίας σήμερα…,… και … ετών...ο αιτών είναι συνταξιούχος αστυνομικός. Το 2006 οι ετήσιες συντάξιμες αποδοχές του ήταν 23.606,42 ευρώ, άρα μηνιαίως 1.967,20 ευρώ, το 2008 ανήλθαν σε 27.017,11 ευρώ και μηνιαίως σε 2.251 ευρώ, το 2009 ανήλθαν σε 27.017,11 ευρώ και μηνιαίως σε 2.251 ευρώ, το 2010 σε 18.435,83 ευρώ και μηνιαίως σε 1.536 ευρώ, το 2011 ανήλθαν σε 19.623,45 ευρώ και μηνιαίως σε 1.635 ευρώ (βλ.

δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 2007, 2009, 2010 και 2011). Από τον μήνα Αύγουστο του 2012 η μηνιαία σύνταξή του, χωρίς τις νόμιμες κρατήσεις (φόρος, περίθαλψη κλπ) ορίστηκε σε 1.288,22 ευρώ και αφαιρουμένων των κρατήσεων αυτών ανήλθε στο καθαρό ποσό των 900 ευρώ, χωρίς κατά τον υπολογισμό της σύνταξής του να αφαιρείται το ποσό των 189,92 ευρώ, που παρακρατείτο μηνιαίως από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (βλ.

ενημερωτικό σημείωμα της κύριας σύνταξής του των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2013). Τον Μάρτιο του 2013 το πληρωτέο ποσό της μηνιαίας σύνταξής το ανήλθε σε 954,32 ευρώ, τον Μάρτιο του 2014 σε 1.095 ευρώ και τον Μάρτιο του 2015 σε 1.086,36 ευρώ...το έτος 2013 το ετήσιο εισόδημά του ανήλθε σε 14.950 ευρώ, αφαιρουμένου των νομίμων φόρων και μηνιαίως σε 1.245 ευρώ, ...συνεπώς σήμερα λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.245 ευρώ και με βάση τ'ανωτέρω επήλθε σημαντική μείωση των αποδοχών του.

Η αιτούσα Π. Μ. ως εκπαιδευτικός το 2011 είχε ετήσιες αποδοχές ύψους 18.600 ευρώ ευρώ, ενώ από 1-1-2011 είναι συνταξιούχος και μηνιαίως λάμβανε σύνταξη το ποσό των 1.060,40 ευρώ. Τον Νοέμβριο 2012 της καταβλήθηκε ποσό σύνταξης 819,09 ευρώ, τον Μάρτιο του 2013 ποσό 829,01 ευρώ, τον Μάρτιο του 2014 ποσό 823,31 ευρώ και τον Μάρτιο του 2015 ποσό 798,82 ευρώ.

Οι ετήσιες αποδοχές της για το έτος 2013 ανήλθαν συνολικά, αφαιρουμένου του φόρου σε 11.245,23 ευρώ και μηνιαίως σε 937 ευρώ.

Συνεπώς, οι αποδοχές της σήμερα σε σχέση με τα προηγούμενα έτη έχουν μειωθεί σημαντικά..Κατόπιν τούτων, τα μηνιαία εισοδήματα των αιτούντων από συντάξιμες αποδοχές ανέρχονται συνολικά σε στο ποσό των (1.245 συν 937) 2.182 ευρώ. Άλλη πηγή εισοδήματος δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτουν. Περαιτέρω, στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος Β.

Τ., περιλαμβάνονται: α) μία οικία εντός της πόλης της … ..., που αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων,... η εμπορική αξία της οποίας ανέρχεται σε 150.000 ευρώ και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού, όπως απαιτεί ο νόμος για εξαίρεσή του από την εκποίηση και β) ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου, στην …, ..η εμπορική αξία του οποίου ανέρχεται σε 80.000 ευρώ.

Η αιτούσα δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής του, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης (άρθρο 6 παρ.3 εδ.

τελευταίο) ληξιπρόθεσμα: 1) στην εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ...2) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία...3) ...4)...Δηλαδή, οι οφειλές του προς τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 264.545,39 ευρώ. Επίσης, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής της, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης (άρθρο 6 παρ.3 εδ.

τελευταίο) ληξιπρόθεσμα: 1) στην εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ...2) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία...3) ...4)...Δηλαδή, οι οφειλές της προς τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 247.314,93 ευρώ....Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες, λόγω της υπερχρέωσής τους από το μεγάλο αριθμό των δανείων, που έχουν λάβει και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή τους, έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, η οποία δεν προέκυψε ότι οφείλεται σε δόλο.

Στην περιέλευσή τους δε στην ως άνω κατάσταση συνετέλεσε η λόγω της συνταξιοδότησής τους μείωση των αποδοχών τους, συνεπεία της οποίας η σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο είναι αρνητική, χωρίς ν'αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και μείωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και των συνεχώς αυξανομένων δανειακών τους υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημέριας." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 14-3-2014 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 255/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αταλάντης, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις ένδικες από 3-9-2012, αντίστοιχες αιτήσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Με τις παραπάνω παραδοχές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 και το δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και να προχωρήσει στη ρύθμιση των χρεών των ως άνω δύο αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά.

Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διατάξεως που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων των χρηματικών τους οφειλών.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η οικογενειακή κατάσταση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα καθαρά μηνιαία και τα ετήσια εισοδήματα (μισθοί και εν συνεχεία συντάξεις) ενός εκάστου εξ αυτών, αρχής γενομένης από το έτος 2006 μέχρι το έτος 2014, η σημαντική επακριβής μείωση που υπέστησαν σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, η μη ύπαρξη άλλων εισοδημάτων, πλην των ανωτέρω, το ύψος των βιοτικών αναγκών των ιδίων και της οικογένειάς τους (ειδικότερα της οικονομικής υποστήριξης που παρέχουν στην μικρότερη εκ των τριών ενηλίκων τέκνων τους, ήτοι στην Α.-Α., η οποία είναι … ετών, άνεργη και διαμένει μαζί τους) με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες μιας μέσης αστικής οικογένειας, το ύψος των χρεών εκάστου εξ αυτών, τα οποία, τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση των αιτήσεων ληξιπρόθεσμα.

Με βάση τα ως άνω στοιχεία, είναι δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, για το αν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, ώστε να περιέλθουν σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, επομένως, να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ'ουσία. Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται μόνο το σύνολο των οφειλών των α' και β' αναιρεσιβλήτων, αλλά δεν διευκρινίζεται ποιο μέρος από αυτές τις οφειλές ήταν ληξιπρόθεσμο κατά το χρόνο κατάθεσης των αιτήσεών τους (Σεπτέμβριος 2012), όπως επίσης δεν αναφέρεται το ύψος των μηνιαίων δόσεων που όφειλε καθένας τους να καταβάλει για την εξυπηρέτηση του ενήμερου (μη ληξιπρόθεσμου) μέρους των δανείων τους κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο (υποβολής της αίτησης), είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Τούτο διότι, δεν απαιτείται η αναφορά ή εν πάσει περιπτώσει η διευκρίνιση των ληξιπρόθεσμων χρεών (ΑΠ 257/2020), αφού όπως δέχεται και η προσβαλλομένη απόφαση, κατά πλάσμα του νόμου (άρθρο 6 παρ.3 ν.3869/2010), τα χρέη προς τους ανέγγυους όσο και προς τους ενέγγυους, θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης, ενώ εξάλλου, δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση του ύψους των μηνιαίων δόσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες για να κρίνει το δικαστήριο της ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 640/2020).

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το σαφές αποδεικτικό πόρισμά του, σχετικά με το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα τράπεζα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 11 του Ν. 3869/2010, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της περιέλευσης των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους, με το να κρίνει ότι το σύνολο των οφειλών των α'και β'αναιρεσιβλήτων κατέστησαν εκ του νόμου ληξιπρόθεσμες κατά την κοινοποίηση των αιτήσεών τους στους μετέχοντες στη δίκη δανειστές τους, είτε ήταν πράγματι ληξιπρόθεσμες είτε δεν ήταν και, ένεκα τούτου, αυτοί (αιτούντες-αναιρεσίβλητοι) περιήλθαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής.

Εν προκειμένω δε, η αναιρεσείουσα ως σφάλμα εντοπίζει την εξής παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "...Σε χρόνο προγενέστερο του έτους ο αιτών Β. Τ.....η αιτούσα Π. Μ. είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους, όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης (άρθρο 6 παρ.3 εδ.

τελευταίο) ληξιπρόθεσμα..". Ο λόγος αυτός, ωστόσο, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσής του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως του δικογράφου, της από την αναιρεσείουσα ασκηθείσας εφέσεως, κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου (255/2013 Ειρηνοδικείου Αταλάντης) αποφάσεως, ότι ο ανωτέρω θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός προβλήθηκε ρητά από την αναιρεσείουσα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚπολΔ, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του ή όχι, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσης.

Ακολούθως, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, με το να κρίνει απορριπτέα ως αόριστη την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και συγκεκριμένα περιστατικά περί εξαπάτησης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων από αυτούς (δύο πρώτους αναιρεσίβλητους-δανειολήπτες) κατά τη λήψη των δανείων, ενώ για την παραδοχή της ως άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της έφεσης που άσκησε κατά της πρωτόδικής απόφασης, επανέφερε την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως άνω ένστασή της, παραπονούμενη για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο της έφεσής της (σελ. 12 εφέσεως) η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι "οι αντίδικοι έχουν περιέλθει σε δόλια αδυναμία πληρωμής καθώς προέβαιναν σε διαρκή δανεισμό αναζητώντας συνεχώς πρόσβαση σε τραπεζικά προϊόντα επιλέγοντας να συμπληρώνουν το εισόδημά τους με διαρκή δανεισμό και σήμερα εκμεταλλευόμενοι τις διατάξεις του Ν.3869/2010 δεν προτίθενται να καταβάλλουν την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια περί ουσιαστικής διευθέτησης των οφειλών τους.

Εκτιμάται ότι συνειδητά και έχοντας πλήρη συναίσθηση των ευθυνών τους αναλάμβαναν τις οικονομικές υποχρεώσεις και περιέβαλαν τον εαυτό τους στην δεινή θέση της υπερχρέωσης και σήμερα αιτούνται την απαλλαγή από τα χρέη με ένα αβάσιμο και αστήρικτο ισχυρισμό περί οικονομικής αδυναμίας. Προέβησαν λοιπόν, στις σχετικές ενέργειες με δόλο, γνωρίζοντας ότι θα είχαν ως συνέπεια την αδυναμία να ικανοποιήσουν τους πιστωτές και για το λόγο αυτό η ασκηθείσα αίτηση έπρεπε ν'απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη".

Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε απορριπτέα την ως άνω ένσταση, ως αόριστη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την έφεσή της ότι οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους εκ δόλου ενώ γνώριζαν ότι δεν είναι σε θέση να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αόριστος διότι δεν νοείται δολιότητα του οφειλέτη (δανειολήπτη) με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές (βλ.

Αθανασίου Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2012 σελ. 57). Ειδικότερα, η αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής και στην επαναφορά της ισορροπίας των παροχών, που διαταράχθηκε από διάφορα περιστατικά-προβλεπτά ή απρόβλεπτα-με κριτήρια αντικειμενικά, για την ασφάλεια των συναλλαγών και γενικότερα του δικαίου.

Με το Ν.3869/2010 παρέχεται στο φυσικό πρόσωπο η δυνατότητα της ρύθμισης των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά και βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία-χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία -άλλωστε-και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.

Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί κι ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν μέσω των διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Ν.3869/2010 εξειδικεύοντας τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής του οφειλέτη, καθότι καθορίζει τις προϋποθέσεις ρύθμισης των χρεών και απαλλαγής του από αυτά και έχει σκοπό να επαναφέρει την ισορροπία των παροχών μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του, που -κατά κύριο λόγο- είναι οι τράπεζες, γι'αυτό και η αλόγιστη περιέλευση του οφειλέτη σε υπερχρέωση δυσανάλογη με την επάρκεια των εισοδημάτων του για την αποπληρωμή των αναληφθέντων χρεών δεν συνιστά λόγο μη νομιμότητας του αιτήματός του να υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου.

Η δολιότητα που προβλέπει ο νόμος αναφέρεται στην αδυναμία πληρωμής και όχι στον τρόπο περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία. Δεν νοείται δολιότητα κατά την ανάληψη του δανείου, αλλά μόνο κατά το διάστημα μετά την ανάληψή του. Εξάλλου, ο δανειολήπτης που αιτείται τη λήψη δανείου δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή του ν'αποδεχθεί την πρότασή του.

Τα πιστωτικά ιδρύματα όμως έχουν το εξαιρετικό προνόμιο να ερευνήσουν τις οικονομικές δυνατότητες του αιτουμένου το δάνειο (μέσω του εκκαθαριστικού σημειώματος και βεβαίωσης αποδοχών) καθώς και τις λοιπές προηγούμενες δανειακές του υποχρεώσεις ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, απλήρωτων συναλλαγματικών, κατασχέσεων κλπ) μέσω του συστήματος "Τειρεσίας" (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων).

Γι' αυτό στην υπ' αριθμόν ΖΙ-699 απόφαση περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης θεσπίζεται ρητά στο άρθρο 8 η υποχρέωση από τα πιστωτικά ιδρύματα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, δηλαδή το εκάστοτε πιστωτικό ίδρυμα υποχρεώνεται, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, πριν από τη σύναψη σύμβασης πίστωσης να ερευνά και να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων κατά το προσυμβατικό στάδιο και κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις για την εποπτεία των πιστωτικών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δολιότητα νοείται μόνο όταν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψηφίων πελατών τους και τέτοιου είδους εξαπάτηση δεν επικαλείται η καθ'ης η αίτηση".

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο και ειδικότερα με το να απαιτήσει για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης των υπερχρεωμένων οφειλετών σε αδυναμία πληρωμών μόνο άμεσο δόλο αυτών και ειδικότερα εξαπάτηση εκ μέρους τους των υπαλλήλων της πιστώτριας τράπεζας, από την οποία δανειοδοτήθηκαν, ως προς την οικονομική τους κατάσταση, αποκλείοντας ταυτοχρόνως τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών με ενδεχόμενο δόλο, παραβίασε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, που προσδιορίζει την αόριστη νομική έννοια του δόλου και διακρίνει αυτόν σε άμεσο και ενδεχόμενο, καθόσον αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1299/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 66/2016 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε. Και Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ