171/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated171/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Έ.
Full text
Απόφαση 171 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 171/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ζωής Μπαλαμπάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ.-Μ.-Α., κατοίκου ..., 2)Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 3)Ν. Μ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Βασιλικό, 4)Ε. Μ., χας Ε.Μ.η οποία, απεβίωσε στις 8-10-2015. Ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, προσκόμισε την …/2/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ΔΕ … και δήλωσε ότι συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη, η 1η των αναιρεσιβλήτων ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης μητρός της και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:436/1998 του ιδίου Δικαστηρίου που παρέπεμψε στο καθ' ύλην αρμόδιο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, 309/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, όπως διορθώθηκε με την 19/2011 απόφασή του και 187/2014 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 8-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 23-3-2015 έκθεση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Ασπασίας Μαγιάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής [διακοπής] προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔικ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Έ.
Μ. αποβίωσε στις …-10-2015 , δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης. Μοναδική χωρίς διαθήκη κληρονόμος αυτής είναι η πρώτη αναιρεσείουσα, αφού, όπως προκύπτει από το …/14-11-2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, δεν δημοσιεύτηκε διαθήκη της θανούσης. Ακόμη, όπως προκύπτει από το …/2016 πιστοποιητικό του ίδιου Δικαστηρίου, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν αποποιήθηκε την κληρονομία της τέταρτης.
Ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί ειδικώς τη συγγενική σχέση της θανούσης με την πρώτη αναιρεσίβλητη και την κληρονομική διαδοχή, ενόψει και του ότι τις προτάσεις του τις απευθύνει κατ' αυτής <<ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης μητρός της Έ. Μ.>>. Επομένως νόμιμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος της τελευταίας δήλωσε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τη, λόγω του θανάτου της τέταρτης αναιρεσίβλητης, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της στο όνομα της πρώτης [αναιρεσίβλητης], η οποία, έτσι, συνεχίζεται νόμιμα, χωρίς να απαιτείται άλλη ενέργεια αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Ειδικότερα δεν απαιτείται α) να έχει προηγηθεί αποδοχή της κληρονομίας της θανούσης από την πρώτη αναιρεσίβλητη, γιατί αυτή δεν ασκεί αυτοτελές δικό της δικαίωμα, αλλά απλώς επαναλαμβάνει τη δίκη, που διακόπηκε και τη συνεχίζει με την ιδιότητα της κληρονόμου της θανούσης ΑΠ 1106/1988] και β) η υποβολή φόρου κληρονομίας, αφού το αντικείμενο της κληρονομίας ήταν επίδικο κατά τον χρόνο του θανάτου της και η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά τον χρόνο της λήξης, με οποιοδήποτε τρόπο, της επιδικίας [ΑΠ 12/1996].
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 187/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 309/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Με την τελευταία [απόφαση] έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του ακινήτου, που περιγράφεται και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να τους το αποδώσει.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ.1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1710 παρ. ΑΚ η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.
Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. 'Ετσι, αν η διεκδικητική κυριότητας αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ' ουσία βάσιμη, τόσο η αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής όσο και ότι ο αποβιώσας ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε να αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, υποχρεούται ο τελευταίος (ενάγων) για τη θεμελίωση της αγωγής κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρο 224 ΚΠολΔ) να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης επίσης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχό του [ΑΠ 31/2016, ΑΠ 1401/2015].
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 202, 1797, 1923, 1925 παρ. 1 και 1926 ΑΚ, είναι δυνατή η εγκατάσταση κάποιου κληρονόμου με διαλυτική αίρεση. Στην περίπτωση αυτή ο εγκατάστατος λαμβάνει αμέσως, από το θάνατο του διαθέτη, την κληρονομιά, αλλά, όταν πληρωθεί η διαλυτική αίρεση, μετά το θάνατο του διαθέτη, δηλαδή μόλις συμβεί το μέλλον και αβέβαιο γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε, τότε ο εγκατάστατος οφείλει να παραδώσει την κληρονομία σε εκείνον, που όρισε ο διαθέτης.
Όταν δε η διαλυτική αίρεση ματαιωθεί, δηλαδή όταν καταστεί βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συμβεί το γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η εγκατάσταση ή ανατροπή της, τότε καθίσταται οριστικά κληρονόμος εκείνος, που εγκαταστάθηκε με διαλυτική αίρεση. Αν κατά της αγωγής του ενάγοντος, για την εκτέλεση δικαιοπραξίας, ο εναγόμενος αντιτάσσει την ύπαρξη διαλυτικής αίρεσης και ισχυρίζεται ότι έχει πληρωθεί, προτείνει ένσταση, της οποίας φέρει και το βάρος απόδειξης.
Περαιτέρω, μόνο η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η δε ποιοτική με βάση τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 20-1-1998 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από αυτούς στο ακίνητο, που περιγράφεται και να διαταχθεί η αποβολή του εναγομένου [αναιρεσείοντος] από αυτό.
Εξέθεταν δε στην αγωγή αυτή αναφορικά με τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, ότι περιήλθε σε αυτούς με την 22/6-9-1996 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συζύγου της τέταρτης και πατέρα των λοιπών Ε. Μ., που πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις …-6-1994, ενώπιον της συμβολαιογράφου … Σ. Ζ., η μεταγράφηκε νόμιμα και ότι στο δικαιοπάροχό τους περιήλθε , ομοίως, με κληρονομική διαδοχή, με διαθήκη, του πατέρα του Α.
Μ., την οποία και εκείνος είχε αποδεχθεί με την 61363/1987 πράξη αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου … Π. Ε.. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση που προσβάλλεται η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατ' ορθή υπαγωγή του σφάλματος του οποίου γίνεται επίκληση και όχι του άρθρου 560 αριθμός 1 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, γιατί, ενώ γίνεται επίκληση ότι το επίδικο περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων με κληρονομική, από διαθήκη, διαδοχή, δεν αναφέρεται στην αγωγή η ύπαρξη και η πλήρωση ή όχι διαλυτικής αίρεσης, που είχε τεθεί στην εγκατάσταση του τελευταίου ως εκ διαθήκης κληρονόμου κατά την ψιλή κυριότητα του πατέρα του Α.
Μ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, πλημμέλεια, όμως, η οποία, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Πέραν αυτών και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής δεν ήταν αναγκαία, πέραν των ως άνω περιστατικών που διαλαμβάνονται για την κτήση της κυριότητας των εναγόντων, η επίκληση εκ μέρους των τελευταίων της εξάρτησης του κληρονομικού δικαιώματος του δικαιοπαρόχου τους από διαλυτική αίρεση, την ύπαρξη της και την πλήρωση οποίας ο αναιρεσείων έπρεπε, κατ' ένσταση, να επικαλεστεί .
Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση επ' αυτών αποφάσεων των πρωτοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικώς) αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔικ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται κανένας από τους αναιρετικούς λόγους των αριθμών 11, 16 και 19 του άρθρου 559 του ίδιοι Κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση πλήττεται η απόφαση που προσβάλλεται α) με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και όχι του 560 αριθμός 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω των ανεπαρκών αιτιολογιών που διέλαβε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πλήρωσης ή μη της διαλυτικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε το κληρονομικό δικαίωμα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, β) με τον τρίτο λόγο και την επίκληση του αριθμού 11 περ.
γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για τη μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων ότι κύριος του επίδικου ακινήτου είναι ο αναιρεσείων και γ) με τον τέταρτο λόγο και την επίκληση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και όχι του άρθρου 560 αριθμός 1 του ίδιου Κώδικα που αναφέρεται στο αναιρετήριο, γιατί, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 345/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς το ζήτημα της πλήρωσης της ως άνω διαλυτικής αίρεσης.
Οι λόγοι αυτοί, όμως, είναι απαράδεκτοι, διότι δεν περιλαμβάνονται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 ΚΠολΔικ κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης της 187/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ