171/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated171/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προσέτι, ο από τον αρ.20 του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 171 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 171/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Β. του Γ.,2.Μ. συζ. Κ. Β., 3.Γ. Β. του Κ., 4Α. Β. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχάλη Καραγιάννη. Της αναιρεσίβλητης: Ε. χήρας Χ. Ν.-Π., το γένος Σ. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Πήττα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-1996 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Χ. Ν.-Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 18/2017 του Εφετείου (Τριμελούς) Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ακόμη, συμφώνως προς το άνω άρθρο, αρ.8α, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν" (νοούμενα ως πράγματα οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί επιθέσεως ή αμύνης, που στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων).
Περαιτέρω, στον αρ.11γ του ιδίου άρθρου προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ.19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Προσέτι, ο από τον αρ.20 του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ιδίου κώδικος ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται, άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγ/νης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεων του αρθρ.390 ΚΠολΔ ή οι Πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την κρινομένη αίτησή τους βάλλουν κατά της 18/2017 αποφάσεως του Εφετείου (Τριμελούς) Κέρκυρας, της οποίας ζητούν την αναίρεση, στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβάνονται οι ακόλουθοι επακριβώς λόγοι αναιρέσεως: "1. Διότι δεν έχει νόμιμη βάση, στερούμενη παντελώς ή διαλαμβάνοντας ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που άσκησαν κυριαρχική επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, συντρέχοντος του εντεύθεν αναιρετικού λόγου.
Συγκεκριμένα: Το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης έχει κατά λέξη ως εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 700 τ.μ., βρίσκεται στην περιοχή "..." της κτηματικής περιοχής της Κοινότητας ... Κέρκυρας, αποτυπώνεται με τα στοιχ. I- Κ-Λ-Μ-Ν-Ν'-Ι στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού ...
και συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά Κ-Ι με αγροτικό δρόμο, που οδηγεί στην επαρχιακή οδό ..., ανατολικά σε πλευρά Ι-Ν' με ιδιοκτησία του αρχικού ενάγοντος, νότια σε πλευρά Ν'-Ν με κτίσμα ενοικιαζομένων δωματίων και σκεπαστή βεράντα και Ζωτικά σε πλευρά Ν-Μ-Λ-Κ με δρόμο, που οδηγεί στην επαρχιακή οδό ... και πέραν αυτού με αιγιαλό.
Εντός του επιδίκου υπάρχουν τα ακόλουθα κτίσματα: α) Ένα υπόστεγο από σιδηροκατασκευή και τέντα περικλειόμενη από χαμηλό τοιχίο, εμβαδού 145,20 τ.μ., που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του επιδίκου, β) μία αποθήκη, εμβαδού 41,63 τ.μ., που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του, γ) τμήμα ισογείου κτίσματος ενοικιαζομένων δωματίων, εμβαδού 22,85 τ.μ.
και τμήμα σκεπαστής βεράντας, εμβαδού 19,47 τ.μ. κείμενα στη νότια πλευρά αυτού επιδίκου. Τούτο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 946,31, τ.μ., το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος, δυνάμει του υπ' αριθμ. …6/14-9-1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Α. Β., που μεταγράφηκε στις 21-9-1995 στον τόμο 325 και με αριθμ.
….8 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μέσης, από αγορά από τον Σ. Α. του Γ.. Το ως άνω ακίνητο των 946,31 τ.μ., αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακόμη ακινήτου 7.000 τ.μ. περίπου, που είχε αποκτήσει ο ανωτέρω Γ. Λ. μαζί με 43 άλλα ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν όλα στη θέση ... της περιοχής ... τέως Δήμου ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...7/1923 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Γ.
Τ.. Το ανωτέρω ακίνητο των 946,31 τ.μ., ο Γ. Λ. το νεμόταν και το διακατείχε από το έτος 1923 συνέχεια, αδιάκοπα, ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και με διάνοια κυρίου, ασκώντας σε αυτό φανερά τις πράξεις νομής και διακατοχής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα το επιτηρούσε, το επέβλεπε και καλλιεργούσε τα αμπέλια, που υπήρχαν μέσα σε αυτό, έως το έτος 1965, οπότε μεταβίβασε, ατύπως, τη νομή αυτού στον υιό του Σ.
Λ., ο οποίος έκτοτε συνέχισε να ασκεί, με διάνοια κυρίου, φανερά, τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής συνεχώς έως το έτος 1990. Ο πατέρας του πρώτου εναγομένου Γ. Β., σε εδαφική έκταση, η οποία απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος Π. Β. με τα στοιχ. A27, A17, A18, A19, A20, A21, A22, A23, A24, A25, A26, A27 και δεν συνορεύει με το επίδικο, αλλά βρίσκεται σε απόσταση 15,29 μ.
νότια αυτού, είχε κατασκευάσει έναν οικίσκο (καλύβη), που χρησιμοποιούσε κατά τις εκεί μεταβάσεις του για ψάρεμα και για τη φύλαξη της βάρκας του και των εργαλείων της ψαρικής. Το ακίνητο αυτό, μετά το θάνατό του, το έτος 1971, περιήλθε στους υιούς του Κ. Β. (πρώτο εναγόμενο) και Σ. Β., και μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ αυτών, περιήλθε στον πρώτο εναγόμενο.
Ο τελευταίος σταδιακά, από το έτος 1978 και έως το έτος 1990, προεξέτεινε, τον ως άνω οικίσκο, κατασκευάζοντας, χωρίς οικοδομική άδεια, διάφορα κτίσματα-προσθήκες, τα οποία χρησιμοποιούσε για τη στέγαση επιχειρήσεων καταστήματος- εστιατορίου και ενοικιαζομένων δωματίων. Συγκεκριμένα, στο εδαφικό τμήμα, που βρίσκεται νότια του επιδίκου, μεταξύ αυτού και του ως άνω ακινήτου στο οποίο υπήρχε ο αρχικός οικίσκος, και το οποίο απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος Π.
Β. με τα στοιχ. Α28, Α65, Α66, Α67, Α68, Α69, Α27, Α26, Α25, Α70, Α32, Α31, Α30, Α29, Α28, κατασκεύασε, χωρίς οικοδομική άδεια, σταδιακά έως το 1990, δωμάτια, με σκεπαστές βεράντες προς την πλευρά της θάλασσας, τα οποία χρησιμοποιούσε για ενοικίαση σε τουρίστες. Κατά την επέκταση των ως άνω κτισμάτων, το έτος 1990, κατέλαβε τμήμα του επιδίκου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 42,32 τ.μ., που απεικονίζεται στο ως άνω διάγραμμα του πραγματογνώμονος Π.
Β. με τα στοιχ. Α31, Α32, Α70, Α70, Α170, Α31, Α31. Επίσης το έτος 1990 κατασκεύασε εντός του επιδίκου σκέπαστρο με τέντα για την εξυπηρέτηση των θαμώνων του εστιατορίου, τοιχίο και μικρή αποθήκη. Ο δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος, Σ. Λ., διατηρούσε με τον πρώτο εναγόμενο, από πολλά χρόνια, φιλικές και οικογενειακές σχέσεις και ο αδελφός του Γ.
Λ. είχε βαπτίσει τον πρώτο εναγόμενο. Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων, ο Σ. Λ. επέτρεψε στον εναγόμενο, μετά την έναρξη λειτουργίας του ως άνω καταστήματος - εστιατορίου του, το έτος 1983, να χρησιμοποιεί το επίδικο, προκειμένου να σταθμεύουν σε αυτό τα αυτοκίνητα των πελατών του καταστήματος του. Ο πρώτος εναγόμενος με την κατασκευή των ως άνω κτισμάτων στο επίδικο, το έτος 1990, εκδήλωσε την βούλησή του να αντιποιηθεί τη νομή του επιδίκου, γεγονός που περιήλθε σε γνώση του δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντος, Σ.
Λ., ο οποίος και πρότεινε στον πρώτο εναγόμενο να το αγοράσει, πλην όμως δεν επήλθε συμφωνία των ανωτέρω ως προς το τίμημα και στη συνέχεια ο Σ. Λ. πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου στον αρχικό εγάγοντα...." (βλ. 3ο φύλλο σελ. 7η έως 4° φύλλο σελ 8η).
Μετά τις παραπάνω παραδοχές, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ως αποδειχθέντα, ακολουθεί παράθεση δικών μου ισχυρισμών με σχετική κρισιολόγηση και κατά βάση απορριπτικές αποφάνσεις, ως εξής: "Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που προέβαλαν με τις από 3-1-1997 προτάσεις τους, που κατέθεσαν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν με την έφεσή τους, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, εμβαδού 1.574,63 τ.μ., το οποίο ο δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου Γ.
Β. απέκτησε, το έτος 1939, από άτυπη δωρεά από τη Μ. Γ., εντός του οποίου αυτός κατασκεύασε ισόγεια κατοικία, στάβλο και υπόστεγο, στο οποίο φύλασσε τη βάρκα του και δημιούργησε μεγάλο κήπο, και ότι έκτοτε και έως το θάνατό του στις 11-5-1971, το νεμόταν, με διάνοια κυρίου, κατοικώντας εντός των κτηρίων, επισκευάζοντάς τα και καλλιεργώντας τον κήπο, ενώ το έτος 1964 κατασκεύασε νέα οικία, ότι το ως άνω ακίνητο ο Γ.
Β. κατέλιπε, με την υπ' αριθμ. ...0/1955 δημόσια διαθήκη του, στα τέκνα του, δηλαδή τον πρώτο εναγόμενο και τον Σ. Β., ότι, μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, το ως άνω ακίνητο περιήλθε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος συνέχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της αγωγής ασκώντας πράξεις νομής και κατοχής και συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε την ισόγεια οικία ως κατοικία, επισκεύασε τα υπάρχοντα κτίρια (κατοικία και στάβλο), καλλιεργούσε τον κήπο και φύτευσε εντός αυτού δένδρα, ότι το έτος 1978 μετέτρεψε την οικία σε κατάστημα εστιατόριο - ψησταριά, το οποίο εκμίσθωσε στην δεύτερη εναγομένη, η οποία το χρησιμοποιεί ως εστιατόριο - ψησταριά, ότι στη θέση του στάβλου κατασκεύασε κατοικία, την οποία το έτος 1983 μετέτρεψε σε συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων και κατασκεύασε, το ίδιο έτος 1983 σκέπαστρο με τέντα για την εξυπηρέτηση των θαμώνων του εστιατορίου, τοιχίο και μικρή αποθήκη είναι αβάσιμος και απορριπτέος, για τους παρακάτω λόγους.
Ο Γ. Β. διέμενε στο χωριό ..., όπου είχε την κατοικία του, καθώς και ποιμνιοστάσιο. Ο τελευταίος, όπως προεκτέθηκε, σε άλλο ακίνητο, το οποίο δεν είναι όμορο με το επίδικο, αλλά βρίσκεται σε απόσταση 15,29 μ. νότια αυτού, είχε κατασκευάσει έναν οικίσκο (καλύβη), που χρησιμοποιούσε κατά τις εκεί μεταβάσεις του για ψάρεμα και για τη φύλαξη της βάρκας του και των εργαλείων της ψαρικής.
Εντός του επιδίκου δεν υπήρχαν κτίσματα, ούτε ο Γ. Β. καλλιεργούσε στο επίδικο οπωροκηπευτικά. Στην υπ' αριθμ. ...0/24- 9-1955 δημόσια διαθήκη του αναφέρει ότι καταλείπει, πλην των άλλων στους υιούς του Κ.ο (πρώτο εναγόμενο) και Σ. Β., "... την υπόλοιπη περιουσίαν μου ... αποτελουμένην ... εκ του κτήματος εις θέσιν ... εκ της οικίας μου και σταύλου με ότι περικλείη μέσα εντός του χωρίου ..., εκ δύο ελαιοδένδρων εις θέσιν ...
και του σόχωρου εις χωριό ... ...". Από το ως άνω περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει αναμφιβόλως ότι η οικία και ο στάβλος βρισκόταν στο χωριό ... και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, στην επίδικη έκταση. Εξάλλου ο αδελφός του πρώτου κατηγορουμένου, Σ. Β. και συγκληρονόμος, εξεταζόμενος στις 26-10-2001 ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη με κατηγορουμένους τον Σ.
Λ. και τον αρχικό ενάγοντα, οι οποίοι κατηγορούνταν, μετά από μήνυση του πρώτου εναγομένου, για την πράξη της απάτης, συνισταμένης στο ότι, κατά συμπαιγνία και για τη δημιουργία αναληθούς τίτλου, συνήψαν σύμβαση αγοραπωλησίας ακινήτου, του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ήταν κύριος, για την οποία καταρτίσθηκε το ως άνω επίμαχο υπ' αριθμ.
…6/1995 συμβόλαιο και επί πλέον ο αρχικός ενάγων για την πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, συνισταμένης στο ότι προσκόμισε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, κατά τη συζήτηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, το ως άνω υπ' αριθμ. …6/1995 συμβόλαιο, και το από 27-7-1989 πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, πράξεις για τις οποίες οι εν λόγω κατηγορούμενοι Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, κατέθεσε επί λέξει τα εξής; "...
ο χώρος που είναι η τέντα σήμερα ήταν του Λ.. Ποτέ δεν ήταν του πατέρα μου ... Εκεί που είναι το εστιατόριο είχε γίνει η καλύβα ...Το σπίτι και τον στάβλο τον είχαμε στο χωριό. Στο επίδικο είχαμε την καλύβα ... Πούλησε δικό του ο Νικολός ...". Περαιτέρω, προ του έτους 1990, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ή ο δικαιοπάροχός του ενεργούσαν στο επίδικο με διάνοια κυρίου πράξεις νομής και κατοχής, αφού, όπως έγινε δεκτό παραπάνω, το κατάστημα εστιατόριο και η έμπροσθεν αυτού σκεπαστή βεράντα, δεν βρίσκονται μέσα στο επίδικο, αλλά σε άλλο ακίνητο, που δεν είναι όμορο με το επίδικο.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος πριν από αυτόν ο δικαιοπάροχός του καλλιεργούσαν τον επίδικο κήπο και είχαν φυτεύσει δένδρα. Οι σχετικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των εναγομένων δεν κρίνονται πειστικές, διότι είναι αόριστες και δεν επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, Α.
Μ., σύμφωνα με την οποία στο επίδικο, αλλά και στο μείζον ακίνητο υπήρχαν αμπέλια. Εκτός τούτων, σύμφωνα με την από Φεβρουάριο του 2009 έκθεση φωτοερμηνείας, του δασολόγου Ι. Ε., η οποία δεν αντικρούεται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, στις υπ' αριθμ. ...6 και ...7 αεροφωτογραφίες της περιοχής του επιδίκου, που λήφθηκαν από τη Γ.Υ.Σ., την 12-9-1984, δεν απεικονίζεται εντός του επιδίκου κανένα απολύτως κτίσμα, ούτε αποτυπώνεται τέτοιο στα τοπογραφικό υπόβαθρα της ΓΥ.Σ.
και της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, τα οποία συντάχθηκαν, επί τη βάσει αεροφωτογραφιών των ετών 1981 και 1969, αντίστοιχα. To κτίσμα, που αποτυπώνεται στο χωρίς χρονολογία σχεδιάγραμμα του Μ. Π., το οποίο ο πρώτος εναγόμενος επισύναψε στην υπ' αριθμ. 1280/12-5-1983 αίτηση για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτου κτίσματος, βρίσκεται εκτός του επιδίκου και συγκεκριμένα στο παραπάνω περιγραφέν με Α27, Α17, Α18, Α19, Α20, Α21, Α22, Α23, Α24, Α25, Α26, Α27 ακίνητο, στο οποίο αρχικά υπήρχε ο οικίσκος (καλύβη).
Το κτίσμα των ενοικιαζομένων δωματίων δεν αποτυπώνεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα του Μ. Π., ούτε, όπως προεκτέθηκε, στις αεροφωτογραφίες, που λήφθηκαν στις 12-9-1984. Τούτο εμφανίζεται μόνο στο από το έτος 1993 διάγραμμα, του μηχανικού Δ. Μάνθου. Όπως προεκτέθηκε, ο πρώτος εναγόμενος από το ακίνητο, στο οποίο βρισκόταν ο οικίσκος (καλύβη), επεκτάθηκε, από το έτος 1978, σταδιακά, προς βορρά, κατασκευάζοντας διάφορα αυθαίρετα κτίσματα (προσθήκες) στο αρχικό κτίσμα (οικίσκο), χωρίς οικοδομική άδεια, έως το 1990, οπότε κατέλαβε το επίδικο, επεκτείνοντας εντός αυτού το κτίσμα των ενοικιαζομένων δωματίων και κατασκευάζοντας υπόστεγο από σιδηροκατασκευή και τέντα περικλειόμενη από χαμηλό τοιχίο καθώς και αποθήκη.
Ο αρχικός ενάγων είχε ασκήσει κατά του πρώτου εναγομένου την υπ' αριθμ. 103/2002 διεκδικητική αγωγή, με την οποία ισχυριζόμενος ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα ακινήτου, εμβαδού 986,50 τ.μ. (το οποίο σημειωτέον βρίσκεται νότια του επιδίκου), δυνάμει του υπ' αριθμ. ...8/1993 συμβολαίου από αγορά από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", ότι ο εναγόμενος είχε καταλάβει τμήμα αυτού, εμβαδού 226,13 τ.μ., ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ως άνω ακινήτου και να του αποδοθεί.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 179/2006 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την απέρριψε ως παραγεγραμμένη, δεχόμενη ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, εταιρία με την επωνυμία "...", το έτος 1978 απώλεσε τη νομή του επιδίκου τμήματος, αφού τότε το κατέλαβε ο εναγόμενος και συνεπώς έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής" το έτος 2002 συμπληρώθηκε ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής.
Από την ως άνω απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, διότι αφορά διαφορετικό ακίνητο, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων..." (βλ. 4° φύλλο 8η σελ.επ.) Μετά ταύτα επανέρχεται στις περί πραγμάτων παραδοχές της, για τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, τα οποία οδηγούν στην τελεσίδικη ευδοκίμηση της αγωγής και την απόρριψη της έφεσής μας, ως εξής: "Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος, Σ.
Λ., κατά το χρόνο μεταβίβασης, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ. …6/14-9-1995 συμβολαίου, του επιδίκου ακινήτου στον αρχικό ενάγοντα, ήταν κύριος αυτού, αφού το είχε νεμηθεί, με διάνοια κυρίου, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, πριν από το έτος 1990, οπότε αυτός (Σ.
Λ.) απώλεσε τη νομή αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, και συνεπώς ο αρχικός ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο από αληθή κύριο. Η ένσταση περί ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου στο επίδικο ακίνητο, την οποία πρόβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με την έφεση οι εναγόμενοι, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος, όπως έγινε δεκτό, άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο το έτος 1990, έκτοτε δε και έως τις 30-5-1996, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στους εναγομένους, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ1 αριθμ. 7696, 7697, 7698 και 7699/30-5-1996 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Β.
Π., δεν συμπληρώνεται εικοσαετία για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Για τον ίδιο ως άνω λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και η ένσταση εικοσαετούς παραγραφής, που οι εναγόμενοι πρόβαλαν πρωτοδίκως, και επαναφέρουν με την έφεση. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με\την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις των εναγομένων, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με την παρούσα απόφαση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και συνεπώς οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επομένως, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη..." (βλ. φύλλο 6ο σελίδα 13η έως τέλος). Ανεξάρτητα από την ασυνήθη κατάστρωση του όλου δικανικού συλλογισμού είναι προφανές ότι η όλη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση αλλά ασαφείς, ανεπαρκείς και αλληλοαντικρουόμενες και αντιφατικές αιτιολογίες.
Συγκεκριμένα: α) Στο πρώτο αυτουσίως παρατεθέν τμήμα των παραδοχών της για τα πραγματικά περιστατικά, δέχεται ως αποδειχθέν ότι: "Το ανωτέρω ακίνητο των 946,31 τ.μ., ο Γ. Λ. το νεμόταν και το διακατείχε από το έτος 1923 συνέχεια, αδιάκοπα, ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και με διάνοια κυρίου, ασκώντας σε αυτό φανερά τις πράξεις νομής και διακατοχής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα το επιτηρούσε, το επέβλεπε και καλλιεργούσε τα αμπέλια, που υπήρχαν μέσα σε αυτό, έως το έτος 1965, οπότε μεταβίβασε, ατύπως, τη νομή αυτού στον υιό του Σ.
Λ., ο οποίος έκτοτε συνέχισε να ασκεί, με διάνοια κυρίου, φανερά, τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής συνεχώς έως το έτος 1990.". Στη συνέχεια και στο ίδιο τμήμα της, κατ' αντίθεση προς την παραδοχή ότι ο αντίδικος και οι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν τις προσήκουσες πράξεις νομής, δέχεται ότι ο πρώτος από εμάς "...από το έτος 1978 και έως το έτος 1990, προεξέτεινε, τον ως άνω οικίσκο, κατασκευάζοντας, χωρίς οικοδομική άδεια, διάφορα κτίσματα-προσθήκες, τα οποία χρησιμοποιούσε για τη στέγαση επιχειρήσεων καταστήματος - εστιατορίου και ενοικιαζομένων δωματίων...." πλην όμως εντελώς αυθαίρετα επισημαίνει ότι οι επεκτάσεις αυτές δεν αφορούν στην επίδικη έκταση, ενώ στη συνέχεια παραθέτει ότι, "Κατά την επέκταση των ως άνω κτισμάτων, το έτος 1990, κατέλαβε τμήμα του επιδίκου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 42,32 τ.μ.,.." και εν συνεχεία παραθέτει ότι, "..Επίσης το έτος 1990 κατασκεύασε εντός του επιδίκου σκέπαστρο με τέντα για την εξυπηρέτηση των θαμώνων του εστιατορίου, τοιχίο και μικρή αποθήκη ..." Κατά πρώτον από τα προπαρατιθέμενα αποσπάσματα προκύπτει πλήρης ασάφεια για το πότε κατασκευάστηκαν οι προσθήκες το τοιχείο και η τέντα, καθώς αρχικά γίνεται λόγος για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1978 έως 1990 στη συνέχεια για το έτος 1990.
Και ενώ για το επίδικο τμήμα η προσβαλλόμενη θεωρεί ότι κατελήφθη το έτος 1990 και μετά, οι κατασκευές 42,32 τμ τις οποίες επικαλείται δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την επιφάνεια των 700 τμ από την οποία θεωρεί ο αρχικώς ενάγων ότι τον αποβάλλαμε. Επιπρόσθετα δεν διευκρινίζεται ποιες είναι οι κατασκευές εκείνες που δημιουργήθηκαν από το 1990 και μετά, καθώς από το προπαρατεθέν σκεπτικό προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη συγχέει τον χρόνο έναρξης των κατασκευών, την έκτασή τους και το σημείο επί του επίδικου τοποθετήθηκαν, με αποτέλεσμα να προκαλείται πολλαπλή ασάφεια ως προς την έναρξη του χρόνου άσκησης εκ μέρους μας φυσικής εξουσίασης επί του ακινήτου.
Κατά δεύτερον, είναι νομικά και λογικά αδιανόητο ν' ασκεί τη νομή η πλευρά του αντιδίκου και ταυτόχρονα να αναγείρουμε κτίσματα 42,32 τμ, και διάφορες άλλες κατασκευές επεκτείνοντας την επιχείρηση, στην ίδια εδαφική έκταση. Ούτε βεβαίως είναι νοητό η κατασκευή κτισμάτων και η λειτουργία επιχείρησης να μην αποτρέπουν φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου, με διάνοια κυρίου.
β) Ενώ ρητώς, με το αμέσως προπαρατιθέμενο απόσπασμα δέχεται ότι ο πρώτος από εμάς ανήγειρα κτίσματα, που χρησιμοποίησα ως ενοικιαζόμενα δωμάτια, στη συνέχεια και στο δεύτερο τμήμα του σκεπτικού, με μία σειρά ασαφείς και αλληλοαναιρούμενες σκέψεις, συγχέει το κληρονομιαίο ακίνητο μου στην επίδικη περιοχή με άλλο κληρονομιαίο ακίνητο μου εντός του χωριού .... Παρ' ότι, δηλαδή, γίνεται δεκτό ότι ανοικοδόμησα από το 1978 και εκμεταλλευόμουν το επίδικο και παρ' ότι δεν αμφισβητείται ότι έχω κληρονομιαίο από τη διαθήκη ακίνητο στην περιοχή, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα, αποκόπτεται το επίδικο από τη διαθήκη, με περαιτέρω συνέπεια να μετακινείται ο χρόνος άσκησης της νομής από εμένα τον ίδιο πρώτο από εμάς στο έτος 1978, ενώ στην κληρονομία υπεισήλθα από το έτος 1971, γεγονός αυταπόδεικτα σημαντικό, αφού συνδέεται με την (κτητική) παραγραφή και την δι' εκτάκτου χρησικτησίας απόκτηση της κυριότητος του.
γ) Πουθενά στην αναιρεσιβαλλόμενη δεν αναφέρεται και δεν προσδιορίζεται το κατά τη δικανική κρισιολόγηση εναρκτήριο χρονικό σημείο της εκ μέρους εμού του ιδίου πρώτου από εμάς ή του δικαιοπαρόχου μου απόκτησης της νομής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Γίνεται, βέβαια, λόγος για την κατασκευή των κτισμάτων από το έτος 1978 αλλά δεν προσδιορίζεται το πότε απέκτησα τη φυσική εξουσία για ν' ανοικοδομήσω το 1978. Εν όψει του ισχυρισμού μου ότι η νομή και η από τη δική μου πλευρά άσκηση της νομής αναγόταν στο έτος 1939 και της παραδοχής ότι το 1978 έκτισα στο επίδικο, έπρεπε να προσδιορισθεί με σαφήνεια και πλήρη αιτιολόγηση τι δέχεται το Δικαστήριο.
Οι προπεριγραφόμενες, αντιφάσεις, ασάφειες και ανεπάρκειες του σκεπτικού της Εφετειακής, συγκροτούν τον κατ' άρθρο 559 αρ. 19 αναιρετικό λόγο.
2. Διότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 974, 981, 1046 και 1045 Α. Κ. που ρυθμίζουν τη νομή και την δι' εκτάκτου χρησικτησίας κτήση κυριότητος ακινήτου, υποπίπτοντας πολλαπλώς στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα:
α) Σύμφωνα με το άρθρο 974 Α.Κ. "Όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω σε πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου". Σύμφωνα με το άρθρο 981 Α.Κ. "Η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Παροδικό από την φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής". Σύμφωνα με το άρθρο 1046 Α.Κ. "Εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και την λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1045 Α.Κ. "Εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία)". (Η εκ περισσού παράθεση αυτούσιων των διατάξεων, δεν αποσκοπεί ασφαλώς στην υπόμνησή τους στο Δικαστήριο Σας αλλά σε διευκόλυνση, για την περίπτωση που χρειασθεί το κατά λέξη περιεχόμενο τους).
β) Στην υπό κρίση περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δέχτηκε τα εξής, κατά λέξη, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της νομής: "Ο τελευταίος σταδιακά, από το έτος 1978 και έως το έτος 1990, προεξέτεινε, τον ως άνω οικίσκο, κατασκευάζοντας, χωρίς οικοδομική άδεια, διάφορα κτίσματα - προσθήκες, τα οποία χρησιμοποιούσε για τη στέγαση επιχειρήσεων καταστήματος - εστιατορίου και ενοικιαζομένων δωματίων.
Συγκεκριμένα, στο εδαφικό τμήμα, που βρίσκεται νότια του επιδίκου, μεταξύ αυτού και του ως άνω ακινήτου στο οποίο υπήρχε ο αρχικός οικίσκος, κατασκεύασε, χωρίς οικοδομική άδεια, σταδιακά έως το 1990, δωμάτια, με σκεπαστές βεράντες προς την πλευρά της θάλασσας, τα οποία χρησιμοποιούσε για ενοικίαση σε τουρίστες.
Κατά την επέκταση των ως άνω κτισμάτων, το έτος 1990, κατέλαβε τμήμα του επιδίκου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 42,32 τ.μ., που απεικονίζεται στο ως άνω διάγραμμα του πραγματογνώμονος Π. Β. με τα στοιχ. Α31, Α32, Α70, Α70, Α170, Α31, Α31. Επίσης το έτος 1990 κατασκεύασε εντός του επιδίκου σκέπαστρο με τέντα για την εξυπηρέτηση των θαμώνων του εστιατορίου, τοιχίο και μικρή αποθήκη.
Ο δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος, Σ. Λ., διατηρούσε με τον πρώτο εναγόμενο, από πολλά χρονιά, φιλικές και οικογενειακές σχέσεις και ο αδελφός του Γ. Λ. είχε βαπτίσει τον πρώτο εναγόμενο. Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων, ο Σ. Λ. επέτρεψε στον εναγόμενο, μετά την έναρξη λειτουργίας του ως άνω καταστήματος - εστιατορίου του, το έτος 1983, να χρησιμοποιεί το επίδικο, προκειμένου να σταθμεύουν σε αυτό τα αυτοκίνητα των πελατών του καταστήματος του.
Ο πρώτος εναγόμενος με την κατασκευή των ως άνω κτισμάτων στο επίδικο, το έτος 1990, εκδήλωσε την βούλησή του να αντιποιηθεί τη νομή του επιδίκου, γεγονός που περιήλθε σε γνώση του δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντος, Σ. Λ., ο οποίος και πρότεινε στον πρώτο εναγόμενο να το αγοράσει, πλην όμως δεν επήλθε συμφωνία των ανωτέρω ως προς το τίμημα και στη συνέχεια ο Σπυρίδων.........." (βλ. 4ο φύλλο 2η σελίδα).
Δέχτηκε, δηλαδή, ρητά και συγκεκριμένα ότι ο πρώτος από εμάς ήμουν νομέας του επίδικου για το διάστημα από το 1990 μέχρι το 1995 και ασαφώς και αορίστως και για προγενέστερο χρόνο με την φράση, "ο τελευταίος σταδιακά από το έτος 1978 και έως το έτος 1990, προεξέτεινε τον ως άνω οικίσκο, κατασκευάζοντας χωρίς οικοδομική άδεια διάφορα κτίσματα- προθήκες, τα οποία χρησιμοποιούσε για τη στέγαση επιχειρήσεων καταστήματος εστιατορίου και ενοικιαζόμενων δωματίων" και τούτο παρά το ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του πρώτου από εμάς απεβίωσε το 1971 και έκτοτε υπεισήλθα εγώ στη νομή ως εκ διαθήκης κληρονόμος του. Και ενώ από τη μία πλευρά η αναιρεσιβαλλόμενη αναφέρει πως επρόκειτο για κατασκευές που δεν αφορούσαν στο επίδικο τμήμα, καθώς αυτές θεωρεί ότι ξεκίνησαν από το 1990, δεν διευκρινίζεται ποιες είναι οι κατασκευές που τοποθετήθηκαν από το 1990 και μεταγενέστερα.
Πέρα από την κρίσιμη ασάφεια ως προς τον χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου από τον πρώτο από εμάς και τον δικαιοπάροχό μου, η αναιρεσιβαλλόμενη παραβιάζει ευθέως την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 981 εδ. α' Α. Κ. με το να δεχθεί ότι εγώ απώλεσα και ο αντίδικος απέκτησε τη νομή χωρίς να αποκτήσει την φυσική εξουσία πάνω στο επίδικο. Ως πραγματικά δε στοιχεία, δια των οποίων επήλθε η απώλεια και η απόκτηση της νομής, υπολαμβάνει εσφαλμένα την κατάρτιση του υπ' αριθμ. …6/14.9.1995 συμβολαίου αγοραπωλησίας.. Δέχθηκε δηλαδή, ότι ενώ ο πρώτος από εμάς εξουσίαζα το επίδικο με τον πιο θεαματικό τρόπο, έχοντας ιδρύσει και λειτουργώντας σε αυτό επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, υπεισήλθε και απέκτησε τη νομή ο αντίδικος, ο οποίος αγόρασε επί χάρτου, απεικόνισε επί χάρτου προκειμένου να ασκήσει και άσκησε διεκδικητική αγωγή με επίβλεψη προφανώς της επιχείρησης που λειτουργούσα. Τέτοια σύγχυση δεν είχε φαντασθεί ούτε προσδοκούσε ο αντίδικος. Ποτέ και πουθενά δεν ισχυρίστηκε ότι απέκτησε τη νομή. Και κατά τούτο βεβαίως η πλημμέλεια εμπίπτει και στους εκ των υπ'αριθμ.8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετικούς λόγους).
Περαιτέρω με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλόμενη παραβίασε κατάφωρα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1046 και 1045 Α.Κ.
Η βαρύτατη σύγχυση περί την έννοια και τον τρόπο κτήσης και απώλειας της νομής και των πράξεων άσκησης της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος, προκλήθηκε προφανώς από τις συνήθεις στη δικαστηριακή πρακτική διενέξεις περί τη νομή ανοικοδόμητων και εκτός εκμετάλλευσης ακινήτων, για τα οποία οι μόνες προσήκουσες και εκδηλούμενες υλικές πράξεις άσκησης της νομής είναι η επίβλεψη, η αποτύπωση σε σχεδιαγράμματα κ.τλ. Επομένως, η προσβαλλόμενη είναι αναιρετέα για το λόγο αυτό.
3. Διότι το δικάσαν Εφετείο παραμόρφωσε καταφανώς το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί ως πραγματικά γεγονότα καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, υποπίπτοντας έτσι στην κατ' άρθρο 559, αρ. 20 πλημμέλεια. Συγκεκριμένα: Μεταξύ των προσκομισθέντων με επίκληση από εμένα αποδεικτικών εγγράφων, περιλαμβανόταν και η υπ' αριθμ. ….0/24.9.1955 δημόσια διαθήκη του δικαιοπαρόχου μου Γ. Β. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Α. I. Γ.. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έλαβε μεν υπ' όψη του προαναφερόμενο αποδεικτικό στοιχείο αλλά ανέγνωσε εντελώς εσφαλμένα το κρίσιμο για την επίδικη διαφορά περιεχόμενο του, κατά πλήρη παραμόρφωση. Ειδικότερα, το κατά λέξη κρίσιμο περιεχόμενο της άνω διαθήκης έχει ως εξής: "Την δε υπόλοιπην περιουσίαν μου κινητήν και ακίνητον συμπεριλαμβανομένου και του μεριδίου μου ήτοι του ημίσεως εκ της όλης περιουσίας μου αποτελουμένης εκ...μιας αμπέλου εκτάσεως δύο στρεμμάτων εις θέσιν ... εξ' ενός στρέμματος αμπέλου εις θέσιν ..., εξ' ενός στρέμματος αμπέλου και επτά αλαιόδεντρα εις θέσιν ... ..., εξ' ολοκλήρου του κτήματος με τις κατοικίες και ονομασίας ..., και Κεντρομάδες περιφερείας ... εκ δεκαπέντε ελαιοδέντρων εις Νεντάτι εκ των χερσοτόπων εις θέσιν ... ... εκ της οικίας μου και σταύλου με ό,τι περικλείει μέσα.".
Μετά την ολοκλήρωση της προπαρατιθέμενης περιόδου και την τελεία, η διαθήκη συνεχίζεται, αναφερόμενη σε άλλο περιουσιακό στοιχείο του διαθέτη ως εξής: "Εντός του χωρίου ..., εκ δύο ελαιοδένδρων εις θέσιν ... και του σόχωρου εις το χωριό ... και Πάσης άλλης φύσεως κινητής και ακινήτου την διαθέτω εις τα δύο αρσενικά μου παιδιά...." Η αναιρεσιβαλλόμενη, από πρόδηλη παραδρομή, ανέγνωσε εσφαλμένα και απέδωσε ως εξής το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της διαθήκης: "....Στην υπ' αριθμ. ...0/24-9-1955 δημόσια διαθήκη του αναφέρει ότι καταλείπει, πλην των άλλων στους υιούς του Κ.ο (πρώτο εναγόμενο) και Σ.
Β., "... την υπόλοιπη περιουσίαν μου ... αποτελουμένην ... εκ του κτήματος εις θέσιν ... εκ της οικίας μου και σταύλου με ότι περικλείη μέσα εντός του χωρίου ..., εκ δύο ελαιοδένδρων εις θέσιν ... και του σόχωρου εις χωριό ... ...". Από το ως άνω περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει αναμφιβόλως ότι η οικία και ο στάβλος βρισκόταν στο χωριό ...
και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, στην επίδικη έκταση." Ανέγνωσε, δηλαδή, εσφαλμένα το κείμενο της διαθήκης, παραβλέποντας το γεγονός ότι μετά τη φράση, "... εκ του κτήματος εις θεσιν ... εκ της οικίας μου και στάβλου με ότι περικλείει μέσα", ακολουθεί τελεία και μετά αρχίζει άλλη περίοδος με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης "Εντός του χωριού ......", η οποία αναφέρεται σε άλλο κληρονομιαίο ακίνητο που δεν έχει καμία σχέση με το επίδικο και απέχει πολλά χιλιόμετρα από αυτό, ευρισκόμενο μέσα στους ....
Εξ αιτίας δε της εσφαλμένης ανάγνωσης κατέληξε στην εσφαλμένη κρίση ότι η τελευταία προ της τελείας φράση της διαθήκης, αναφέρεται στο εντός του χωριού άσχετο με το επίδικο ακίνητο. Η παραμόρφωση της προαναφερόμενης κρίσιμης δημόσιας Διαθήκης συνίσταται στο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχτηκε ως πραγματικά γεγονότα καταφανώς διαφορετικά από τα διαλαμβανόμενα σε αυτά κρισιμότατα για την έκβαση της δίκης και κυρίως την κρισιολόγηση του ισχυρισμού μας περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
4. Διότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε απετέλεσαν ισχυρισμούς του ενάγοντος και τα οποία άσκησαν καθοριστική επίδραση στην κρίση του, κατά παράβαση των οριζόμενων στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρυόμενου έτσι του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου. Ειδικότερα: Ο αρχικώς ενάγων, με την ένδικη αγωγή του, προέβαλε και ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων τα εξής κατά λέξη: "Λόγω της συγγένεια του δικαιοπαρόχου μου με τους αντιδίκους τους επέτρεψε προφορικά το έτος 1991 εντός της εκτάσεως των 700 τμ να τοποθετήσουν πρόχειρες τέντες κτλ προς εξυπηρέτηση του εστιατορίου τους και να κάνουν χρήση του επίδικου τμήματος το οποίο όμως θα απέδιδαν και θα αφαιρούσαν τα πρόχειρα κατασκευάσματα όταν θα πωλείτο το ακίνητο σε τρίτους.
Ενώ έτσι είχε ανέκαθεν η νομική και πραγματική κατάσταση και αμέσως μετά την αγοραπωλησία το έτος 1995 ο δικαιοπάροχος μου επιχείρησε να με εγκαταστήσει στο πωληθέν ακίνητο, οι αντίδικοι όμως όλως παρανόμως και αυθαιρέτως μας εκδίωξαν εκ του ακινήτου μας διεκδικώντας μέρος του ακινήτου ως ιδικόν των και συγκεκριμένα οι αντίδικοι κατέλαβαν παράνομα και αυθαίρετα έκταση 700 τμ η οποία περικλείεται από τα στοιχεία του επισυναπτόμενου τοπογραφικού ....Εντός του καταληφθέντος αυτού τμήματος οι αντίδικοι ενεργώντας εντελώς παράνομα και άνευ νομίμου πολεοδομικής άδειας έχουν κατασκευάσει υπόστεγο από σιδηροκατασκευή που σκεπάζεται με τέντα περικλειόμενο με χαμηλό περβάζι και το οποίο φαίνεται κατά θέση στο επισυναπτόμενο τοπογραφικό με στοιχεία Κ-Λ-Μ. Ακολούθως από την πλευρά του άνω τοπογραφικού με τα στοιχεία Ι-Ν το οποίο είναι επίπεδο και εν επαφή του πρανούς υπολοίπου τμήματος του ακινήτου μου κατασκεύασαν χαμηλό τοιχείο έξωθι του οποίου έχουν φυτεύσει καλλωπιστικά φυτά. Επιπλέον προς το σημείο I και πλησίον της αγροτικής οδού κατασκεύασαν μικρή αποθήκη από λαμαρίνα. Μέρος επίσης έμπροσθεν του ακίνητο και πέραν των στοιχείων του τοπογραφικού Κ-Α-Μ-Ν έχουν ασφαλτοστρώσει αυτό.
Έτσι δια των ανωτέρω πράξεών τους οι εναγόμενοι κατέλαβαν το ως άνω τμήμα του ακινήτου μου εκτάσεως 700 τμ, συνεχίζουν δε να το κατέχουν μέχρι σήμερα αποβάλλοντας εμέ τον πραγματικό κύριο νομέα και κάτοχο από τη νομή και κατοχή του τμήματος τούτου δημιουργώντας μεγάλης έκτασης επεισόδια με σοβαρούς διαπληκτισμούς και απειλές...." Ο ενάγων, δηλαδή, όχι μόνον δεν ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε τη νομή του επίδικου εδαφικού τμήματος αλλά αντιθέτως ιστορεί λεπτομερώς, συνομολογεί ανεπιφύλακτα και αποδέχεται ευθέως ότι τουλάχιστον από το έτος 1991 μέχρι την άσκηση της αγωγής και μέχρι σήμερα την επί του επιδίκου νομή ασκούσαμε εμείς κατά τον πιο εμφατικό, καταφανή και κραυγαλέο τρόπο, έχοντας, "κατασκευάσει υπόστεγο από σιδηροκατασκευή που σκεπάζεται με τέντα περικλειόμενο με χαμηλό περβάζι ... χαμηλό τοιχείο έξωθι του οποίου έχουν φυτεύσει καλλωπιστικά φυτά.", Όποιος έχει κατασκευάσει σιδηροκατασκευή και στεγάζει σ' αυτό επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων και εστιατόριο, δεν μπορεί παρά να είναι νομέας, πράγμα που δεν διανοήθηκε να αμφισβητήσει ο αντίδικος ο οποίος απλώς μετέθεσε το χρόνο απόκτησης της νομής στο 1991.
Παρά ταύτα, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται κατά λέξη τα εξής, προς αντίκρουση και απόρριψη της ένστασης παραγραφής που είχαμε προβάλει και της εντεύθεν πρωτοτυπίας κτήσης της κυριότητας από τον πρώτο από εμάς με έκτακτη χρησικτησία: "Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος, Σ.
Λ., κατά το χρόνο μεταβίβασης, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ. …6/14-9-1995 συμβολαίου, του επιδίκου ακινήτου στον αρχικό ενάγοντα, ήταν κύριος αυτού, αφού το είχε νεμηθεί, με διάνοια κυρίου, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, πριν από το έτος 1990, οπότε αυτός (Σ.
Λ.) απώλεσε τη νομή αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, και συνεπώς ο αρχικός ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο από αληθή κύριο. Η ένσταση περί ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου στο επίδικο ακίνητο, την οποία πρόβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με την έφεση οι εναγόμενοι, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος, όπως έγινε δεκτό, άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο το έτος 1990, έκτοτε δε και έως τις 30-5-1996, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στους εναγομένους, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. 7696, 7697, 7698 και 7699/30-5-1996 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Β.
Π., δεν συμπληρώνεται εικοσαετία για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Για τον ίδιο ως άνω λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και η ένσταση εικοσαετούς παραγραφής, που οι εναγόμενοι πρόβαλαν πρωτοδίκως, και επαναφέρουν με την έφεση" Ενώ, δηλαδή, ο ίδιος ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ποτέ ότι απέκτησε ή ανέκτησε και άσκησε πραγματικά την νομή επί του επιδίκου, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι αυτός δια μόνης της υπογραφής του συμβολαίου αγοράς, κατέστη νομέας, κατά τον ίδιο χρόνο, που εγώ εκμεταλλευόμουν επιχειρηματικά, απερίσπαστα και αδιατάρακτα τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και το εστιατόριο, που έχω ανεγείρει στο επίδικο.
Η παραπάνω παραδοχή ανεξαρτήτως του ότι εμπίπτει και στους υπ' αριθμ. 1, 11 και 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, θεμελιώνει πλήρως και τον εκ του αρ. 8 του ιδίου άρθρου, που καθιστά αυτοτελώς αναιρετέα την προσβαλλόμενη.
5. Διότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα: Ο αρχικώς ενάγων με την από 17.4.20102 και με αριθμό κατάθεσης 103/23.4.2000 διεκδικητική αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, στρεφόμενη εναντίον του πρώτου από εμάς, αιτείτο να αναγνωρισθεί κύριος αγροτεμαχίου 226,12 τμ κείμενου στη θέση "..." της Κτηματικής Περιφέρειας του Δήμου …. Κέρκυρας πρώην Κοινότητας ... και να διαταχθεί η απόδοση του επίδικου σε αυτόν, ήτοι, όμορου ακινήτου προς το επίδικο της υπό κρίση δίκης. Στο ιστορικό όμως της ένδικης αγωγής του ο αρχικώς ενάγων ισχυριζόταν ότι ο πρώτος από εμάς είχα καταλάβει τμήμα ακινήτου της ιδιοκτησίας του, έχοντας ανεγείρει εντός αυτού συγκρότημα ενοικιαζόμενων δωματίων, ενώ παράλληλα είχα προβεί σε κατασκευές και προσθήκες, οι οποίες όπως προκύπτει στο προσαρτώμενο στην υπό κρίση αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα εκτείνεται και εντός του επίδικου με την ένδικη αγωγή ακινήτου.
Επί της προαναφερόμενης αγωγής -μετά από την άσκηση έφεσης και αναίρεσης- εξεδόθη μετ' αναίρεση η υπ' αριθμ. 179/2009 αμετάκλητη πλέον απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία απέρριψε την προαναφερόμενη αγωγή του Χ. Ν.-Π.. Σύμφωνα με το σκεπτικό της Εφετειακής απόφασης έχουν γίνει -αμετακλήτως πλέον- δεκτά τα εξής πραγματικά περιστατικά: "....Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών-εναγόμενος, ο οποίος έχει όμορη ιδιοκτησία (μη αναφερόμενη, κατά τα άνω, στα προμνημονευόμενα συμβόλαια), περί το έτος 1978 άρχισε να κατασκευάζει σε τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας οικία, την οποία μετέτρεψε κατόπιν σε εστιατόριο, καθώς επίσης και κτίσματα, που θα τα εκμεταλλευόταν ως ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Τις κατασκευές αυτές τις άρχισε το έτος 1978 και αρχικώς αποπεράτωσε το έτος 1979 το κτίσμα που χρησιμοποιούσε πλέον ως εστιατόριο, τα δε ενοικιαζόμενα περιοδικώς κατασκεύαζε μέχρι το 1983, θεωρήθηκε όταν και έλαβε τη σχετική άδεια λειτουργίας τους από τον EOT, ως ενοικιαζόμενα δωμάτια, καταλαμβάνοντας ούτω τμήμα εκ του ως άνω ακινήτου εμβαδού 226,13 τ.μ.
και κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης έκτασης 275,35 τ.μ. (επίδικο), -όπως τούτο λεπτομερώς περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Tις πράξεις αυτές νομής και κατοχής ο εκκαλών-εναγόμενος διενεργούσε με καλή πίστη, θεωρώντας ότι το επίδικο τμήμα αποτελούσε μέρος της παρακείμενης ιδιοκτησίας του, η οποία περιήλθε σ' αυτόν εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1971 πατρός του και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...0/1955 δημοσίας διαθήκης του.
Συνεπώς από του έτους 1978, τουλάχιστον, η δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου - ενάγοντος απώλεσε τη νομή επί του συγκεκριμένου αυτού τμήματος και, επομένως, κατά το χρόνο πωλήσεως απ' αυτήν του όλου ακινήτου στον εφεσίβλητο - ενάγοντα (έτος 1993) ουδόλως παρέδωσε νομή επί του επιδίκου τμήματος στον νέο κτήτορα, όταν δε αυτός (εφεσίβλητος) το αγόρασε δια του ως άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεν απέκτησε και τη νομή επί του εν λόγω εδαφικού τμήματος, αφού ο εκκαλών - εναγόμενος συνέχισε να νέμεται τούτο δια της εκμεταλλεύσεως και συντηρήσεως των κτισμάτων, που ανήγειρε στο τμήμα αυτό.
Το γεγονός της υπάρξεως των κτισμάτων αυτών από το έτος 1978 τουλάχιστον, επιβεβαιώνεται και από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα στην οικεία έκθεση του, υποστηρίζεται δε, τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, ο οποίος καταθέτει ότι τα κτίσμα τα το 1979 υπήρξαν και τα είχε ο εκκαλών-εναγόμενος, όσο και από πλείστα δημόσια έγγραφα, που αφορούν τις άδειες λειτουργίας των επιχειρήσεων που ασκούντο στα κτίσματα αυτά ...." Από το προπαρατεθέν σκεπτικό της υπ' αριθμ. 179/2009 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας προκύπτουν αδιαμφισβήτητα τα εξής πραγματικά περιστατικά:
α) ότι το κτίριο (ενοικιαζόμενα δωμάτια), τμήμα του οποίου διεκδικεί με την υπό κρίση αγωγής του ο αρχικός αντίδικος και εν συνεχεία η νόμιμη κληρονόμος του εδώ αναιρεσίβλητη, υφίστατο τουλάχιστον από το έτος 1978 εντός του ακινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου από εμάς.
β) οι πράξεις νομής και κατοχής τις οποίες διενεργούσε ο πρώτος από εμάς γίνονταν καλόπιστα, καθώς θεωρούσα ότι το επίδικο τμήμα αποτελούσε τμήμα της παρακείμενης ιδιοκτησίας μου, η οποία περιήλθε στον πρώτο από εμάς εκ κληρονομίας του αποβιώσαντος το έτος 1971 πατρός μου και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...0/1955 δημόσιας διαθήκης του.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά λέξη προς απόρριψη της ένστασής μου περί της ύπαρξης δεδικασμένου τα εξής: "...Ο αρχικός ενάγων είχε ασκήσει κατά του πρώτου εναγομένου την υπ' αριθμ. …3/2002 διεκδικητική αγωγή, με την οποία ισχυριζόμενος ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα ακινήτου, εμβαδού 986,50 τ.μ. (το οποίο σημειωτέον βρίσκεται νότια του επιδίκου), δυνάμει του υπ' αριθμ. ...8/1993 συμβολαίου από αγορά από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", ότι ο εναγόμενος είχε καταλάβει τμήμα αυτού, εμβαδού 226,13 τ.μ., ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ως άνω ακινήτου και να του αποδοθεί.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 179/2006 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την απέρριψε ως παραγεγραμμένη, δεχόμενη ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, εταιρία με την επωνυμία "...", το έτος 1978 απώλεσε τη νομή του επιδίκου τμήματος, αφού τότε το κατέλαβε ο εναγόμενος και συνεπώς έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής" το έτος 2002 συμπληρώθηκε ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής.
Από την ως άνω απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, διότι αφορά διαφορετικό ακίνητο, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων...." Από τα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι, το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου.
Κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων που αφορούν στο δεδικασμένο, η τελεσίδικη απόφαση -πολύ δε περισσότερο η αμετάκλητη- αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά με την έννοια ότι το Δικαστήριο -εν προκειμένω το εκδόσαν την προσβαλλόμενη-, ενώπιον του οποίου προκύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Κατά συνέπεια το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό ως σύνολο, ήτοι, το δικαίωμα που κρίθηκε αλλά και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωσή του, καθώς και το νομικό χαρακτηρισμό που τους προσέδωσε το Δικαστήριο (ΕφΑθ 2069/2001 Αρμ 2002, 1352).
Η αναιρεσιβαλλόμενη με την απόρριψη του τρίτου λόγου της έφεσής μας ως αβάσιμου, παραβίασε ευθέως τις προπαρατιθέμενες διατάξεις περί δεδικασμένου, διότι δεν έλαβε υπ' όψιν της, -μολονότι προσκομίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με τις προτάσεις μας πρωτοδίκως αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο-, την υπ' αριθμ. 179/2009 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία για την από 17.4.20102 και με αριθμό κατάθεσης ..3/23.4.2000 διεκδικητική αγωγή του Χ. Ν.-Π. που έχει την ίδια ακριβώς νομική και ιστορική βάση με την υπό κρίση αγωγή, έκρινε ότι ο πρώτος από εμάς είναι ιδιοκτήτης ακινήτου μετά των εντός αυτού κτισθέντων πραγμάτων εκ διαθήκης, αναγνωρίζοντας ότι η εντός αυτών οικοδομή έχει ανεγερθεί από το έτος 1978 τουλάχιστον. Η προσβαλλόμενη κρίνοντας τον τρίτο λόγο της έφεσής μας ως νόμω αβάσιμο παραβίασε ευθέως τις δικονομικές διατάξεις που αφορούν στο δεδικασμένο, διότι με την προαναφερόμενη αμετάκλητη πλέον απόφαση κρίθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συνίστανται στις πράξεις νομής και κατοχής τις οποίες ασκούσε ο πρώτος από εμάς στο επίδικο, καθώς και στην υπ' αριθμ. ...0/1955 Δημόσια Διαθήκη η οποία αποτελούσε τον νόμιμο τίτλο.
Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη είναι αναιρετέα και για το λόγο αυτό.
6. Διότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του αποδεικτικό μέσο το οποίο προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε νομίμως υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ γ' ΚΠολΔ. Ειδικώτερα, προς υποστήριξη των ισχυρισμών μας -ιδίως αναφορικά τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του πρώτου από εμάς-, προσήγαμε και επικαλεστήκαμε επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 250/1996 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), δυνάμει της οποίας απερρίφθη η από 24.4.1996 και με αριθμό κατάθεσης …1/1996 αίτηση του αρχικώς ενάγοντος Χ. Ν.- Π. περί προσβολής της νομής του επί του επίδικου ακινήτου.
Η προσβαλλόμενη, στο σκεπτικό της σχετικά με το αποδεικτικό υλικό που έλαβε υπ' όψη, προκειμένου να αχθεί στην απόρριψη της έφεσής μας, αναφέρει επί λέξει τα εξής: "... Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, πλην της κατάθεσης του μάρτυρα Σ. Λ., οι οποίες περιέχονται στην προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 25/2002 εισηγητική έκθεση του νόμιμα ορισμένου εισηγητή δικαστή και τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, την υπ' αριθμ.
…..5-11-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Π. Β., που διορίσθηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 35/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, την υπ' αριθμ. ….6/20-3-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Γ., που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 165/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται οι προσκομιζόμενες με επίκληση τεχνικές εκθέσεις και σχεδιαγράμματα, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και το από Νοέμβριο του 1976 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο φέρει μεν υπογραφή, δεν προκύπτει όμως από αυτή το όνομα του συντάξαντος μηχανικού, ούτε φέρει σφραγίδα αυτού και το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, απορριπτόμενου του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι τούτο δεν αποτελεί έγγραφο και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, καθώς και το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εκκαλούντες από 27-6-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν φέρει υπογραφή του πρώτου εναγομένου ή του δικαιοπαρόχου του, το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ..." Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι μεταξύ άλλων, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια.
Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το Δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση με την επικληθείσα υπ' αριθμ. 250/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), απερρίφθη η αίτηση του Χ. Ν. - Π. ως ουσία αβάσιμη επειδή πιθανολογήθηκε νομή του αιτούντος και του δικαιοπαρόχου του επί του επίδικου τμήματος αναφέροντας στο σκεπτικό της επί λέξει τα εξής: "...Πιθανολογήθηκαν τα εξής:
Την 14-9-1995 ο Σ. Λ. επώλησε στον αιτούντα με το υπ' αριθμ. …6/14-9-1995 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Α. Β., αγροτεμάχιο έκτασης 946,31 τ. μ., όπως εμφαίνεται και στο από Ιανουάριο 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού .... Το αγροτεμάχιο αυτό έχει σχήμα τριγωνικό και περικλείεται από αγροτικό δρόμο που οδηγεί στην παραλία, από τμήμα παραλίας και από ακίνητο του α' των καθ' ων καθώς και από ιδιοκτησίας άλλοτε εταιρείας "..." και τώρα του αιτούντος.
Ωστόσο όπως προκύπτει από τις από 15-6-1988 και. 29-10-1988 εκθέσεις ένορκης εξέτασης ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου των Κ. Σ., υπαλλήλου της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών και Α. Σ., ανθυπαστυνόμου, αντίστοιχα ο α' καθ' ου Β. Κ., ο οποίος κατηγορούνταν τότε για παράνομη κατάληψη δημοσίου κτήματος και παράνομη κατασκευή κτίσματος, χωρίς άδεια ευρισκόταν στα οποία, όπως πιθανολογήθηκε, συμπεριλαμβάνονταν και το επίδικο τμήμα από πενταετίας, ήτοι από το έτος 1983.
Αλλά και από το τοπογραφικό διάγραμμα που συνετάγη τον Ιούλιο 1991 και συνοδεύει το με αριθμό πρωτοκόλλου ...1/14-8-1991 έγγραφο της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών προς την Κτηματική Υπηρεσία Κέρκυρας που εν συνεχεία εξέδωσε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής εναντίον του α' καθ' ου, προκύπτει ότι αυτός (α' καθ' ου) είχε κατασκευάσει από το έτος 1991 τουλάχιστον τοιχεία και υπόστεγο με τέντες στο επίδικο τμήμα.
Ο ισχυριζόμενος δε κυριότητα δικαιοπάροχος του αιτούντα στο ενδιάμεσο διάστημα, ήτοι από το έτος 1991 μέχρι σήμερα κινήθηκε μόνο εξωδίκως την 19-10-1995. Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτει ότι ο α' καθ' ου βρισκόταν στη νομή του επίδικου τμήματος από το έτος 1991 τουλάχιστον αν όχι από το έτος 1983. Το από 27-7-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως συνοδεύεται από το τοπογραφικό διάγραμμα του Νοεμβρίου 1976 που συντάχθηκε από τους αδελφούς Σπυρίδωνα και Γεράσιμο Λ.
και Κ. Β., δεν παράσχει απόδειξη αφενός γιατί το προσαρτώμενο τοπογραφικό δεν απεικονίζει την σημερινή κατάσταση, αφού εκεί δεν αποτυπώνονται οι διανοιχθέντες δρόμοι παρά μόνο τα ανισοϋψή και αφετέρου φέρει δύο υπογραφές ενώ οι συμβαλλόμενοι, είναι τρεις, χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα ή έστω με μεγάλη πιθανότητα ότι μια εκ των δύο υπογραφών είναι του Κ.
Β.. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσία αβάσιμη ..." Με την προαναφερόμενη απόφαση, η οποία αφορά το διαφιλονικούμενο ακίνητο, πιθανολογήθηκε ότι τόσο ο αντίδικος όσο και ο δικαιοπάροχος του ουδέποτε ασκούσαν πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου. Το δικάσαν Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ' όψιν και τα διδάγματα κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση ότι τουλάχιστον ο πρώτος από εμάς ασκούσα πράξεις νομής και διακατοχής και εξ αυτού του συλλογισμού να συμπεράνει ότι αντίστοιχα δεν ισχύουν τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου τον οποίο επικαλείται η αναιρεσίβλητος και συγκεκριμένα των άρθρων 974 και 981 ΑΚ.
Η αξιολόγηση της προαναφερόμενης απόφασης ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι αποδεικνύει με αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι δεν υπήρχε εκ μέρους του αρχικώς ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του καμία πράξη νομής τον επίδικο χρόνο. Κατά συνέπεια ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 εδ γ ΚΠολΔ.
7. Διότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση στο Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα: Ενώ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και αυτολεξεί παρατιθέμενα στον αμέσως παραπάνω υπό στοιχεία 4 λόγο, ο αντίδικος προέβη σε επίσημη, ρητή ανεπιφύλακτη και δικαστική ομολογία ότι είμαι νομέας του επίδικου από έτους 1991 και δεν ανακάλεσε ποτέ την ομολογία του αυτή, το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη του την ομολογία αυτή και έκρινε ότι αυτός απέκτησε τη νομή παρ' ότι ο ίδιος δεν προέβαλε καν ότι απέκτησε ποτέ τη φυσική εξουσίαση αυτοπροσώπως ή δια του δικαιοπαρόχου του, από το 1991 μέχρι σήμερα".
ΙΙΙ. Υπό το προμνησθέν περιεχόμενο: Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, τούτου δοθέντος, καθόσον υπό την επίφασιν της υπ'αρ.19 πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί εκτιμάται, ότι, υπό την επίφασιν της υπ'αρ.1 πλημμέλειας, (εμπιπτούσης και στους αρ.8 και 9 του άνω άρθρου, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες), στοχεύεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι υπό την επίφασιν της συνδρομής της υπ'αρ.20 πλημμέλειας, κατ'εκτίμηση, βάλλεται η απυρόβλητη αναιρετικού ελέγχου κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου.
IV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, πλην της κατάθεσης του μάρτυρα Σ. Λ., οι οποίες περιέχονται στην προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. …/2002 εισηγητική έκθεση του νόμιμα ορισμένου εισηγητή δικαστή και τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, την υπ' αριθμ.
…./5-11-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Π. Β., που διορίσθηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 35/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, την υπ' αριθμ. ..6/20-3-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Γ., που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 165/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται οι προσκομιζόμενες με επίκληση τεχνικές εκθέσεις και σχεδιαγράμματα, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και το από Νοέμβριο του 1976 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο φέρει μεν υπογραφή, δεν προκύπτει όμως από αυτή το όνομα του συντάξαντος μηχανικού, ούτε φέρει σφραγίδα αυτού και το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, απορριπτόμενου του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι τούτο δεν αποτελεί έγγραφο και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, καθώς και το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εκκαλούντες από 27-6-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν φέρει υπογραφή του πρώτου εναγομένου ή του δικαιοπαρόχου του, το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 700 τ.μ., βρίσκεται στην περιοχή "..." της κτηματικής περιοχής της Κοινότητας ... Κέρκυρας, αποτυπώνεται με τα στοιχ. I-Κ-Λ-Μ-Ν-Ν'-Ι στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού ... και συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά Κ-Ι με αγροτικό δρόμο, που οδηγεί στην επαρχιακή οδό ..., ανατολικά σε πλευρά Ι-Ν' με ιδιοκτησία του αρχικού ενάγοντος, νότια σε πλευρά Ν'-Ν με κτίσμα ενοικιαζομένων δωματίων και σκεπαστή βεράντα και δυτικά σε πλευρά Ν-Μ-Λ-Κ με δρόμο, που οδηγεί στην επαρχιακή οδό ... - ...
και πέραν αυτού με αιγιαλό. Εντός του επιδίκου υπάρχουν τα ακολούθα κτίσματα: α) Ένα υπόστεγο από σιδηροκατασκευή και τέντα περικλειόμενη από χαμηλό τοιχίο, εμβαδού 145,20 τ.μ., που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του επιδίκου, β) μία αποθήκη, εμβαδού 41,63 τ.μ., που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του, γ) τμήμα ισογείου κτίσματος ενοικιαζομένων δωματίων, εμβαδού 22,85 τ.μ.
και τμήμα σκεπαστής βεράντας, εμβαδού 19,47 τ.μ. κείμενα στη νότια πλευρά αυτού επιδίκου. Τούτο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 946,31, τ.μ., το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος, δυνάμει του υπ' αριθμ. …6/14-9-1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Α. Β., που μεταγράφηκε στις 21-9-1995 στον τόμο 325 και με αριθμ.
….8 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μέσης, από αγορά από τον Σ. Λ. του Γεωργίου. Το ως άνω ακίνητο των 946,31 τ.μ., αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακόμη ακινήτου 7.000 τ.μ. περίπου, που είχε αποκτήσει ο ανωτέρω Γ. Λ. μαζί με 43 άλλα ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν όλα στη θέση ... της περιοχής ... τέως Δήμου ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...7/1923 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου ….
Γ. Τ.. Το ανωτέρω ακίνητο των 946,31 τ.μ., ο Γ. Λ. το νεμόταν και το διακατείχε από το έτος 1923 συνέχεια, αδιάκοπα, ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και με διάνοια κυρίου, ασκώντας σε αυτό φανερά τις πράξεις νομής και διακατοχής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα το επιτηρούσε, το επέβλεπε και καλλιεργούσε τα αμπέλια, που υπήρχαν μέσα σε αυτό, έως το έτος 1965, οπότε μεταβίβασε, ατύπως, τη νομή αυτού στον υιό του Σ.
Λ., ο οποίος έκτοτε συνέχισε να ασκεί, με διάνοια κυρίου, φανερά, τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής συνεχώς έως το έτος 1990. Ο πατέρας του πρώτου εναγομένου Γ. Β., σε εδαφική έκταση, η οποία απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος Π. Β. με τα στοιχ. Α27, Α17, Α18, Α19, Α20, Α21, Α22, Α23, Α24, Α25, Α26, Α27 και δεν συνορεύει με το επίδικο, αλλά βρίσκεται σε απόσταση 15,29 μ.
νότια αυτού, είχε κατασκευάσει έναν οικίσκο (καλύβη), που χρησιμοποιούσε κατά τις εκεί μεταβάσεις του για ψάρεμα και για τη φύλαξη της βάρκας του και των εργαλείων της ψαρικής. Το ακίνητο αυτό, μετά το θάνατο του, το έτος 1971, περιήλθε στους υιούς του Κ. Β. (πρώτο εναγόμενο) και Σ. Β., και μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ αυτών, περιήλθε στον πρώτο εναγόμενο.
Ο τελευταίος σταδιακά, από το έτος 1978 και έως το έτος 1990, προεξέτεινε, τον ως άνω οικίσκο, κατασκευάζοντας, χωρίς οικοδομική άδεια, διάφορα κτίσματα - προσθήκες, τα οποία χρησιμοποιούσε για τη στέγαση επιχειρήσεων καταστήματος - εστιατορίου και ενοικιαζομένων δωματίων. Συγκεκριμένα, στο εδαφικό τμήμα, που βρίσκεται νότια του επιδίκου, μεταξύ αυτού και του ως άνω ακινήτου στο οποίο υπήρχε ο αρχικός οικίσκος απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος Π.
Β. με τα στοιχ. Α28, Α65, Α66, Α67, Α68, Α69, Α27, Α26, Α25, Α70, Α32, Α31, Α30, Α29, Α28, κατασκεύασε, χωρίς οικοδομική άδεια, σταδιακά έως το 1990, δωμάτια, με σκεπαστές βεράντες προς την πλευρά της θάλασσας, τα οποία χρησιμοποιούσε για ενοικίαση σε τουρίστες. Κατά την επέκταση των ως άνω κτισμάτων, το έτος 1990, κατέλαβε τμήμα του επιδίκου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 42,32 τ.μ., που απεικονίζεται στο ως άνω διάγραμμα του πραγματογνώμονος Π.
Β. με τα στοιχ. Α31, Α32, Α70, Α70', Α170, Α31', Α31. Επίσης το έτος 1990 κατασκεύασε εντός του επιδίκου σκέπαστρο με τέντα για την εξυπηρέτηση των θαμώνων του εστιατορίου, τοιχίο και μικρή αποθήκη. Ο δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος, Σ. Λ., διατηρούσε με τον πρώτο εναγόμενο, από πολλά χρονιά, φιλικές και οικογενειακές σχέσεις και ο αδελφός του Γ.
Λ. είχε βαπτίσει τον πρώτο εναγόμενο. Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων, ο Σ. Λ. επέτρεψε στον εναγόμενο, μετά την έναρξη λειτουργίας του ως άνω καταστήματος - εστιατορίου του, το έτος 1983, να χρησιμοποιεί το επίδικο, προκειμένου να σταθμεύουν σε αυτό τα αυτοκίνητα των πελατών του καταστήματος του. Ο πρώτος εναγόμενος με την κατασκευή των ως άνω κτισμάτων στο επίδικο, το έτος 1990, εκδήλωσε την βούλησή του να αντιποιηθεί τη νομή του επιδίκου, γεγονός που περιήλθε σε γνώση του δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντος, Σ.
Λ., ο οποίος και πρότεινε στον πρώτο εναγόμενο να το αγοράσει, πλην όμως δεν επήλθε συμφωνία των ανωτέρω ως προς το τίμημα και στη συνέχεια ο Σ. Λ. πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου στον αρχικό ενάγοντα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που προέβαλαν με τις από 3-1-1997 προτάσεις τους, που κατέθεσαν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν με την έφεσή τους, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, εμβαδού 1.574,63 τ.μ., το οποίο ο δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου Γ.
Β. απέκτησε, το έτος 1939, από άτυπη δωρεά από τη Μ. Γ., εντός του οποίου αυτός κατασκεύασε ισόγεια κατοικία, στάβλο και υπόστεγο, στο οποίο φύλασσε τη βάρκα του και δημιούργησε μεγάλο κήπο, και ότι έκτοτε και έως το θάνατο του στις 11-5-1971, το νεμόταν, με διάνοια κυρίου, κατοικώντας εντός των κτηρίων, επισκευάζοντάς τα και καλλιεργώντας τον κήπο, ενώ το έτος 1964 κατασκεύασε νέα οικία, ότι το ως άνω ακίνητο ο Γ.
Β. κατέλιπε, με την υπ' αριθμ. ...0/1955 δημόσια διαθήκη του, στα τέκνα του, δηλαδή τον πρώτο εναγόμενο και τον Σ. Β., ότι, μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, το ως άνω ακίνητο περιήλθε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος συνέχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της αγωγής ασκώντας πράξεις νομής και κατοχής και συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε την ισόγεια οικία ως κατοικία, επισκεύασε τα υπάρχοντα κτίρια (κατοικία και στάβλο), καλλιεργούσε τον κήπο και φύτευσε εντός αυτού δένδρα, ότι το έτος 1978 μετέτρεψε την οικία σε κατάστημα εστιατόριο - ψησταριά, το οποίο εκμίσθωσε στην δεύτερη εναγομένη, η οποία το χρησιμοποιεί ως εστιατόριο - ψησταριά, ότι στη θέση του στάβλου κατασκεύασε κατοικία, την οποία το έτος 1983 μετέτρεψε σε συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων και κατασκεύασε το ίδιο έτος 1983 σκέπαστρο με τέντα για την εξυπηρέτηση των θαμώνων του εστιατορίου, τοιχίο και μικρή αποθήκη είναι αβάσιμος και απορριπτέος, για τους παρακάτω λόγους.
Ο Γ. Β. διέμενε στο χωριό ..., όπου είχε την κατοικία του, καθώς και ποιμνιοστάσιο. Ο τελευταίος, όπως προεκτέθηκε, σε άλλο ακίνητο, το οποίο δεν είναι όμορο με το επίδικο, αλλά βρίσκεται σε απόσταση 15,29 μ. νότια αυτού, είχε κατασκευάσει έναν οικίσκο (καλύβη), που χρησιμοποιούσε κατά τις εκεί μεταβάσεις του για ψάρεμα και για τη φύλαξη της βάρκας του και των εργαλείων της ψαρικής.
Εντός του επιδίκου δεν υπήρχαν κτίσματα, ούτε ο Γ. Β. καλλιεργούσε στο επίδικο οπωροκηπευτικά. Στην υπ' αριθμ. ...0/24-9-1955 δημόσια διαθήκη του αναφέρει ότι καταλείπει, πλην των άλλων στους υιούς του Κ.ο (πρώτο εναγόμενο) και Σ. Β., "... την υπόλοιπη περιουσίαν μου ... αποτελουμένην ... εκ του κτήματος εις θέσιν ... εκ της οικίας μου και σταύλου με ότι περικλείη μέσα εντός του χωρίου ..., εκ δύο ελαιοδένδρων εις θέσιν ...
και του σόχωρου εις χωριό ... ...". Από το ως άνω περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει αναμφιβόλως ότι η οικία και ο στάβλος βρισκόταν στο χωριό ... και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, στην επίδικη έκταση. Εξάλλου ο αδελφός του πρώτου κατηγορουμένου, Σ. Β. και συγκληρονόμος, εξεταζόμενος στις 26-10-2001 ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη με κατηγορουμένους τον Σ.
Λ. και τον αρχικό ενάγοντα, οι οποίοι κατηγορούνταν, μετά από μήνυση του πρώτου εναγομένου, για την πράξη της απάτης, συνισταμένης στο ότι, κατά συμπαιγνία και για τη δημιουργία αναληθούς τίτλου, συνήψαν σύμβαση αγοραπωλησίας ακινήτου, του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ήταν κύριος, για την οποία καταρτίσθηκε το ως άνω επίμαχο υπ' αριθμ.
…6/1995 συμβόλαιο και επί πλέον ο αρχικός ενάγων για την πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, συνισταμένης στο ότι προσκόμισε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, κατά τη συζήτηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, το ως άνω υπ' αριθμ. …6/1995 συμβόλαιο, και το από 27-7-1989 πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, πράξεις για τις οποίες οι εν λόγω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθμ. 2610/26-10-2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "...
ο χώρος που είναι η τέντα σήμερα ήταν του Λ.. Ποτέ δεν ήταν του πατέρα μου ... Εκεί που είναι το εστιατόριο είχε γίνει η καλύβα ... Το σπίτι και τον στάβλο τον είχαμε στο χωριό. Στο επίδικο είχαμε την καλύβα ... Πούλησε δικό του ο Νικολός ...". Περαιτέρω, προ του έτους 1990, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ή ο δικαιοπάροχός του ενεργούσαν στο επίδικο με διάνοια κυρίου πράξεις νομής και κατοχής, αφού, όπως έγινε δεκτό παραπάνω, το κατάστημα εστιατόριο και η έμπροσθεν αυτού σκεπαστή βεράντα, δεν βρίσκονται μέσα στο επίδικο, αλλά σε άλλο ακίνητο, που δεν είναι όμορο με το επίδικο.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και πριν από αυτόν ο δικαιοπάροχός του καλλιεργούσαν τον επίδικο κήπο και είχαν φυτεύσει δένδρα. Οι σχετικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των εναγομένων δεν κρίνονται πειστικές, διότι είναι αόριστες και δεν επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, Α.
Μ., σύμφωνα με την οποία στο επίδικο, αλλά και στο μείζον ακίνητο υπήρχαν αμπέλια. Εκτός τούτων, σύμφωνα με την από Φεβρουάριο του 2009 έκθεση φωτοερμηνείας, του δασολόγου Ι. Ε., η οποία δεν αντικρούεται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, στις υπ' αριθμ. ...6 και ...7 αεροφωτογραφίες της περιοχής του επιδίκου, που λήφθηκαν από τη Γ.Υ.Σ., την 12-9-1984, δεν απεικονίζεται εντός του επιδίκου κανένα απολύτως κτίσμα, ούτε αποτυπώνεται τέτοιο στα τοπογραφικά υπόβαθρα της Γ.Υ.Σ.
και της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, τα οποία συντάχθηκαν, επί τη βάσει αεροφωτογραφιών των ετών 1981 και 1969, αντίστοιχα. Το κτίσμα, που αποτυπώνεται στο χωρίς χρονολογία σχεδιάγραμμα του Μ. Π., το οποίο ο πρώτος εναγόμενος επισύναψε στην υπ' αριθμ. ...0/12-5-1983 αίτηση για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτου κτίσματος, βρίσκεται εκτός του επιδίκου και συγκεκριμένα στο παραπάνω περιγραφέν με τα στοιχ.
Α27, Α17, Α18, Α19, Α20, Α21, Α22, Α23, Α24, Α25, Α26, Α27 ακίνητο, στο οποίο αρχικά υπήρχε ο οικίσκος (καλύβη). Το κτίσμα των ενοικιαζομένων δωματίων δεν αποτυπώνεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα του Μ. Π., ούτε, όπως προεκτέθηκε, στις αεροφωτογραφίες, που λήφθηκαν στις 12-9-1984. Τούτο εμφανίζεται μόνο στο από το έτος 1993 διάγραμμα, του μηχανικού Δ.
Μάνθου. Όπως προεκτέθηκε, ο πρώτος εναγόμενος από το ακίνητο, στο οποίο βρισκόταν ο οικίσκος (καλύβη), επεκτάθηκε, από το έτος 1978, σταδιακά, προς βορρά, κατασκευάζοντας διάφορα αυθαίρετα κτίσματα (προσθήκες) στο αρχικό κτίσμα (οικίσκο), χωρίς οικοδομική άδεια, έως το 1990, οπότε κατέλαβε το επίδικο, επεκτείνοντας εντός αυτού το κτίσμα των ενοικιαζομένων δωματίων και κατασκευάζοντας υπόστεγο από σιδηροκατασκευή και τέντα περικλειόμενη από χαμηλό τοιχίο καθώς και αποθήκη.
Ο αρχικός ενάγων είχε ασκήσει κατά του πρώτου εναγομένου την υπ' αριθμ. …3/2002 διεκδικητική αγωγή, με την οποία ισχυριζόμενος ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα ακινήτου, εμβαδού 986,50 τ.μ. (το οποίο σημειωτέον βρίσκεται νότια του επιδίκου), δυνάμει του υπ' αριθμ. ...8/1993 συμβολαίου από αγορά από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", ότι ο εναγόμενος είχε καταλάβει τμήμα αυτού, εμβαδού 226,13 τ.μ., ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ως άνω ακινήτου και να του αποδοθεί.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 179/2006 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την απέρριψε ως παραγεγραμμένη, δεχόμενη ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, εταιρία με την επωνυμία "...", το έτος 1978 απώλεσε τη νομή του επιδίκου τμήματος, αφού τότε το κατέλαβε ο εναγόμενος και συνεπώς έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2002 συμπληρώθηκε ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής.
Από την ως άνω απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, διότι αφορά διαφορετικό ακίνητο, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού χ ισχυρισμού των εκκαλούντων. Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος, Σ. Λ., κατά το χρόνο μεταβίβασης, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ.
…6/14-9-1995 συμβολαίου, του επιδίκου ακινήτου στον αρχικό ενάγοντα, ήταν κύριος αυτού, αφού το είχε νεμηθεί, με διάνοια κυρίου, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, πριν από το έτος 1990, οπότε αυτός (Σ. Λ.) απώλεσε τη νομή αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, και συνεπώς ο αρχικός ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο από αληθή κύριο.
Η ένσταση περί ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου στο επίδικο ακίνητο, την οποία πρόβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με την έφεση οι εναγόμενοι, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος, όπως έγινε δεκτό, άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο το έτος 1990, έκτοτε δε και έως τις 30-5-1996, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στους εναγομένους, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. 7696, 7697, 7698 και 7699/30-5-1996 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Β.
Π., δεν συμπληρώνεται εικοσαετία για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Για τον ίδιο ως άνω λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και η ένσταση εικοσαετούς παραγραφής, που οι εναγόμενοι πρόβαλαν πρωτοδίκως, και επαναφέρουν με την έφεση"
V. Επισπευθεισών των ανωτέρω παραδοχών: Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί λανθασμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι στο πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν εκτίθενται τα ανακριβή υπό των αναιρεσειόντων υποστηριζόμενα, αφού το Εφετείο δέχεται, ότι ο αρχικώς ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως από αληθή κύριο. Ακόμη, οι λόγοι αναιρέσεως πέμπτος και έκτος είναι αβάσιμοι, υπό την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως άλλωστε γίνεται μνεία στην προμετωπίδα του πορίσματός του, έλαβε υπόψιν όλα ανεξαιρέτως τα ενώπιόν του μετ'επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Τέλος, ο έβδομος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι υπό το προειπωθέν περιεχόμενό του απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι τα περί ομολογίας εκ μέρους του αρχικού ενάγοντος προπαρατιθέμενα τα είχαν προτείνει και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, του τοιούτου μη προκύψαντος άλλωστε από την προηγηθείσα επισκόπηση, (ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα ως άνω, στο πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως προαναφέρεται, γίνεται μνεία περί του παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου από πλευράς αρχικού ενάγοντος).
VI. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, είναι απορριπτέα, πρέπει δε να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2017 αίτηση των: Κ. Β., Μ. Β., Γ. Β. και Α. Β. περί αναιρέσεως της 18/2017 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ