Legislator Case Law & Legislation
171/2020 AI generated

171/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 171/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

171/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 171 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 171/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. του Σ., ως συνιδιοκτήτη των υπ' αριθ. ΚΠ 7 (αριθ. αγροτ. 1731) και ΚΠ 128 (αριθ. αγροτ. 818) απαλλοτριούμενων ακινήτων, 2. Ι. Μ. του Γ., ως συνιδιοκτήτη του υπ' αριθ. ΚΠ 7 (αριθ. αγροτ. 1731) απαλλοτριούμενου ακινήτου, 3. ... και 81. Μ. συζ. Ν. Μ., το γένος Μ. Π., ως συνιδιοκτήτριας του υπ' αριθ. ΚΠ 623 (αριθ. αγροτ. 149) απαλλοτριούμενου ακινήτου, κατοίκων Θεσσαλονίκης.

Οι 1ος, 2ος, 11η, 19ος, 20ος, 21η, 22η, 24ος, 25ος, 26η, 27ος, 28ος, 32ος, 33ος, 36ος, 38η, 39ος, 40η, 41ος, 42ος, 43ος, 48ος, 49ος, 50ος, 57ος, 60ος, 61η, 64ος, 65ος, 67η, 68η, 69η και 79ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ... απεβίωσε στις 30-3-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β) η Ε. Κ., 78η των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 2-4-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Οι λοιποί των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 7-11-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 25/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Kιλκίς που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 5-11-2010 διά των προτάσεων ανταίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ασκηθείσες διά των προτάσεων παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 253/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.3, 104 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απλή ομοδικία, σε περίπτωση κατά την οποία είναι απόντες οι διάδικοι που φέρονται ότι άσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα για την άσκησή του, η αναίρεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) έχουν κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτησή της, ενώ η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 782/2018, ΑΠ 365/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δεν αποδεικνύεται ότι οι 3η έως και 10ος, 12ος, 13ος, 15ος έως και 18ος, 23ος, 29η, 30η, 31ος, 34η, 35η, 37η, 44ος έως και 47η, 51η έως και 56ος, 58ος, 59ος, 62ος, 63ος, 66η, 70ος έως και 77ος, 80η και 81η των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση των άρθρων 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο (που υπογράφει το αναιρετήριο) πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ.3 ΚΠολΔ, για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αναίρεσης.

Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται περαιτέρω ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί από τους λοιπούς, παριστάμενους, (απλούς) ομοδίκους τους - αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από την αντίδικό τους - αναιρεσίβλητη "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.". Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι πιο πάνω αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή την αναιρεσίβλητη, πρέπει, ως προς τους απόντες αυτούς αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και να διαταχθεί, ως προς αυτούς, ο χωρισμός της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους μόνο (παριστάμενους) αναιρεσείοντες.

ΙΙ. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των 14ου (Σ. Χ. Μ.) και 78ης (Ε. Κ.) των αναιρεσειόντων, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του, δήλωσε ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες πέθαναν, αντίστοιχα, στις 30-3-2017 και 2-4-2017, όπως προκύπτει από τις σχετικές ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ήτοι μετά την άσκηση, στις 27-1-2017, της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι, εξ αδιαθέτου, κληρονόμοι τους ... και ... αντίστοιχα, των οποίων η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, ενώ προσκομίζονται απ' αυτούς και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα (άρθρ. 18 παρ.5 ν.2882/2001).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 2062/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του ίδιου πιο πάνω νόμου 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ.2 ν.4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ.9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018).

Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 59/1999).

Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις.

Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 634/2017, ΑΠ 639-638/2016).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, κατ' άρθρο 562 παρ.2 εδάφ.β' ΚΠολΔ (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την πληττόμενη 253/2016 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αναφερόμενες αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 10-7-2009 αίτηση ενδιαφερόμενων ιδιοκτητών, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες, και την από 5-11-2010 ανταίτηση (δια των προτάσεων) της αναιρεσίβλητης, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), αποζημίωσης των ακινήτων (και) των αναιρεσειόντων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, υπέρ της "ΟΣΕ Α.Ε." και με δαπάνη της αναιρεσίβλητης, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Πολυκάστρου - Ειδομένης), με την 1108311/8184/0010/4-1-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των (παριστάμενων) αναιρεσειόντων, που βρίσκονται στην περιοχή των τέως Δήμων Πολυκάστρου και Αξιούπολης του νομού Κιλκίς, εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών, άλλα αρδευόμενα με γεωτρήσεις και αρδευτικούς σωλήνες και άλλα όχι, προορίζονται για γεωργικές χρήσεις (βλ., ιδίως, 48η, 60η, 65η, 69η, 77η, 80η ,και 85η σελίδες της εφετειακής απόφασης, καθώς και σελίδες 95η έως 259η, όπου αναφέρεται η αγροτική χρήση κάθε εναπομένοντος, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφικού τμήματος, για το οποίο ζητήθηκε ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν. 2882/2001, αποζημίωση), με εξαίρεση τα με αριθμούς ΚΠ 164, 254, 256 και 260 ακίνητα (καθώς και ορισμένα άλλα που δεν ενδιαφέρουν εδώ, γιατί δεν φέρεται ότι ανήκουν σε παριστάμενους αναιρεσείοντες), που έχουν, κατά τις σχετικές παραδοχές, και οικοπεδική αξία.

Στη συνέχεια, με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν, προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις αναγκαστικά απαλλοτριωμένες εδαφικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για ορισμένα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση λόγω (σημαντικής) μείωσης της αξίας τους.

Ήδη, με τους πρώτο και έκτο (κατά σειρά) λόγους αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση, εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 17 παρ.2, 25 παρ.1 και 93 παρ.3 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 13 παρ.1 και 4 ν.2882/2001, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση και της αρχής της αναλογικότητας, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, 1) καθόρισε "εξευτελιστικές" τιμές για τις εδαφικές εκτάσεις (και τα επικείμενά τους), χαρακτηρίζοντας τις περισσότερες απ' αυτές ως "μη αρδευόμενες", χωρίς να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα των ακινήτων τους και το γεγονός ότι το σύνολο αυτών είχε, πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα, έστω, προορισμό, την οικοδόμηση, όπως προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με την προσκόμιση προς τούτο των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων.

Ειδικά, το Εφετείο, α) για το ΚΠ 143 ακίνητο, ενώ δέχθηκε ότι υπάρχουν μέσα σ' αυτό αντλιοστάσιο και γεώτρηση, εντούτοις δεν καθόρισε αποζημίωση γι' αυτό ως αρδευόμενο αλλά ως μη αρδευόμενο και β) για τα ΚΠ 135 και 160 ακίνητα, αν και δέχθηκε ότι μέσα σε καθένα απ' αυτά υπάρχουν αντλιοστάσιο και γεώτρηση, καθόρισε αποζημίωση 2,80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, ενώ για την αντίστοιχη περίπτωση του ΚΠ 158 ακινήτου καθόρισε την αποζημίωση σε 10,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους και 2) δεν καθόρισε ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωση για τα αναφερόμενα εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, όπως είχαν ζητήσει (παρά μόνο για ορισμένα απ' αυτά, σε χαμηλότερο, όμως, ύψος από εκείνη της πραγματικής απομείωσης της αξίας τους), μολονότι αυτά, κατά τους ισχυρισμούς τους, είτε καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν για τη δόμηση εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών (π.δ.24/1985, ν.3212/2003), είτε παραμένουν μεν άρτια και οικοδομήσιμα αλλά με μειωμένη οικοπεδική αξία και χρήση είτε καθίστανται μη αρδευόμενα (ξηρικά) και δεν είναι δυνατό πλέον να καλλιεργηθούν, ενώ, περαιτέρω, είτε είχε σημαντική απόκλιση από την από Αυγούστου του έτους 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Ε.

Μ. και Γ. Κ. που διορίστηκαν πραγματογνώμονες με την 183/2011 απόφαση του ίδιου Εφετείου, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς που οφείλεται η απόκλιση αυτή είτε δεν την έλαβε καθόλου υπόψη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στις σελίδες 269η έως και 283η του αναιρετηρίου. Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.17 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες ανάγονται σε ανεπάρκειες και αντιφάσεις, κατ' αυτούς, του αιτιολογικού της απόφασης ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού της.

Οι ίδιοι λόγοι, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι (με την παρακάτω αναφερόμενη εξαίρεση), διότι,[ανεξάρτητα από το ότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, σε σχέση με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους (παρά μόνο για τη μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση) και δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι δεν αποσαφηνίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών (χωρίς να αρκούν οι γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών ή το αναγραφόμενο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε διαφορετικά, ακόμη και από εκείνα που πρότειναν οι πραγματογνώμονες, "...παρά το γεγονός ότι προσκομίσαμε πλήθος εγγράφων από τα οποία προέκυπτε ότι η συνολική απομείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος ανέρχεται σε ποσοστό... ")], με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το πιο πάνω ζήτημα.

Ειδικά, οι αιτιάσεις, αναφορικά με το ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποίο λόγο το Εφετείο δεν αποδέχθηκε το πόρισμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρ. 386, και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, ενώ η σχετική, ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης, κρίση του δικαστηρίου, κατά την κρατούσα άποψη, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 87/2013).

Περαιτέρω, η αιτίαση για τη διαφοροποίηση στον καθορισμό της αποζημίωσης για τα ΚΠ 135 και 160 ακίνητα (των παριστάμενων 36ου και 50ου των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα), σε σχέση με το ΚΠ 158 ακίνητο, είναι αόριστη, γιατί δεν διευκρινίζεται ότι τα συγκρινόμενα ακίνητα είναι παρακείμενα και ομοειδή, έχοντας τα ίδια χαρακτηριστικά.

Το Εφετείο, όμως, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αξία του ΚΠ 143 απαλλοτριωμένου ακινήτου (με φερόμενο συνιδιοκτήτη τον παριστάμενο 43ο αναιρεσείοντα Λ. Γ. Σ.), δηλαδή σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον, αν και δέχθηκε ότι μέσα σ' αυτό υπάρχουν αντλιοστάσιο και γεώτρηση, καθορίζοντας μάλιστα αποζημίωση γι' αυτά (σελίδες 89η, 90η και 269η της εφετειακής απόφασης), δεν αιτιολογεί γιατί προσδιόρισε την αποζημίωση για το έδαφος σαν να ήταν "μη αρδευόμενο" (261η σελίδα της ίδιας απόφασης).

Εξαιτίας της έλλειψης αυτής καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.2882/2001, σχετικά με την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου αυτού, με αριθμό ΚΠ 143, ακινήτου, ώστε να μπορεί ο ιδιοκτήτης να λάβει την αντίστοιχη αποζημίωση και να αντικαταστήσει το απαλλοτριωμένο με άλλο ισάξιο ακίνητο.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο συναφής πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος, κατά το μέρος τούτο. IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωσης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 850/2009). Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1-2 και 16 παρ.1 ν.2882/2001, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης χωρεί με βάση το κτηματολογικό διάγραμμα και τον σχετικό κτηματολογικό πίνακα.

Αν το διάγραμμα και ο πίνακας είναι εσφαλμένα, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση τη διόρθωσή τους. Η διάταξη του άρθρ. 16 παρ 1 αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσκόμισης του κτηματολογικού πίνακα Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για τα ακίνητα, υπάρχει η αναγκαία προδικασία, έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε.

Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, το δικαστήριο έχει εξουσία, είτε να προσδιορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 388/2018), είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογιστεί η συνολικά καταβλητέα για την εκτέλεση της απαλλοτρίωσης αποζημίωση (ΑΠ Ολομ 5/2002, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 157/2017, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 653/2014).

Στην υπό κρίση περίπτωση, με τους δεύτερο και έβδομο (κατά σειρά) λόγους της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδάφ. β' και 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, 1) δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, ως προς την πραγματική αξία τόσο των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους όσο και των εδαφικών τμημάτων τους που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, καθορίζοντας "εξευτελιστικές" τιμές αποζημίωσης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα των εν λόγω ακινήτων και το γεγονός ότι το σύνολο αυτών είχε, πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα, έστω, προορισμό, την οικοδόμηση, όπως προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με την προσκόμιση, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους αυτών, των αναφερόμενων στις σελίδες 225η έως και 228η, 290η έως και 292η του αναιρετηρίου εγγράφων (δεύτερος και έβδομος λόγοι) και 2) δεν καθόρισε αποζημίωση για τα επικείμενα που παρατίθενται ακολούθως, μολονότι αυτοί ζήτησαν τούτο με τη διόρθωση - συμπλήρωση μάλιστα του οικείου κτηματολογικού πίνακα (δεύτερος λόγος).

Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο: [...Στο ΚΠ 37, εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος υφίσταται γεώτρηση, βάθους 24 μ., η οποία απαλλοτριώνεται και εντούτοις δεν καθορίστηκε τιμή αποζημίωσης γι' αυτήν.... Στο ΚΠ 112 εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου υφίσταται αρδευτικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από:

α) μεταλλικούς σωλήνες, διαμέτρου Φ75 (2,5 ιντσών), μήκους 200 μέτρων, β) 12 μπεκ και γ) 1 βάνα, το οποίο απαλλοτριώνεται και εντούτοις δεν καθορίστηκε τιμή αποζημίωσης γι' αυτό... Στο ΚΠ 128. εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου υφίσταται γεώτρηση - πομώνα, βάθους 25 μέτρων, με μηχανολογικό εξοπλισμό, διαμέτρου 8 ιντσών, η οποία απαλλοτριώνεται.

Περαιτέρω, το ακίνητο εξυπηρετείται από αρδευτικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από μεταλλικούς σωλήνες, μήκους 25 μέτρων, το οποίο απαλλοτριώνεται. Για κανένα από αυτά τα επικείμενα δεν καθορίστηκε αποζημίωση. Στο ΚΠ 133, εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου υφίσταται γεώτρηση-πομώνα, βάθους 30 μέτρων, η οποία απαλλοτριώνεται.

Περαιτέρω, το ακίνητο εξυπηρετείται από αρδευτικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από καρούλι μήκους 250 μέτρων και 1 μπεκ, το οποίο απαλλοτριώνεται και, τέλος, εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου υφίσταται και οικίσκος αντλιοστασίου, εμβαδού 15 τ.μ. Για κανένα από αυτά τα επικείμενα δεν καθορίστηκε αποζημίωση.

Στο ΚΠ 134, εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου υφίσταται γεώτρηση, βάθους 20 μέτρων, διαμέτρου 3 ιντσών, η οποία απαλλοτριώνεται. Επίσης, εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου υφίσταται οικίσκος αντλιοστασίου, εμβαδού 9 τ.μ., ο οποίος απαλλοτριώνεται. Για κανένα από αυτά τα επικείμενα δεν καθορίστηκε αποζημίωση.

Στο ΚΠ 142. εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου υφίσταται γεώτρηση-πομώνα, βάθους 42μ., η οποία απαλλοτριώνεται, Περαιτέρω το ακίνητο εξυπηρετείται από αρδευτικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από: πλαστικό υπόγειο αγωγό, διαμέτρου Φ90, μήκους 50 μ. και λάστιχο ποτίσματος 300 μ., δύο μπεκ και δύο βάνες.

Τέλος, εντός του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου ευρίσκεται και οικίσκος αντλιοστασίου, μήκους 3,75 μ. και πλάτους 3,1 μ. (12 τ.μ.). Για κανένα από αυτά τα επικείμενα δεν καθορίστηκε αποζημίωση...]. Οι λόγοι αυτοί, από τους αριθμούς 8 εδάφ. β' και 9 εδάφ.γ' (κατά το πιο πάνω στοιχ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι, κυρίως, απαράδεκτοι, δεδομένου ότι α) οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, ως προς την αξία των πιο πάνω απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, άρα, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που επιδρούν στην αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, β) δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων (και των λοιπών αποδεικτικών μέσων), όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών αναιρετικός λόγος (βλ.

και ΑΠ 14/2011), γ) με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα και δ) σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που πρότειναν οι αναιρεσείοντες και είτε τους δέχθηκε, κατά ένα μέρος (χωρίς να θεμελιώνονται τέτοιοι λόγοι από το γεγονός ότι δεν έγινε δεκτό το αίτημά τους να καθοριστεί η αποζημίωση στο ύψος που ζήτησαν αλλά αυτή προσδιορίστηκε σε μικρότερο ύψος), είτε, εκ του πράγματος, τους απέρριψε, χωρίς να αφήσει, συνάμα, αδίκαστες τις αντίστοιχες αιτήσεις τους, οι οποίες, κατά μερική παραδοχή, έγιναν δεκτές.

Ο δεύτερος, όμως, αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραπάνω υπό στοιχ. 2), είναι βάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, οι 1ος, 11η, 14ος, 32ος, 33ος και 42ος αναιρεσείοντες, ως ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες (ή συνιδιοκτήτες), οι οποίοι φέρεται ότι είναι κύριοι των εν λόγω απαλλοτριωμένων ακινήτων και, συνακόλουθα, δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης, είχαν παρασταθεί στο Εφετείο (όπως παρίστανται και στην παρούσα αναιρετική δίκη, και ειδικά, για τον 14ο, οι προαναφερόμενοι στην υπό στοιχ.

ΙΙ σκέψη κληρονόμοι του που συνεχίζουν τη δίκη) και ζήτησαν να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και για τα επικείμενα αυτά που συναπαλλοτριώθηκαν και που δεν συμπεριλαμβάνονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα. Το Εφετείο, όμως, παρέλειψε να αποφανθεί στο αίτημά τους αυτό, αφήνοντάς το, τελικά, αδίκαστο. Σημειώνεται ότι ο ίδιος αναιρετικός λόγος δεν ερευνάται για τα επικείμενα των υπόλοιπων με αριθμούς ΚΠ 9, 44, 115, 127, 157, 169, 170, 191 και 254 απαλλοτριωμένων ακινήτων που αναγράφονται στο αναιρετήριο, διότι η συζήτηση της υπόθεσης, ως προς τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους 6ο έως και 9ο, 12ο, 18ο, 31ο, 46ο-47η, 52η, 53η-56ο, 62ο-63η, 74ο-75ο των αναιρεσειόντων, κηρύχθηκε απαράδεκτη, ενώ το τελευταίο ΚΠ 638 ακίνητο δεν φέρεται να ανήκει σε κάποιον από τους (παριστάμενους) αναιρεσείοντες.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Στην κρινόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείoντες, με τους τρίτο και όγδοο (κατά σειρά) λόγους της αναίρεσης, προβάλλουν την, κατ' άρθρ. 559 αριθμ.11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους (και των επικειμένων τους) και των εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, εκτός από τα έγγραφα που μνημονεύθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, και τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στις 234η, 294η και 295η σελίδες του αναιρετηρίου (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων τους, έκθεση πραγματογνωμοσύνης) που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα.

Ο λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (45η και 46η σελίδες αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, η από Αυγούστου 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ("...χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σε τούτα αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και...όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως..."), σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ορισμένα, μάλιστα, από τα οποία ρητά μνημονεύει και αξιολογεί.

VI. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 9 και 20 παρ. 6 του ν. 2882/2001, τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται στη διαδικασία τόσο της προσωρινής όσο και της οριστικής αποζημίωσης είναι τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρ. 339), με εξαίρεση τις ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Η δυνατότητα αυτή επίκλησης αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρα και κάθε είδους εγγράφων, με εξαίρεση τα πλαστά και τα μη γνήσια έγγραφα (ΑΠ 209/2019, πρβλ. ΑΠ 56/2016, ΑΠ 277/2010), δικαιολογείται από το ότι στη δίκη της απαλλοτρίωσης, με τη χρήση τους, επιτυγχάνεται ταχύτητα της διαδικασίας και περιορισμός των δικαστικών εξόδων.

Άλλωστε, η τυπικότητα των κανόνων αυστηρής απόδειξης δεν συνάδει με την ανάγκη για ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα. Περαιτέρω, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων στη δίκη αυτή γίνεται ελεύθερα από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος, όπως προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1, 19 παρ.7 έως και 10 και 20 παρ.1 και 6 έως 8 ν. 28882/2001 (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 2062/2017), οι οποίες, ως ειδικές και αποκλειστικές, υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη και μόνο θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται συμπληρωματικά από τις κοινές δικονομικές διατάξεις, εφόσον αυτές αρμόζουν στο σκοπό και τη φύση της δίκης προσδιορισμού της αποζημίωσης (άρθρ. 18 παρ. 1 εδάφ.

β' του ίδιου νόμου). Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 2882/2001, το μόνο ένδικο μέσο που επιτρέπεται κατά της απόφασης του Εφετείου που προσδιορίζει οριστικά την αποζημίωση είναι η αναίρεση κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, δηλαδή για τους λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Κατά τα λοιπά, στην αναιρετική δίκη εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα αυτού, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι αντίθετες με τις ειδικές διατάξεις του ν. 2882/2001 και συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της διαδικασίας του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης (ΑΠ 2062/2017).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1548/2018).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και ένατο (κατά σειρά) λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων (και των επικειμένων τους) και των εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και, συνακόλουθα, για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσής τους, α) την από 24-9-2009 έκθεση επιτροπής του άρθρου 15 ν.2882/2001, β) την από 27-9-2009 έκθεση εκτίμησης επιτροπής αξίας απαλλοτριωμένων ακινήτων Κιλκίς του ίδιου πιο πάνω άρθρου, γ) την από 8-8-2007 έκθεση εκτίμησης της Κτηματικής Υπηρεσίας Κιλκίς για την αντικειμενική αξία των ακινήτων Πολυκάστρου - Ειδομένης διπλής σιδηροδρομικής γραμμής, δ) τις τεχνικές εκθέσεις των Ν.

Γ. και Α. Κ. και ε) φωτογραφίες και τοπογραφικά διαγράμματα (που προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη), οι οποίες, όμως, είναι εσφαλμένες, γιατί, για τις επικαλούμενες αιτίες, δεν αποτυπώνεται η πραγματική κατάσταση των ακινήτων (απαλλοτριωμένων και των εναπομενόντων τμημάτων τους) των αναιρεσειόντων, ενώ οι παραπάνω εκθέσεις δεν έχουν συνταχθεί νόμιμα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 15 παρ.3 του ν.2882/2001.

Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. α' ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, διότι, και με την εκδοχή ότι αληθεύουν οι ισχυρισμοί που τους θεμελιώνουν, το δικαστήριο της ουσίας μπορούσε να λάβει υπόψη τις εκθέσεις αυτές και τα υπόλοιπα έγγραφα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για το απαράδεκτο των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων (που αποτελούν συνάμα και στοιχεία της προδικασίας, κατ' άρθρ. 17 παρ. 3 ν. 2882/2001), προβλήθηκαν στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019).

Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την απλή αναφορά της διάταξης αυτής, χωρίς, όμως, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, κατά το μέρος τους τούτο.

VII. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996).

Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου.

Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο Για να είναι όμως ορισμένος και, άρα, παραδεκτός λόγος αναίρεσης που προβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή, πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασής του (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 750/2018).

Στην παρούσα περίπτωση, με τους πέμπτο και δέκατο (κατά σειρά) λόγους της αναίρεσης, που είναι παρόμοιοι με τους πρώτο και έκτο λόγους, όπως αυτοί παρατέθηκαν στην υπό στοιχ.

ΙΙΙ σκέψη της παρούσας, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 17 παρ.2 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ.1 και 4 ν.2882/2001, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση και της αρχής της αναλογικότητας, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, λαμβάνοντας υπόψη τις αναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις και εκθέσεις εκτίμησης που συντάχθηκαν πλημμελώς, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας (άρθρ. 15 ν.2882/2001, όπως ισχύει, 119 παρ.12 και 138 εδάφ.

β' π.δ/τος 696/1974, 24 από Οκτωβρίου 2012 εγκύκλιος του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, άρθρο πρώτο ν.4152/2013, 19928/292/13-5-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, Ευρωπαϊκό Εκτιμητικό Πρότυπο 2), αφενός μεν, 1) καθόρισε "εξευτελιστικές" τιμές για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους, χωρίς να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα των ακινήτων τους και το γεγονός ότι το σύνολο αυτών είχε, πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα, έστω, προορισμό, την οικοδόμηση, όπως προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με την προσκόμιση προς τούτο των αναγραφόμενων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων.

Ειδικά, το Εφετείο, α) για το ΚΠ 143 ακίνητο, ενώ δέχθηκε ότι υπάρχουν μέσα σ' αυτό αντλιοστάσιο και γεώτρηση, εντούτοις δεν καθόρισε αποζημίωση γι' αυτό ως αρδευόμενο αλλά ως μη αρδευόμενο και β) για τα ΚΠ 135 και 160 ακίνητα, αν και δέχθηκε ότι μέσα σε καθένα απ' αυτά υπάρχουν αντλιοστάσιο και γεώτρηση, καθόρισε αποζημίωση 2,80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, ενώ για την αντίστοιχη περίπτωση του ΚΠ 158 ακινήτου καθόρισε την αποζημίωση σε 10,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους και αφετέρου, 2) α) δεν καθόρισε ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωση για τα αναφερόμενα εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, όπως είχαν ζητήσει (παρά μόνο για ορισμένα απ' αυτά, σε χαμηλότερο, όμως, ύψος από εκείνη της πραγματικής απομείωσης της αξίας τους), μολονότι αυτά, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών τους, είχαν και οικοπεδική αξία και είτε καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν για τη δόμηση εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών (π.δ.24/1985, ν.3212/2003), είτε παραμένουν μεν άρτια και οικοδομήσιμα αλλά με μειωμένη οικοπεδική αξία και χρήση είτε καθίστανται μη αρδευόμενα (ξηρικά) και δεν είναι δυνατό πλέον να καλλιεργηθούν, ενώ, περαιτέρω, είτε είχε σημαντική απόκλιση από την από Αυγούστου του έτους 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Ε.

Μ. και Γ. Κ. που διορίστηκαν πραγματογνώμονες με την 183/2011 απόφαση του ίδιου Εφετείου, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς που οφείλεται η απόκλιση αυτή είτε δεν την έλαβε καθόλου υπόψη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως διαλαμβάνεται στις σελίδες 269η έως 283η και 325η του αναιρετηρίου και β) δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, παρότι ζητήθηκε, για τα επικείμενα που υπάρχουν στα εναπομένοντα, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφικά τμήματα των ΚΠ 256 και 260 ακινήτων.

Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι (με εξαίρεση τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το παραπάνω ΚΠ 143 ακίνητο που είναι βάσιμος, όπως έχει γίνει δεκτό στην υπό στοιχ.

ΙΙΙ σκέψη της παρούσας). Κατ' αρχάς, δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο, όπως έχει εκτεθεί στην ίδια παραπάνω

ΙΙΙ σκέψη, οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, σε σχέση με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους (παρά μόνο για τη μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση) και δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι δεν αποσαφηνίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών (χωρίς να αρκούν οι γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών ή το αναγραφόμενο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε διαφορετικά, ακόμη και από εκείνα που πρότειναν οι πραγματογνώμονες, "...παρά το γεγονός ότι προσκομίσαμε πλήθος εγγράφων από τα οποία προέκυπτε ότι η συνολική απομείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος ανέρχεται σε ποσοστό... "), ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου (ως προς τους αναιρετικούς λόγους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), δηλαδή αν η παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων (όσων είναι ουσιαστικού δικαίου) οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή τους ή ψευδή ερμηνεία.

Εν πάση, όμως, περιπτώσει, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι, με το πρόσχημα θεμελίωσής τους στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Όσον αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο διαφοροποιήθηκε στην κρίση του και δεν αποδέχθηκε το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, ισχύουν όσα έχουν αναπτυχθεί κατά την έρευνα του έκτου λόγου της αναίρεσης (στην υπό στοιχ.

ΙΙΙ σκέψη), με τον οποίο είχε προβληθεί η ίδια αιτίαση. Ειδικά, για την απομείωση της αξίας των τμημάτων αυτών που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, επισημαίνεται ότι οι κρινόμενοι λόγοι είναι και αλυσιτελείς, δεδομένου ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές για το ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα είχαν, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, δηλαδή ότι είχαν και οικοπεδική αξία, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Αντίθετα, κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτής, τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, με εξαίρεση τα αναφερόμενα και από τους αναιρεσείοντες ΚΠ 164, 254, 256 και 260 ακίνητα, χαρακτηρίζονται, όπως έχει εκτεθεί στην υπό στοιχ.

ΙΙΙ σκέψη της παρούσας, ως αγροτεμάχια με γεωργική χρήση και, συνακόλουθα, δεν νοείται να ερευνηθεί αν τα ακίνητα αυτά πληρούσαν, πριν από την απαλλοτρίωση, τους όρους δόμησης κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και αν τα εδαφικά τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι πλέον άρτια ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα (ΑΠ 209/2019, βλ. και ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 1555/2017, ΑΠ 96/2015). Όσον αφορά την αιτίαση (που περιέχεται και στον έκτο λόγο της αναίρεσης) για το ότι δεν καθορίστηκε αποζημίωση για τα επικείμενα που υπάρχουν στα εδαφικά τμήματα των ΚΠ 256 και 260 ακινήτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση (σχετ. ΑΠ Ολομ. 31/2005, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1064/2017), αυτή δεν μπορεί να ερευνηθεί, δεδομένου ότι η συζήτηση της υπόθεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους 76ο (Δ. Α. Κ.) και 77ο (Σ. Μ. Κ.) των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι, με τους παρόντες λόγους, γίνεται επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών και του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, οι λόγοι αυτοί να περιέχουν πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν αλλά εξαντλούνται στην αναφορά της υπόψη διάταξης (ΑΠ 1491/2009) και, σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, καθόσον δεν προσδιορίζεται ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και σε ποίο επακριβώς αποδεικτικό μέσο.

VIII. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους, κατά σειρά, 11ο και 12ο λόγους της αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, 13 παρ. 1 και 3, 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, 1,2 παρ.1α, 3, 19 παρ.1 ν.2859/2000, 62 παρ.3 ν.3842/2010, 100 επ. (ήδη 63 επ.) Κώδικα Δικηγόρων, 189 και 305 αριθμ. 4 (ήδη 5) ΚΠολΔ, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις αυτές με το να μη συμπεριλάβει στην αμοιβή που επιδίκασε στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους (ως μέρος της συνολικής δαπάνης) το φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) που της αναλογεί, υποπίπτοντας, έτσι, στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1, 9, 12, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί, θεμελιωτικοί τούτων, ισχυρισμοί (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους ή όχι) προβλήθηκαν και από ποίους αναιρεσείοντες, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, στη δίκη του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, ούτε, εν πάση περιπτώσει, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι προβλήθηκαν (όπως, άλλωστε, και οι ίδιοι αναιρεσείοντες αναφέρουν στις παρούσες, από 8-11-2019, προτάσεις τους - στην 63η σελίδα), αν και μπορούσαν να προβληθούν, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτουν στις λοιπές πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

ΙΧ. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων, κατά ένα μέρος, των πρώτου, δεύτερου και πέμπτου λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ως προς τα κεφάλαια που προεκτέθηκαν και ως προς τους 1ο, 11η, κληρονόμους του 14ου, 32ο, 33ο, 42ο και 43ο αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι παραπάνω παριστάμενοι αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

Τέλος, 1) ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας του καθενός των παριστάμενων διαδίκων, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των πιο πάνω αναιρεσειόντων, οι οποίοι και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους και 2) οι λοιποί παριστάμενοι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που νίκησε (ως προς αυτούς) και που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 παρ.1, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατ' άρθρ. 22 παρ. 3 ν.2882/2001, στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 162/2016), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους 3η έως και 10ο, 12ο, 13ο, 15ο έως και 18ο, 23ο, 29η, 30η, 31ο, 34η, 35η, 37η, 44ο έως και 47η, 51η έως και 56ο, 58ο, 59ο, 62ο, 63ο, 66η, 70ο έως και 77ο, 80η και 81η των αναιρεσειόντων. Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Αναιρεί, κατά τα λοιπά, τη 253/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους παριστάμενους 1ο (Γ. Σ. Μ.), 11η (Ε. Ι. Λ.), κληρονόμους του 14ου Σ. Χ. Μ. (Μ. χήρα Σ. Μ., Χ. Σ. Μ. και Ε. Σ. Μ.), 32ο (Ι. Α. Τ.), 33ο (Γ. Α. Κ.), 42ο (Θ. Χ. Μ.) και 43ο (Λ. Γ. Σ.) των αναιρεσειόντων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στους παριστάμενους πιο πάνω αναιρεσείοντες (που νίκησαν) του παραβόλου που έχουν καταθέσει.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των 1ου, 11ης, πιο πάνω κληρονόμων του 14ου, 32ου, 33ου, 42ου και 43ου των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Καταδικάζει τους υπόλοιπους παριστάμενους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ