Legislator Case Law & Legislation
171/2007 AI generated

171/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 171/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

171/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ή από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η συμπλήρωση της τετραετίας υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο συζήτησης της αγωγής και όχι από το χρόνο επίδοσης αυτής παραβίασε την παραπάνω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 171 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 171/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 841/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ΄ αριθμ. 8619/6-10-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πατρών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, στην αναιρεσείουσα Χ1.

Επομένως, εφ΄ όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ "Εφ' όσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καθένας από τους συζύγους ανεξάρτητα του αν αυτός προκάλεσε τη διάσταση ή όχι, έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, όταν η διάσταση διήρκεσε μία συναπτή τετραετία, υπολογιζομένη αναδρομικώς από το χρόνο συζητήσεως της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 234, 269 και 281 Κ.Πολ.Δικ.

κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος και όχι από το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων άρχισε τον Φεβρουάριο του 1999 και διήρκεσε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την 21-10-2003, ήτοι μία συναπτή τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ή από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η συμπλήρωση της τετραετίας υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο συζήτησης της αγωγής και όχι από το χρόνο επίδοσης αυτής παραβίασε την παραπάνω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 11 Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρον 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. περί των πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλομένης απόφασης και δη η αναφερόμενη στη συνδρομή του χρονικού σημείου της συζυγικής διάστασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απαγορεύουσα την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αποσκοπεί στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και ανηθικότητας κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος, ώστε έχει εφαρμογή και επί δικαιωμάτων που στηρίζονται σε διάταξη δημοσίας τάξεως. Επομένως, έχει εφαρμογή και επί ασκήσεως αγωγής διαζυγίου εκ του άρθρου 1439 εδ.

γ΄ ΑΚ, λόγω τεκμαιρόμενου κλονισμού της έγγαμης σχέσης από την τετραετή διάσταση των συζύγων. Για τη θεμελίωση όμως τέτοιας ενστάσεως κατά αγωγής διαζυγίου δεν αρκούν οι οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος των συζύγων ή των τέκνων τους, που άλλωστε επέρχονται από τη φύση του διαζυγίου αυτή καθ' αυτή, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις αυτές να εκφεύγουν των συνήθων και αυτονοήτων και να οδηγούν, από τον εξαιρετικό χαρακτήρα και τη σοβαρότητά τους, στη δημιουργία καταστάσεως προφανώς υπέρμετρα σκληρής για τον εναγόμενο σύζυγο ή τα τέκνα των διαδίκων ώστε να επιβάλλεται για την αποτροπή τους η διατήρηση του γάμου.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην πληττόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε ότι προβλήθηκε πρωτοδίκως και ενώπιον του από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ. κατά της εναντίον της αγωγής διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου, στηριζόμενη στο ότι οι σχέσεις των διαδίκων έχουν εξομαλυνθεί και επιθυμούν να συμβιώσουν αρμονικά, ότι η αγωγή διαζυγίου ασκήθηκε μετά από συμβίωση 31 ετών και απόκτηση δύο τέκνων 30 και 28 ετών επειδή ο ενάγων σύνηψε ερωτικές σχέσεις με νεαρή αλλοδαπή Ουκρανή και ότι η λύση του γάμου τους θα πλήξει, τόσο την αναιρεσείουσα όσο και τα τέκνα τους.

Με τα προβληθέντα αυτά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι η ένσταση καταχρηστικότητας είναι μη νόμιμη και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.). Εξ άλλου ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης σε διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή για εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης κατ' άρθρο 179 Κ.Πολ.Δικ. απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως ο τελευταίος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 176 και 179 Κ.Πολ.Δικ., απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο είχε παραπονεθεί γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα, αφού επρόκειτο για διαφορά μεταξύ συζύγων και υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης, αλλά εσφαλμένα επεδίκασε σε βάρος της αναιρεσείουσας το ποσό των 350 Ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 8, 10 και 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις, χωρίς να προσδιορίζονται σε τι συνίσταται αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 21-11-2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 841/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ