Legislator Case Law & Legislation
171/2006 AI generated

171/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 171/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

171/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν επιτρέπεται όμως να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοικήσεως, που εξέδωσαν την διοικητική πράξη, ως προς την ύπαρξη των πραγματικών προϋποθέσεων εκδόσεως αυτής. Το ζήτημα ποιο είναι το περιεχόμενο και η έννοια της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξεως είναι πραγματικό και επομένως κρίνεται ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 & 1 του ΚΠολΔ, από το δικαστήριο της ουσίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 171 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 171/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Κ. Κ. του Ι. και 2)Λ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ν. Φ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βασαλάκη.

Του αναιρεσίβλητου:Δ.-Η. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Τσάκωνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1960/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2004 αίτησή τους και του από 30-9-2004 προσθέτου λόγου. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως της 143/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.7 του ν.1337/1983, όπως εκείνο αντικαταστάθηκε με το άρθρου 4 του ν.1772/1988,κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπόκειται όμως σε αναίρεση παρά την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 699 του ΚΠολΔ., γιατί με την απόφαση αυτή δεν διατάχθηκε ασφαλιστικό μέτρο με την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738 ΚΠολΔ., ούτε ρυθμιστικό καταστάσεως, εξομοιούμενο με αυτά, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 632 & 2,644&2,912&2,918 & 3,929 & 3,938 & 3,994 και 1019 & 1, ούτε ανακλήθηκε ασφαλιστικό μέτρο, αλλά επιλύθηκε οριστικά η διαφορά αποδόσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, η παραπομπή δε με την παραπάνω διάταξη στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων έγινε απλώς για την ταχύτερη εκδίκαση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 21-22 /2002, 38/2002). Επομένως οι κρινόμενοι, αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι παραδεκτοί.

Αν το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ η παραβίαση των δικονομικών κανόνων τότε μόνο αποτελεί λόγο αναιρέσεως, όταν προβλέπεται από τους δικονομικούς λόγους αναιρέσεως που ιδρύονται από τους άλλους αριθμούς του ιδίου άρθρου.

Μεταξύ των δικονομικών αυτών λόγων περιλαμβάνεται και ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε απαράδεκτο, που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΟλΑΠ 12/2000, 1/1999), όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ρυθμίζεται η δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, σύμφωνα με πάγια αρχή του διοικητικού δικαίου, οι διοικητικές πράξεις έχουν το τεκμήριο της νομιμότητας, έτσι ώστε και οι παράνομες διοικητικές πράξεις, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί, είναι εκτελεστές και παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους. Κατά τα άρθρα 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων όχι για να τις ακυρώσουν, ούτε για να αποκρούσουν την εκτελεστότητά τους, αλλά προκειμένου να απαγγείλουν άλλες έννομες συνέπειες ιδιωτικού χαρακτήρα και δη αποζημιωτικές, οι οποίες προκύπτουν από την εκτέλεση των παράνομων διοικητικών πράξεων.

Δεν επιτρέπεται όμως να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοικήσεως, που εξέδωσαν την διοικητική πράξη, ως προς την ύπαρξη των πραγματικών προϋποθέσεων εκδόσεως αυτής. Το ζήτημα ποιο είναι το περιεχόμενο και η έννοια της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξεως είναι πραγματικό και επομένως κρίνεται ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 & 1 του ΚΠολΔ, από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, σε εκτέλεση του άρθρου 24 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν.1337/1983 "Επέκταση των Πολεοδομικών Σχεδίων κλπ", με τον οποίο θεσμοθετείται νέα διαδικασία (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ.17-7-1923 και 797/1971) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής προς πραγμάτωση των συνταγματικών σκοπών, με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητό τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου ή διαιρημένης ιδιοκτησίας, ίσης αξίας.

Με τα άρθρα 8 και 12 ρυθμίζεται η νέα διαδικασία αποκτήσεως κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές εντάξεως ή επεκτάσεως του σχεδίου και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχειρίσεως, με την έκδοση πράξεως εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων, που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη, ανάλογα με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας, για τη δημιουργία κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, συνενώσεις αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων).

Ειδικότερα με την παράγραφο 7 του άρθρου 12 του ν.1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 & 5β'του ν.1512/1985 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν.1772/1988 " περί τροποποιήσεως διατάξεων του ν.1577/1985 (ΓΟΚ)κ.λ.π.)" ορίζονται τα εξής : " α) Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με απόφαση του νομάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα σύμφωνα με την παράγραφο 3, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 5α του ν.1512/1985 και μεταγράφεται στο οικείο υποθηκοφυλακείο ............

Με την μεταγραφή επέρχονται όλες οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ/τος από 17-7-1923 και του ν. δ/τος 797/1971. β) Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περιπτώσεως (α), (η οποία, σημειωτέον αφορά τις αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ.

από 17-7-1923 και του ν.δ.797/1971).Δικαιώματα της επόμενης περιπτώσεως (δ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση αρνήσεως του κατόχου ή νομέως να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής εντός 15 ημερών από της εις αυτόν εγγράφου προσκλήσεως, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση των ανωτέρω ενδιαφερομένων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων".Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με την κύρωση και από τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται στις ιδιοκτησίες που συμμετέχουν στον πολεοδομικό (οικιστικό) σχεδιασμό, πλην των άλλων, και μεταβολές που μπορεί να μην έχουν οικονομικό αντικείμενο, οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του άνω νόμου για τη συνολική διαχείριση της γης, με δέσμευση των υποχρεωτικώς εισφερομένων τμημάτων αυτής και διάθεσή τους είτε απευθείας για τους κοινόχρηστους και κοινωφελούς χώρους της πολεοδομικής μελέτης, είτε για την αποκατάσταση άλλων ιδιοκτησιών που δεσμεύτηκαν για τον ίδιο σκοπό με μετακινήσεις των εισφερομένων τμημάτων για την καλύτερη αξιοποίηση της γης (Ολ.

ΑΠ 19/20022). Σε περίπτωση αρνήσεως του νομέα ή κατόχου της ιδιοκτησίας που δεσμεύτηκε να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή προθεσμία, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από το μονομελές πρωτοδικείο την αποβολή του από το νέο ακίνητο που διαμορφώθηκε με την πράξη εφαρμογής και περιέρχεται σε αυτόν.

Για να γίνει δεκτή η αίτηση, αρκεί ο αιτών να επικαλεστεί και αποδείξει ότι έχει καταβληθεί η αποζημίωση η τυχόν οφειλόμενη, σύμφωνα με τις διαδικασίες του ν.δ. από 17-7-1923 και του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και ότι αυτός προσκάλεσε εγγράφως τον καθ' ου να παραδώσει το ακίνητο και πέρασε άπρακτη η προθεσμία των 15 ημερών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου αποβολής (αποδόσεως) των ήδη αναιρεσειόντων από τα επίδικα ακίνητα και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτών ότι η σχετική Πράξη Εφαρμογής είναι παράνομη, με τις ακόλουθες αιτιολογίες:

Κατ' εφαρμογή του σχεδίου πόλεως παραχωρήθηκε στον αιτούντα, σε αντάλλαγμα ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε, ένα οικόπεδο, για την παραχώρηση δε αυτή εκδόθηκε η 11/1995 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας Αγίου Ιωάννου Μεσαμπελιές-Φορτέτζα, η οποία κυρώθηκε με την 138/2002 Απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου.

Με την Πράξη αυτή προσκυρώθηκαν και έτσι περιήλθαν στην κυριότητα του αιτούντος τα επίδικα τμήματα από το ακίνητο των καθ' ων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, εμβαδού 125 και 42,85 τ.μ. Οι καθ' ων, αν και προσκλήθηκαν με έγγραφη πρόσκληση και παρήλθε η προθεσμία των 15 ημερών, δεν απέδωσαν τα παραπάνω τμήματα, προκειμένου δε να δικαιολογήσουν την άρνησή τους αυτή, επικαλέστηκαν ότι η με την Πράξη Εφαρμογής μετατόπιση της ιδιοκτησίας τους, αλλά και η Πράξη εκείνη είναι παράνομη και ως τέτοια δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειες της μεταβολής του εμπράγματου δικαιώματός των στο επίδικο ακίνητο.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα, περί αποδόσεως, δίκη, γιατί το αντικείμενο της δίκης αυτής αφορά την εκτέλεση της φερόμενης ως παράνομης διοικητικής πράξεως και όχι την ζημία που εξ αυτής υφίστανται οι καθ' ων. 'Ετσι ο παρεμπίπτων έλεγχος αυτής στην προκείμενη δίκη δεν μπορεί να οδηγήσει στην " εν τοις πράγμασιν" αναστολή της εκτελέσεώς της, γιατί τα αναγόμενα στην ακύρωση των πράξεων αυτών και την αναστολή της εκτελέσεώς των θέματα υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων και διαφεύγουν της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι και ο ισχυρισμός των καθ' ων-εκκαλούντων περί μη παραχωρήσεως σ' αυτούς ισάξιου του παλαιού ακινήτου και την εξ αιτίας αυτού άρση της υποχρεώσεώς των να αποδώσουν το επίδικο, πρέπει να απορριφθεί, γιατί ακόμη και η προσφυγή του θιγόμενου στα πολιτικά δικαστήρια δεν εμποδίζει την εξέλιξη και υλοποίηση της Πράξης Εφαρμογής, αφού διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο σκοπός του ν/ 1337/1983.

Με τις εν μέρει εσφαλμένες αυτές αιτιολογίες, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό διατακτικό και απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, διότι με τους ισχυρισμούς αυτούς προσβάλλεται η ουσιαστική κρίση των οργάνων της Διοικήσεως ως προς την ύπαρξη των πραγματικών προϋποθέσεων για την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής (διοικητικής πράξεως), περιστατικά τα οποία δεν ελέγχονται παρεμπιπτόντως από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως το Εφετείο, που διέταξε την απόδοση των επίδικων ακινήτων και απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων, χωρίς να αποφανθεί επί αντικειμένου μη υπαγομένου στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως, ούτε παραβίασε το άρθρο 20 & 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Συνακόλουθα, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η αντίστοιχη αιτίασή του, ενώ ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια, για παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 2 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά το μέρος όμως που ο λόγος αυτός του κυρίως δικογράφου προσάπτει στην απόφαση αυτή την πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 & 8 και 12 & 3 του ν. 1337/1983, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται καθόλου στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορέσει να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Μαϊου 2004 αίτηση των Κ. Κ. κλπ για αναίρεση της 143/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ