Legislator Case Law & Legislation
1719/2023 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for violating mandatory interpretation rules of Articles 173 and 200 of the Civil Code.

Case Number 1719/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a share sale contract dispute between foreign and Greek companies. The appellants argued the lower court improperly inferred a penalty clause without applying mandatory interpretation rules from Articles 173 and 200 of the Civil Code. The court held that the appellate court violated substantive law by ignoring these statutory provisions when characterizing the contract terms, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court must apply mandatory interpretation rules to determine the true intent of parties in a contract, and failure to do so constitutes a violation of substantive law requiring annulment.

Keywords

AI generated
Civil Code interpretation mandatory statutory rules contractual intent penalty clause validity appellate annulment remand for retrial substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, item 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1719 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1719/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "... LIMITED", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Δημητρακόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που φέρεται ότι εδρεύει στη ... και ότι διατηρεί γραφεία στην Ελλάδα, και δη στον …, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αγγελίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4300/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6935/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-2-2021 αίτησή τους και τους από 5-8-2022 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "... Ltd", με έδρα στη ..., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, την από 30.8.2016 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει της από 15.7.2004 έγγραφης σύμβασης πώλησης μετοχών, που καταρτίστηκε στην Αθήνα, η πρώτη εναγόμενη αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...

LIMlTED", πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν (ενάγουσα), ως αγοράστρια, 76.500 ονομαστικές μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", οι οποίες ανήκαν στην κυριότητά της (πωλήτριας), ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ εκάστη, αντί συνολικού τιμήματος 400.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε ολοσχερώς από αυτήν.

Ότι η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την τότε επωνυμία της "... Α.Ε." και ήδη με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συμβλήθηκε και υπέγραψε την ως άνω σύμβαση ως εγγυήτρια, εγγυώμενη την τήρηση των όρων της σύμβασης και της εκπλήρωσης των πάσης φύσεως υποχρεώσεων της πωλήτριας (πρώτης εναγόμενης), ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την τελευταία ως αυτοφειλέτης, παραιτηθείσα της ενστάσεως διζήσεως και όλων των λοιπών ενστάσεων του εγγυητή.

Ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της ως άνω σύμβασης πώλησης μετοχών υφίστατο οφειλή της εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." προς το "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΤΥΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (ΤΑΤΤΑ)", που αφορούσε διαφορές εργοδοτικών εισφορών χρονικού διαστήματος από 1.5.1998 έως 31.12.2003, ποσού 345.967,63 ευρώ πλέον προσαυξήσεων 136.569,42 ευρώ ήτοι συνολικά 482.537,05 ευρώ.

Ότι για την προαναφερόμενη οφειλή, η οποία είχε προσβληθεί με προσφυγές που εκκρεμούσαν ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων, έγινε σχετική πρόβλεψη στην ως άνω σύμβαση σε ειδικούς όρους (4.06.4, 4.08.1), που παρατίθενται στην αγωγή, και συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε ποσά που αφορούν στις ως άνω εισφορές ως και εισφορές, πρόστιμα, προσαυξήσεις κλπ που θα επιβληθούν από 1.1.2004 έως την υπογραφή της σύμβασης θα επιβαρύνουν αποκλειστικά την πωλήτρια.

Ότι, επίσης, κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή όρους (5.01, 5.03), συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που προκύψουν στο μέλλον απαιτήσεις, χρέη κλπ, από τη σύσταση της ... Α.Ε. έως την υπογραφή της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν υποχρεώσεων της ... Α.Ε. από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές κλπ... που υφίστανται ή μπορεί να προκύψουν στο μέλλον (αναφέροντας ειδικά και τον όρο 4.06.4 ήτοι την οφειλή προς το ΤΑΠΑ), η πωλήτρια/πρώτη εναγόμενη "...

υποχρεούται να καλύψει, ολοσχερώς τις υποχρεώσεις αυτές της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ", διαφορετικά θα υποχρεούται να αποζημιώσει την "ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ" με το ισόποσο των απαιτήσεων αυτών ή οφειλών ή άλλων υποχρεώσεων..." και η υποχρέωση αυτή της πωλήτριας / πρώτης εναγόμενης υφίσταται εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις, χρέη και υποχρεώσεις προκύπτουν από εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις ή από εξώδικο συμβιβασμό, στον οποίο έχει συναινέσει ρητά η πωλήτρια.

Ότι η εταιρεία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." είχε ασκήσει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και κατά των αποφάσεων του ΤΑΤΤΑ, με τις οποίες της είχε καταλογιστεί η άνω οφειλή, την αναφερόμενη στο αγωγικό δικόγραφο προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 5994/2008 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της απορριπτικής δε αυτής απόφασης η άνω εταιρεία άσκησε την από 27.8.2008 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1723/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και έκτοτε η ανωτέρω οφειλή της παραπάνω εταιρείας προς το ΤΑΤΤΑ, ανερχόμενη την 7.11.2011 στο συνολικό ποσό των 859.915,94 ευρώ και δη 482.537,05 οφειλόμενες εισφορές και 376.378,89 ευρώ προσαυξήσεις, έχει αναγνωριστεί με εκτελεστή δικαστική απόφαση.

Ότι παρά τις συνεχείς οχλήσεις της προς τις εναγόμενες, εκείνες δεν κατέβαλαν, με βάση την αναληφθείσα συμβατικώς υποχρέωσή τους, την παραπάνω συνολική οφειλή προς το ΤΑΤΤΑ, ούτε τούτο έπραξαν παρά την αποστολή προς αυτές της από 5.9.2011 εξώδικης πρόσκλησης - διαμαρτυρίας, που επιδόθηκε στις εναγόμενες την 9.8.2011, καταστάσεις έκτοτε υπερήμερες ως προς την συμβατική δέσμευσή τους να προβούν σε ενέργεια, ήτοι την εξόφληση στο ΤΑΤΤΑ της άνω οφειλής.

Ότι κατόπιν αυτού, έχει καταπέσει σε βάρος της πρώτης εναγόμενης η συμφωνηθείσα κατά τα ανωτέρω αποζημιωτική ποινική ρήτρα, ισόποσου ποσού, την καταβολή της οποίας έχει εγγυηθεί η δεύτερη εναγόμενη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 859.915,94 ευρώ.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 4300/2017 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 340, 345, 346, 361, 404, 405 του ΑΚ, ακολούθως τη δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, στην ενάγουσα το ποσό των 844.439,84 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι εναγόμενες τις από 23.1.2018 και 7.2.2018 συναφείς εφέσεις τους (με πρόσθετους λόγους), για τους διαλαμβανόμενους στα σχετικά δικόγραφα λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησαν την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή.

Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6935/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι άνω εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι τους, απορρίφθηκαν αυτές ως ουσία αβάσιμες. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι εναγόμενες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 24-2-2021 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6935/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειουσών, η 26-9-2022, οι δε αιτούσες άσκησαν πρόσθετους λόγους με το από 5-8-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 12-8-2022, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Από την υπ' αριθ. 7432/17-8-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Τ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείουσες, οι οποίες και επέσπευσαν τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 17-8-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι".

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να κριθεί αν μία αλλοδαπή εταιρεία έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και την ικανότητα για τον λόγο αυτόν, ως νομικό πρόσωπο, να είναι διάδικος, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της διάταξης που προαναφέρθηκε, θα πρέπει να έχει την ικανότητα αυτή κατά τη διάταξη του ιδιωτικού δικαίου της χώρας στην οποία έχει την έδρα της και δη την πραγματική έδρα, όπου δηλαδή ασκείται η διοίκησή της, και όχι αυτήν που προβλέπεται στο καταστατικό της (Ολ.

ΑΠ 2/2003). Στην περίπτωση, όμως, που κατά το δίκαιο τούτο η ενάγουσα εταιρία δεν έχει νομική προσωπικότητα, η ικανότητα της εταιρίας να είναι διάδικος, με βάση το δεύτερο εδάφιο του προαναφερόμενου άρθρου 62 - εδάφιο που εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του πρώτου - δεν προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιας ικανότητάς της και κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία ευρίσκεται η έδρα της, αλλ` η εταιρία έχει αυτή την ικανότητα αναφορικά με δίκη ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου ευθέως από τη διάταξη του ανωτέρω δεύτερου εδαφίου, η οποία είναι εφαρμοστέα, ως διάταξη του δικονομικού δικαίου της χώρας του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 1938/2017, ΑΠ 1309/1991, ΑΠ 1082/1990).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 67, 73, 544 αριθ. 2, 4 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ενάγουσα, τυχόν, εταιρία δεν έχει μεν κατά την άσκηση της αγωγής ικανότητα να είναι διάδικος, την αποκτήσει όμως πριν από την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδίδεται τελεσίδικη απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και δια του ήδη δικαστικού εκπροσώπου της, εγκρίνει, έως και αυτής της συζητήσεως, ρητώς ή σιωπηρώς, την άσκηση της αγωγής και την διεξαγωγή της όλης διαδικασίας που επακολούθησε, το εκ της ελλείψεως της αντίστοιχης διαδικαστικής προϋποθέσεως ελάττωμα των προηγούμενων διαδικαστικών πράξεων θεραπεύεται αναδρομικώς (ΑΠ 1082/1990).

Τέλος, στον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113) του Κυπριακού δικαίου και στο άρθρο 327 αυτού ορίζεται ότι "327.- (1) Όταν ο έφορος εταιρειών έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι εταιρεία δεν διεξάγει εργασία ή δεν λειτουργεί, δύναται να αποστείλει στην εταιρεία με το ταχυδρομείο επιστολή για εξακρίβωση κατά πόσο η εταιρεία διεξάγει εργασία ή είναι σε λειτουργία. (2) Αν ο έφορος δεν πάρει οποιαδήποτε απάντηση μέσα σε ένα μήνα από την αποστολή της επιστολής, αυτός μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες μετά την πάροδο της περιόδου ενός μηνός αποστέλλει ταχυδρομικώς προς την εταιρεία συστημένη επιστολή που να αναφέρεται στην πρώτη και να δηλώνει ότι δεν λήφθηκε καμιά απάντηση σε αυτή, και ότι αν μέσα σε ένα μήνα δεν ληφθεί απάντηση στη δεύτερη επιστολή από την ημερομηνία αυτής, θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ειδοποίηση με σκοπό να διαγραφτεί η επωνυμία της εταιρείας από το μητρώο εγγραφής. (2Α) Ο έφορος εταιρειών δύναται επίσης να διαγράψει εταιρεία από το μητρώο - (α) Κατόπιν αίτησης των συμβούλων της η οποία παραδίδεται στον έφορο εταιρειών στον καθορισμένο τύπο. (β) σε περίπτωση παράλειψης καταβολής από την εταιρεία του ετήσιου τέλους που προβλέπεται στο άρθρο 391 για περίοδο ενός έτους, από την ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο. (3) Σε περίπτωση που ο έφορος εταιρειών - (α) Αποστείλει επιστολή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) και / ή του εδαφίου (2), και λάβει απάντηση ότι η εταιρεία δεν διεξάγει εργασία ή ότι δεν βρίσκεται σε λειτουργία ή δεν λάβει οποιαδήποτε απάντηση μέσα σε ένα (1) μήνα από την αποστολή δεύτερης επιστολής, ή (β) λάβει αίτηση που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (2Α), ή (γ) διαπιστώσει ότι εταιρεία έχει παραλείψει να καταβάλει το ετήσιο τέλος που προβλέπεται στο άρθρο 391 για περίοδο ενός έτους από την ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο, δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και αποστέλλει στην εταιρεία μέσω ταχυδρομείου, ειδοποίηση ότι μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης, η επωνυμία της εταιρείας που αναφέρεται στην ειδοποίηση, εκτός αν αποδειχθεί αιτία για το αντίθετο, θα διαγραφεί από το μητρώο και τότε η εταιρεία διαλύεται. (4) Αν, σε οποιαδήποτε περίπτωση που εταιρεία εκκαθαρίζεται, ο έφορος έχει εύλογη αιτία να πιστεύει είτε ότι κανένας εκκαθαριστής δεν ενεργεί, ή ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας εκκαθαρίστηκαν εξολοκλήρου, και ότι οι εκθέσεις που απαιτούνται να γίνουν από τον εκκαθαριστή δεν έγιναν για περίοδο έξι συνεχών μηνών, ο έφορος δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και αποστέλλει στην εταιρεία ή τον εκκαθαριστή, αν υπάρχει, παρόμοια ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (3). (5) Μετά την πάροδο του χρόνου που αναφέρεται στην ειδοποίηση ο έφορος δύναται, εκτός αν αποδειχθεί προηγούμενα από την εταιρεία αιτία για το αντίθετο, να διαγράψει την επωνυμία της από το μητρώο, και δημοσιεύει γι' αυτό στην επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ειδοποίηση και με τη δημοσίευση της ειδοποίησης στην επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η εταιρεία διαλύεται:

Νοείται ότι - (α) η ευθύνη, αν υπάρχει, καθενός συμβούλου, διευθύνοντα αξιωματούχου και οποιουδήποτε μέλους της εταιρείας θα συνεχίζεται και δύναται να εκτελεστεί ωσάν η εταιρεία δεν είχε διαλυθεί- και (β) καμιά διάταξη στο εδάφιο αυτό δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκκαθαρίζει εταιρεία που η επωνυμία της διαγράφτηκε από το μητρώο εγγραφής εταιρειών. (6) Οποιαδήποτε εταιρεία που παραλείπει να καταχωρήσει στον έφορο οποιοδήποτε έγγραφο που απαιτείται από το Νόμο αυτό να καταχωρηθεί σε αυτόν, δύναται να διαγραφτεί από το Μητρώο Εγγραφής Εταιρειών, και η διαγραφή αυτή γίνεται μετά την παρέλευση έξι τουλάχιστον μηνών από την ημερομηνία της επιστολής του εφόρου με την οποία ζητήθηκε το έγγραφο αυτό και δημοσιεύεται στην επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. (7) Αν εταιρεία ή οποιοδήποτε μέλος ή πιστωτής της αισθάνεται δυσαρεστημένος από το ότι η εταιρεία διαγράφτηκε από το μητρώο, το Δικαστήριο μετά από αίτηση που κάνει η εταιρεία ή μέλος ή πιστωτής πριν από την πάροδο είκοσι ετών από τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή ήταν σε λειτουργία, ή διαφορετικά ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο μητρώο, να διατάξει την επαναφορά της επωνυμίας της εταιρείας στο μητρώο, και με την παράδοση επίσημου αναγράφου του διατάγματος στον έφορο για εγγραφή η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφτηκε και το δικαστήριο δύναται με το διάταγμα να δώσει τέτοιες οδηγίες και να εκδώσει τέτοιες διατάξεις που θεωρεί δίκαιες για την κατάταξη της εταιρείας και όλων των άλλων προσώπων στην ίδια θέση κατά το δυνατόν ωσάν η επωνυμία της εταιρείας δεν είχε διαγράφει. (8) Ειδοποίηση που πρέπει να σταλεί με βάση το άρθρο αυτό σε εκκαθαριστή δύναται να απευθύνεται στον εκκαθαριστή στον τελευταίο γνωστό τόπο εργασίας του, και επιστολή ή ειδοποίηση που πρέπει να αποστέλλεται σε εταιρεία με βάση το άρθρο αυτό, δύναται να απευθύνεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της ή αν δεν γράφτηκε γραφείο, με τη φροντίδα κάποιου αξιωματούχου της εταιρείας, ή, αν δεν υπάρχει αξιωματούχος της εταιρείας του οποίου το όνομα και η διεύθυνση είναι γνωστά στον έφορο εταιρειών, δύναται να αποστέλλεται σε καθένα από τα πρόσωπα που υπέγραφαν το Ιδρυτικό έγγραφο στη διεύθυνσή του η οποία αναφέρεται στο ιδρυτικό έγγραφο".

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.

Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 921/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την Ολ.ΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).

Ωστόσο, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007).

Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008).

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 907/2015). Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 806/2021, ΑΠ 843/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείουσες με πρόσθετο λόγο των άνω αυτοτελών εφέσεών τους, ισχυρίσθηκαν ότι κατά το εφαρμοστέο κυπριακό δίκαιο η αναιρεσίβλητη εταιρεία με τη διαγραφή της από το μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου, που έλαβε χώρα την 11.1.2016, είχε παύσει να υφίσταται ως νομική οντότητα και είχε απωλέσει, τόσο κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης από 30.8.2016 αγωγής όσο και κατά τον χρόνο συζήτησής της, την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και εστερείτο της ικανότητας διαδίκου (άσκηση αγωγής, συζήτηση αγωγής, παροχή πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπησή της κλπ) και ως εκ τούτου η εκδοθείσα επί της ένδικης αγωγής προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4300/2017 απόφαση εμπίπτει στην περίπτωση (δ) της παρ. 1 του άρθρου 313 ΚΠολΔ και είναι ανίσχυρη ή, κατά άλλη διατύπωση, αυτοδικαίως άκυρη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους γνωμοδοτήσεις για τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του Κυπριακού δικαίου, προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "...

Ltd", με έδρα την ..., ενεγράφη στην … ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 31.12.2003 με αριθμό εγγραφής στο δημόσιο μητρώο εταιρειών που τηρεί το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (ο Έφορος Εταιρειών) ΗΕ .... Ο Έφορος Εταιρειών, κατά την 31.7.2015 προχώρησε σε δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Τεύχος … Τμήμα Β, ημερομηνίας 31.7.2015, σελ.

…) ότι η επωνυμία της (εδώ ενάγουσας) Εταιρείας θα διαγραφεί από το μητρώο εταιρειών και ότι η Εταιρεία θα διαλυθεί μετά τη λήξη τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της δημοσίευσης αυτής, εκτός αν στο μεταξύ αποδειχθεί λόγος για το αντίθετο, στη συνέχεια δε, την 11.1.2016, η (εδώ ενάγουσα) Εταιρεία διαγράφηκε από το μητρώο εταιρειών βάσει του Νόμου περί Εταιρειών, Κεφ. 113, άρθρο 327, με τη δημοσίευση της ειδοποίησης από τον Έφορο Εταιρειών στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Τεύχος … Μέρος Ι, ημερομηνίας 11.1.2016, σελ. 1257).

Η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 11.1.2016 έως την 19.3.2019, ήταν διαγραμμένη από το δημόσιο μητρώο που διατηρεί ο Έφορος Εταιρειών στην Κύπρο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 327 του Νόμου. Ακολούθως προέκυψε ότι κατόπιν της υπ' αριθ. 831/2018 αίτησης της εδώ ενάγουσας εταιρείας, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 327 (7) του Κεφ. 13, που καταχωρίστηκε στις 25.10.2018, εκδόθηκε, την 8.11.2018, Διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με το οποίο επετράπη η επαναφορά της, ειδικότερα δε το ως άνω Δικαστήριο αναφέρει "Δ/Α ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ την επαναφορά της επωνυμίας της Αιτήτριας Εταιρείας ...

LIMITED στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, υπό την προϋπόθεση ότι η Αιτήτρια Εταιρεία θα καταβάλει κάθε τέλος και συμμορφωθεί με κάθε χρέωση που απορρέει από την αποκατάσταση". Αφού κατέβαλε τα oφειλόμενα τέλη και υπέβαλε τις ετήσιες εκθέσεις που εκκρεμούσαν, η (εδώ ενάγουσα) εταιρεία, την 19.3.2019, παρέδωσε στον Έφορο Εταιρειών επίσημο αντίγραφο του παραπάνω Διατάγματος για εγγραφή, και την ίδια ημεροχρονολογία (19.3.2019) επανεγγράφηκε στο μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών, με βάση δε τις πρόνοιες του άρθρου 327 (7) του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 του Κυπριακού δικαίου, η ενάγουσα εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφηκε.

Είναι χαρακτηριστικά τα προσκομιζόμενα με επίκληση από 21.3.2019 και 14.2.2020 πιστοποιητικά του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως προς την ενάγουσα εταιρεία ... LIMITED, στα οποία αναγράφεται ότι "Πιστοποιείται ότι με βάση τα έγγραφα που μέχρι σήμερα τηρούνται στο Αρχείο Εφόρου Εταιρειών, η πιο πάνω εταιρεία γράφτηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2003 και εξακολουθεί να βρίσκεται στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών", ουδόλως, δηλαδή, αναφέρεται ότι είχε επέλθει διαγραφή και επανεγγραφή της, ενώ μοναδικός Διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν και είναι ο Π.

Τ.. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της διαγραφής της με βάση το άρθρο 327 (11.1.2016 έως την 19.3.2019) η ενάγουσα εταιρεία ήταν υπαρκτή ως νομική οντότητα και μπορούσε να επαναφερθεί με αίτηση στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 327 (5) (7) κεφ. 113, η δε επαναφορά ή αναβίωσή της με εκδοθέν Διάταγμα που βασίζεται στο ως άνω άρθρο 327 (7) καθιστά αναδρομικά έγκυρες όλες τις διαδικαστικές πράξεις που ενήργησε η διαγραμμένη εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της, η επανεγγραφή δηλ.

της εταιρείας στο μητρώο έχει το αυτόματο, αδιάκριτο και αναδρομικό αποτέλεσμα να νομιμοποιεί όλες τις πράξεις που έγιναν από την εταιρεία ή εκ μέρους της κατά τη διάρκεια της διαγραφής της, η πρόνοια δε αυτή του ως άνω άρθρου λαμβάνει ισχύ με το Διάταγμα που εκδίδει το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται ρητή αναφορά στο Διάταγμα για νομιμοποίηση συγκεκριμένων πράξεων.

Εν προκειμένω, η εδρεύουσα στη ... ενάγουσα εταιρεία ... LlMlTED κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής την 31.8.2016 είχε πράγματι διαγραφεί από το μητρώο εταιρειών που τηρεί ο Έφορος Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως επίσης ήταν διαγραμμένη κατά το χρόνο συζήτησης αυτής την 27.4.2017 και κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης την 13.11.2017.

Ωστόσο, όπως ήδη εκτέθηκε, από 19.3.2019 η ενάγουσα εταιρεία επανεγγράφηκε στο μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη έως σήμερα και κατά το χρόνο δηλ. συζήτησης των ένδικων εφέσεων και πρόσθετων λόγων εναντίον της, κατά τη συζήτηση των οποίων εμφανίστηκε o Διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπός της, Π.

Τ., και παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, από δε την επανεγγραφή της λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφηκε. Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθ. .../17.3.2020 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου …, Α. Τ., η ενάγουσα εταιρεία, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπό της, Π. - Κ.

Τ., διόρισε ειδικούς πληρεξούσιους δικηγόρους, αντιπροσώπους και αντικλήτους τους δικηγόρους Αθηνών, Γεώργιο Ζαχαρόπουλο και Ευφροσύνη Κανέλλη, που ενεργούν είτε από κοινού είτε και μεμονωμένα, να παρίστανται ενώπιον κάθε Δικαστηρίου για κάθε ενέργεια που αφορά την επίμαχη απαίτησή της σε βάρος των οφειλετριών της και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση των εφέσεων και των πρόσθετων λόγων, και επίσης η εντολέας εταιρεία δηλώνει ότι επιβεβαιώνει και εγκρίνει την ένδικη από 30.8.2016 αγωγή και ολόκληρη τη γενόμενη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αναγνωρίζει και εγκρίνει όλες τις πράξεις των άνω πληρεξουσίων δικηγόρων της (η παραστάσα δικηγόρος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είχε εκπροσωπήσει την ενάγουσα εταιρεία και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες.

Με βάση, λοιπόν, τα εκτιθέμενα..., κατά το χρονικό διάστημα της διαγραφής της από το μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου, η ενάγουσα εταιρεία είχε νομική οντότητα, αλλά και υπό την εκδοχή ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα (από 11.1.2016 έως την 19.3.2019) δεν μπορούσε η ίδια με βάση το Κυπριακό δίκαιο να κινήσει ή να κινηθεί εναντίον της κάποια διαδικασία πριν την επανεγγραφή της στο μητρώο, ήδη μετά την επανεγγραφή της στο μητρώο την 19.3.2019 αυτόματα, αδιάκριτα και αναδρομικά νομιμοποιούνται όλες οι πράξεις που έγιναν από την εταιρεία ή εκ μέρους της κατά τη διάρκεια της διαγραφής της, στην παρούσα δε υπόθεση όλες οι ως άνω διαδικαστικές πράξεις εγκρίθηκαν από αυτήν κατά τα άνω.

Εξάλλου και προεχόντως, η έχουσα νομική οντότητα κατά το χρονικό διάστημα της διαγραφής της ενάγουσα εταιρεία ακόμη και αν δεν μπορούσε να ενάγει και να ενάγεται κατά το χρονικό εκείνο διάστημα κατά το Κυπριακό δίκαιο, ως υπαρκτή νομική οντότητα είχε και όταν ασκήθηκε η αγωγή και όταν συζητήθηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ικανότητα να είναι διάδικος εκ του άρθρου 62 εδ.

β του ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του εάν το Κυπριακό δίκαιο αναγνώριζε τέτοια ικανότητα, ή απαιτούσε την επανεγγραφή της στα μητρώα Εταιρειών οπότε καθιστούσε αναδρομικά έγκυρες όλες τις πράξεις της. Με βάση τα παραπάνω, ο πρόσθετος λόγος και των δύο ένδικων εφέσεων, με τους οποίους οι εκκαλούσες εταιρείες διατείνονται ότι κατά το εφαρμοστέο κυπριακό δίκαιο η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με τη διαγραφή της από το μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου είχε παύσει να υφίσταται ως νομική οντότητα και είχε απωλέσει, τόσο κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης από 30.8.2016 αγωγής όσο και κατά τον χρόνο συζήτησής της, την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και στερείτο της ικανότητας διαδίκου (άσκηση αγωγής, συζήτηση αγωγής, παροχή πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπησή της κλπ) και ως εκ τούτου η εκδοθείσα επί της ένδικης αγωγής προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4300/2017 απόφαση εμπίπτει στην περίπτωση (δ) της παρ. 1 του άρθρου 313 ΚΠολΔ και είναι ανίσχυρη ή, κατά άλλη διατύπωση, αυτοδικαίως άκυρη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη είχε την ικανότητα να είναι διάδικος για τις ένδικες αξιώσεις της, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 62, 67, 73, 544 αριθ. 2, 4 του ΚΠολΔ και του άρθρου 327 του Κυπριακού Νόμου περί Εταιρειών, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση που ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία δεν έχει νομική προσωπικότητα κατά το δίκαιο της Χώρας στην οποία εδρεύει, έχει αυτή την ικανότητα αναφορικά με δίκη ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου ευθέως από τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 62 του ΚΠολΔ, η οποία είναι εφαρμοστέα, ως διάταξη του δικονομικού δικαίου της Χώρας του δικάζοντος δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση αν η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία δεν έχει μεν κατά την άσκηση της αγωγής ικανότητα να είναι διάδικος, την αποκτήσει όμως πριν από την τελευταία, της υποθέσεως, συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται τελεσίδικη απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και δια του ήδη δικαστικού εκπροσώπου της, εγκρίνει, έως και αυτής της συζητήσεως, ρητώς ή σιωπηρώς, την άσκηση της αγωγής και την διεξαγωγή της όλης διαδικασίας που επακολούθησε, το εκ της ελλείψεως της αντίστοιχης διαδικαστικής προϋποθέσεως ελάττωμα των προηγούμενων διαδικαστικών πράξεων θεραπεύεται αναδρομικώς.

Εν προκειμένω δε, σύμφωνα με τις άνω ρητές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η εδρεύουσα στη ... ενάγουσα εταιρεία κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής την 31.8.2016 είχε πράγματι διαγραφεί από το μητρώο εταιρειών που τηρεί ο Έφορος Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως επίσης ήταν διαγραμμένη κατά το χρόνο συζήτησης αυτής την 27.4.2017 και κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης την 13.11.2017, πλην όμως από 19.3.2019 επανεγγράφηκε στο μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών και ήταν εγγεγραμμένη και κατά το χρόνο συζήτησης των ένδικων εφέσεων και πρόσθετων λόγων, από δε την επανεγγραφή της λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφηκε και β) δυνάμει του υπ' αριθ. .../17.3.2020 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α.

Ι. Τ., η ενάγουσα εταιρεία, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπό της, Π. Τ., διόρισε ειδικούς πληρεξούσιους δικηγόρους, αντιπροσώπους και αντικλήτους τους δικηγόρους Αθηνών, Γεώργιο Ζαχαρόπουλο και Ευφροσύνη Κανέλλη, να παρίστανται κατά τη συζήτηση των εφέσεων και των πρόσθετων λόγων, και επίσης η εντολέας εταιρεία δηλώνει ότι επιβεβαιώνει και εγκρίνει την ένδικη από 30.8.2016 αγωγή και ολόκληρη τη γενόμενη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αναγνωρίζει και εγκρίνει όλες τις πράξεις των άνω πληρεξουσίων δικηγόρων της ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες.

Συνεπώς, μετά την επανεγγραφή της στο μητρώο την 19.3.2019 νομιμοποιούνται όλες οι πράξεις που έγιναν από την εταιρεία ή εκ μέρους της κατά τη διάρκεια της διαγραφής της, όλες δε οι ως άνω διαδικαστικές πράξεις εγκρίθηκαν από αυτήν κατά τα άνω. Σε κάθε δε περίπτωση, η ενάγουσα διέθετε και χωρίς την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας, ικανότητα να είναι διάδικος εκ του άρθρου 62 εδ.

β του ΚΠολΔ, και όταν ασκήθηκε η αγωγή και όταν συζητήθηκε και εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της σχετικής διατάξεως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της ικανότητας της αναιρεσίβλητης να είναι διάδικος, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των αυτών ως άνω διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη είχε την ικανότητα διαδίκου.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η ενάγουσα εταιρία επανεγγράφηκε την 19.3.2019 στο μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών και ότι δια του δικαστικού εκπροσώπου της, ενέκρινε την άσκηση της αγωγής και την διεξαγωγή της όλης διαδικασίας που επακολούθησε και εν τέλει ότι αυτή είχε νομική οντότητα, αιτιολογημένα έκρινε κατ' ουσίαν περί της ικανότητας της αναιρεσίβλητης να είναι διάδικος, απορρίπτοντας τον αντίθετο ισχυρισμό των αναιρεσειουσών.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με το τρίτο και τέταρτο σκέλος του οποίου προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων δεν απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας διαδίκου από τη στερουμένη νομικής προσωπικότητας αναιρεσίβλητη και ότι είναι όλως ανεπαρκής η αιτιολογία για την κρίση της ότι η αναιρεσίβλητη είχε ικανότητα διαδίκου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα άνω σκέλη του.

Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του αυτού πέμπτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως από τον αριθ. 14, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ και της παρ. 328, κεφ. 113 του κυπριακού νόμου περί εταιριών, λόγω της οποίας δεν απορρίφθηκε η αγωγή ως ενεργητικά ανομιμοποίητη.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι μετά τη διαγραφή της αναιρεσίβλητης από τα μητρώα εταιριών, τα περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται αδέσποτα, είχαν περιέλθει στην κυριότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και έτσι εστερείτο η ενάγουσα ενεργητικής νομιμοποίησης και η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Στη συνέχεια, με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη δεν διέλαβε καμία αιτιολογία για την ενεργητική νομιμοποίηση της αντιδίκου, άλλως η αιτιολογία της είναι αντιφατική προς το διατακτικό της, αφού παρότι κρίνει ότι η αντίδικος ήταν διαγραμμένη, εν συνεχεία την έκρινε ενεργητικά νομιμοποιούμενη.

Τέλος, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα στηρίζει την ενεργητική της νομιμοποίηση ως αγοράστρια στη σύμβαση πώλησης των μετοχών και παραλείπει να αναφέρει οτιδήποτε περί της νόμιμης σύστασης και της ύπαρξής της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθόσον, οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ταυτόχρονα ότι προέβαλαν τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο της έφεσής τους, αντίθετα μάλιστα αναφέρουν ότι προέβαλαν με τον πρόσθετο λόγο των εφέσεών τους μόνο τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ικανότητας διαδίκου της αναιρεσίβλητης.

Ο εν λόγω δε ισχυρισμός περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης δεν αφορά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τη δημόσια τάξη, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, με συνέπεια απαραδέκτως να προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Σε κάθε περίπτωση, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής συνάγεται ότι εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης για την άσκησή της και συνεπώς το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, ο όγδοος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, αφού, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, ότι δηλαδή η ενάγουσα είχε νομική οντότητα και σε κάθε περίπτωση με την επανεγγραφή της στο μητρώο των εταιριών και την έγκριση των έως τότε διαδικαστικών πράξεων ισχυροποιήθηκαν εκ των υστέρων οι πράξεις αυτές, η ενάγουσα είχε ικανότητα δικαίου και συνακόλουθα νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, ως η δικαιούχος της επικαλούμενης επίδικης αξίωσης.

Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1, άλλως τον αρ. 14, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά τα δύο αυτά σκέλη.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021).

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 685/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 849/2017). Οι ίδιοι ως άνω κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΑΠ 84/2020).

Περαιτέρω, για τις διατυπούμενες σε συμβάσεις "αποζημιωτικές ρήτρες" ή "ρήτρες κατ` αποκοπή αποζημίωσης", με τις οποίες τα μέρη επιχειρούν να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, δεν γίνεται ειδική αναφορά στον Αστικό Κώδικα. Ανακύπτει επομένως ανάγκη νομικού χαρακτηρισμού αυτών.

Η θεωρία ορίζει ως κατ` αποκοπή αποζημίωση το ποσό, που δεσμεύεται να καταβάλλει ο ένας συμβαλλόμενος στον άλλο σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να χρειάζεται ο τελευταίος να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του. Διαφέρει έτσι από την ποινική ρήτρα, γιατί έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει και να διευκολύνει την ικανοποίηση της απαίτησης για αποζημίωση του δανειστή χωρίς να περιλαμβάνει ποινή.

Ωστόσο, η αναγνώριση - ειδικότερα - της σύμβασης κατ` αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη ως αυτοτελούς θεσμού στο ελληνικό δίκαιο είναι ανεπίτρεπτη, γιατί αντίκειται στην αναγκαστικού δικαίου αποκαταστατική αρχή του άρθρου 298 ΑΚ. Σε κάθε δε περίπτωση είναι περιττή επειδή ως δικαιοπραξία υπάγεται ήδη στην έννοια της ποινικής ρήτρας.

Ειδικότερα: Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) επιτρέπει μεν στους συμβαλλόμενους να προσδίδουν στις ενοχικές σχέσεις το περιεχόμενο που αυτοί επιθυμούν, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Τέτοια καταστρατήγηση υπάρχει και με την αναγνώριση και αποδοχή της κατ` αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως διακριτού θεσμού από την ποινική ρήτρα, καθώς αντίκειται στην αποκαταστατική αρχή και καταστρατηγεί τις διατάξεις, από τις οποίες αυτή εκφράζεται.

Σύμφωνα με το άρθρο 298 εδ. α` ΑΚ, το οποίο αποτελεί βασική έκφραση της αποκαταστατικής αρχής, "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος." Κατά το άρθρο δε 299 ΑΚ "αποζημίωση για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος", χωρίς να υφίσταται ειδική πρόβλεψη σε περίπτωση αθέτησης ενοχικής υποχρέωσης.

Με βάση τα άρθρα αυτά, κύρια αρχή στο ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο θεωρείται ο αποκαταστατικός χαρακτήρας αποζημίωσης. Ο χαρακτήρας αυτός αποβλέπει βασικά στην παροχή αντισταθμίσματος, εξισορροπητικού της ζημίας και όχι στον πλουτισμό εκείνου που ζημιώθηκε. Για το λόγο αυτό, η αποζημίωση αποσκοπεί αλλά και περιορίζεται στην πλήρη αποκατάσταση της πραγματικής περιουσιακής ζημίας του συγκεκριμένου δανειστή χωρίς να εξυπηρετεί κυρωτικούς ή άλλους σκοπούς.

Ο δανειστής πρέπει να βρεθεί στην κατάσταση που θα ήταν, αν δεν είχε επέλθει η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής. Οι θεσπίζουσες την αποκαταστατική αρχή διατάξεις αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο και αποκλίσεις επιτρέπονται για εξαιρετικούς λόγους μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, όπως στα άρθρα 345 εδ. 2, 835, 331, 387, 674 ΑΚ, 3 του ν. 551/1915, 3 ν.δ. 3755/1957 (βλ.

και Ολ ΑΠ 17/1999 κατά την οποία η αποκαταστατική αρχή αποτελεί γενική αρχή του ελληνικού δικαίου της αποζημίωσης). Επομένως, η αναγνώριση της συμβατικής κατ` αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως αυτοτελούς θεσμού, διακριτού από την ποινική ρήτρα, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 3 ΑΚ, καθώς συνιστά μη προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση στην αποκαταστατική αρχή, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 298 ΑΚ.

Ούτε πάλι μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής αρρύθμιστη σύμβαση, διότι πληροί όλα τα αναγκαία στοιχεία για να υπαχθεί στις διατάξεις 404 επ. ΑΚ περί ποινικής ρήτρα. Δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την υπόσχεση ποσού ή άλλης παροχής εκ μέρους του οφειλέτη για την περίπτωση που αυτός δεν θα εκπλήρωνε τη σύμβαση, όπως ορίζει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 404 ΑΚ.

Άλλωστε, η λειτουργία της ποινικής ρήτρας ως αποζημίωσης προκύπτει και από το άρθρο 406 παρ. 2 ΑΚ, κατά το οποίο η συμφωνηθείσα "ποινή" επέχει θέση αποζημίωσης και ο δανειστής έχει αξίωση μόνο για την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία. Ο νόμος μάλιστα παρέχει στους συμβαλλόμενους αυξημένη ελευθερία να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση, καθώς είναι δυνατόν, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 παρ. 2 ΑΚ, να αποκλειστεί η αξίωση για την επιπλέον ζημία, που δεν θα καλύπτεται από την ποινή, με αποτέλεσμα η οφειλόμενη αποζημίωση να είναι αποκλειστικά συμβατικής προέλευσης.

Επομένως, ρήτρες κατ` αποκοπή αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη δεν συνιστούν κάτι άλλο, παρά την ποινική ρήτρα των άρθρων 404 επ. ΑΚ (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 928/2019, ΑΠ 2049/2017). Τέλος, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ. ΑΚ σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλο ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ` αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία.

Δηλαδή, στη γνήσια ποινική ρήτρα υπάρχει κυρία ενοχική υποχρέωση, την εκπλήρωση της οποίας ασφαλίζει η ποινική ρήτρα. Εκτός, όμως, από τη γνήσια ποινική ρήτρα, υπάρχει και η μη γνήσια ποινική ρήτρα, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον ΑΚ και η οποία είναι έγκυρη κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 Α.Κ.).

Στη μη γνήσια αυτή ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, υπάρχει μία ενοχή μεταξύ των συμβαλλομένων, αυτή που απορρέει από την περί ποινής συμφωνία. Η ενοχή αυτή τελεί υπό την αίρεση πράξεως ή παραλείψεως του υποσχεθέντος, το αντίθετο των οποίων δεν αποτελεί παροχή άλλης κυρίας ενοχής (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 869/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι από τους παρατιθέμενους κρίσιμους συμβατικούς όρους 4.06.4, 5.01 και 5.03 του από 15.7.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης μετοχών, δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την έννοια της συμφωνηθείσης αποζημίωσης, ώστε να παρίσταται ανάγκης προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εντούτοις στη συνέχεια, παρά την άνω κρίση της, προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης, καθώς διέλαβε ότι ο σχετικός συμβατικός όρος έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, χωρίς όμως προσφυγή στα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με συνέπεια να καταλήξει σε διαφορετικό πόρισμα, δεδομένου ότι η βούληση των μερών ήταν να αποκαταστήσει η πρώτη εναγομένη τη ζημία της ενάγουσας, εφόσον τούτο συνέβαινε, με καταβολή αποζημίωσης.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "... LIMITED" ήταν μοναδική μέτοχος, αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος 90.000 ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ εκάστης, που αντιπροσώπευαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

A.E. ..." (στο εξής ... ΑΕ). Δυνάμει του από 15 Ιουλίου 2004 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης μετοχών, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία/πωλήτρια πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στην ενάγουσα εταιρεία/αγοράστρια συνολικά 76.500 μετοχές της εταιρείας ... ΑΕ, αντιστοιχούσες στο 85% του μετοχικού κεφαλαίου της, την ίδια δε ημέρα παραδόθηκαν και οι τίτλοι των μετοχών αυτών στην αγοράστρια.

Το τίμημα της πώλησης και μεταβίβασης των ως άνω πωλουμένων μετοχών συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 400.000 ευρώ, και καταβλήθηκε την ημέρα σύναψης της σύμβασης με την παράδοση της υπ' αριθ. ...-5 ισόποσης τραπεζικής επιταγής εκδοθείσας από την "ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" σε διαταγή της πωλήτριας και εξοφλήθηκε ολοσχερώς.

Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων, εκτός άλλων, και τα εξής: Στον όρο 4.06.4 αυτού ότι "Έναντι της '"ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ... ΑΕ) υφίσταται απαίτηση του "Ταμείου Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών" (εφεξής "ΤΑΤΤΑ") ανερχόμενη στο συνολικό ποσόν των 482.537,05 ΕΥΡΩ και αφορώσα σε διαφορές ασφαλιστικών εισφορών και τέλη του εν λόγω ταμείου μέχρι 31.12.2003.

Η "ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (σ.σ. ... ΑΕ) έχει προσβάλλει τις σχετικές πράξεις επιβολής των εν λόγω εισφορών του "ΤΑΤΤΑ", η σχετική δε εκκρεμοδικία είναι στο στάδιο του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων. Οποιαδήποτε ποσά, που αφορούν στις ως άνω εισφορές ως και εισφορές, πρόστιμα, προσαυξήσεις κλπ που θα επιβληθούν για την περίοδο από 1.1.2004 και μέχρι την υπογραφή της παρούσης, βαρύνουν αποκλειστικά την "ΠΩΛΗΤΡΙΑ" (σ.σ.

πρώτη εναγόμενη) ανεξαρτήτως εάν εμφανίζονται ή όχι στα λογιστικά βιβλία και τις οικονομικές καταστάσεις της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ... ΑΕ) κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5.01 κατωτέρω". Στον όρο 5.1 αυτού ότι "Σε περίπτωση τυχόν ανακριβειών ή σε περίπτωση που προκύψουν στο μέλλον απαιτήσεις, χρέη ή άλλες υποχρεώσεις, οποιοσδήποτε φύσης, οποιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, του Δημοσίου, Οργανισμών κλπ.

που δεν είχαν εγγραφεί στα λογιστικά βιβλία και στοιχεία της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ... ΑΕ) και δεν απεικονίζονται στις Οικονομικές Καταστάσεις και που θα αφορούν την περίοδο από τη σύσταση της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ... ΑΕ) για φόρους πάσης φύσεως, πρόστιμα, προσαυξήσεις, ασφαλιστικές εισφορές, τέλη, δασμούς κλπ, που υφίστανται ή μπορεί να προκύψουν από μελλοντικό φορολογικό έλεγχο των ανέλεγκτων χρήσεων της εταιρείας η "ΠΩΛΗΤΡΙΑ" (σ.σ.

πρώτη εναγόμενη) υποχρεούται να καλύψει ολοσχερώς τις υποχρεώσεις αυτές της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ... ΑΕ) διαφορετικά θα υποχρεούται να αποζημιώσει την "ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ" (σ.σ. ενάγουσα) με το ισόποσο των απαιτήσεων αυτών ή των οφειλών ή άλλων υποχρεώσεων. Οι ειδικές διατάξεις των παραγράφων 4.06.3 και 4.06.4 ανωτέρω εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως εάν οι απαιτήσεις, στις οποίες αναφέρονται, εμφανίζονται ή όχι στα λογιστικά βιβλία και τις Οικονομικές καταστάσεις της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ...

ΑΕ)". Στον όρο 5.03 αυτού ότι "(α) Η ως άνω αναφερόμενη στην παράγραφο 5.01 ανωτέρω υποχρέωση της "ΠΩΛΗΤΡΙΑΣ" (σ.σ. πρώτης εναγόμενης) υφίσταται εφ' όσον οι εν λόγω απαιτήσεις, χρέη και υποχρεώσεις προκύπτουν από εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις ή από εξωδικαστικό συμβιβασμό, στον οποίο έχει συναινέσει ρητά η "ΠΩΛΗΤΡΙΑ" (σ.σ.

πρώτη εναγόμενη). Προς το σκοπό αυτό η "ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (σ.σ. ... ΑΕ) υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο δικαστικές ενέργειες και να ασκεί όλα τα ένδικα μέσα (αγωγές, προσφυγές, ενστάσεις, αιτήσεις αναστολής, εφέσεις κλπ) επιδιώκοντας την εξαφάνιση άλλως τον περιορισμό των εν λόγω απαιτήσεων, (β) Ειδικά όσον αφορά τις απαιτήσεις, περί ων οι ανωτέρω παράγραφοι 4.06.3 (απαιτήσεις του Δημοσίου προκύπτουσες από τις ανέλεγκτες φορολογικές χρήσεις των ετών 1998 - 2003) και 4.06.4 (απαιτήσεις "ΤΑTTA ") ο χειρισμός τους σε επίπεδο δικαστικών ενεργειών σε όλα τα στάδια της διαδικασίας θα γίνει αποκλειστικά με ευθύνη, δαπάνες και ενέργειες της "ΠΩΛΗΤΡΙΑΣ" (σ.σ.

πρώτης εναγόμενης), την οποία βαρύνουν, πλην των λοιπών δαπανών, και οι προκαταβολές των καταλογισθησομένων φόρων που αποτελούν προϋπόθεση για την προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια και με τη συνδρομή της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" μόνο στο επίπεδο της νομιμοποιήσεως στα δικαστήρια ή/και στις Αρχές ως και της παροχής κάθε απαραίτητου εγγράφου και πληροφορίας για την επιτυχή εξέλιξη της δικαστικής ενέργειας".

Με βάση τις ως άνω ρητές συμφωνίες των συμβαλλομένων (πρώτης εναγόμενης/πωλήτριας και ενάγουσας/αγοράστριας), όπως νόμιμα εκπροσωπούντο, η ως άνω καθορισθείσα με όρο στη σύμβαση πώλησης μετοχών κατ' αποκοπήν ισόποση αποζημίωση για την περίπτωση που η υποσχεθείσα πρώτη εναγόμενη δεν προέβαινε σε ενέργεια και δη δεν κάλυπτε ολοσχερώς/κατέβαλε ολοσχερώς τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές προς το "Ταμείο Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών" (εφεξής ΤΑΤΤΑ) προκύπτουσες από εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης αυτής (πρώτης εναγόμενης), έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας.

Ειδικότερα, μεταξύ των άνω συμβαλλόμενων καταρτίστηκε έγκυρα κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μια αυτοτελής σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, αλλά υπάρχει μια ενοχή μεταξύ αυτών των συμβαλλομένων, αυτή που απορρέει από την περί ποινής συμφωνία (ισόποση αποζημίωση), η ενοχή δε αυτή τελούσε υπό την αίρεση ενέργειας της υποσχεθείσας πρώτης εναγόμενης και δη την ολοσχερή κάλυψη/ολοσχερή καταβολή από αυτήν [πρώτη εναγόμενη] (εκτός άλλων υποχρεώσεων, απαιτήσεων, χρεών που τυχόν προέκυπταν στο μέλλον) προς το ΤΑΤΤΑ, μετά την έκδοση εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων, οποιουδήποτε ποσού ασφαλιστικών εισφορών, προσαυξήσεων κλπ είχε επιβληθεί στην εταιρεία ...

ΑΕ μέχρι την 31.12.2003 καθώς και συνέχεια οποιουδήποτε ποσού ασφαλιστικών εισφορών, προσαυξήσεων κλπ έως την υπογραφή της σύμβασης, όπως ειδικότερα εκτίθενται στους προαναφερθέντες όρους/συμφωνίες. Τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο προκύπτουν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο της ως άνω σύμβασης και από τους παρατιθέμενους ως άνω αυτούσιους όρους και παραγράφους αυτής, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την τότε επωνυμία της "... Α.Ε." και ήδη με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συμβλήθηκε και υπέγραψε την ως άνω έγγραφη σύμβαση πώλησης μετοχών ως εγγυήτρια, εγγυώμενη την τήρηση των όρων της σύμβασης και της εκπλήρωσης των πάσης φύσεως υποχρεώσεων (και αυτών που απορρέουν από τους υπ' αριθ. 4 και 5 όρους) της πωλήτριας/πρώτης εναγόμενης, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την τελευταία ως αυτοφειλέτις παραιτηθείσα της ενστάσεως διζήσεως και όλων των λοιπών ενστάσεων του εγγυητή και ότι η ευθύνη της ισχύει μόνον εφόσον οι απαιτήσεις, χρέη και υποχρεώσεις προκύπτουν από εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις ή εξώδικο συμβιβασμό, στον οποίο είχε συναινέσει ρητά η πωλήτρια. ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατόπιν σχετικού ελέγχου, εκδόθηκε η 6036/5.5.2004 απόφαση του ΔΣ του νπδδ ΤΑΤΤΑ (νυν ΕΤΑΠ-ΜΜΕ), με την οποία βεβαιώθηκε οφειλή της εταιρείας ... ΑΕ από τη διαφορά εισφορών επί των αποδοχών του προσωπικού της για το χρονικό διάστημα από 1.5.1998 έως 31.12.2003 και δώρο Χριστουγέννων 2003, καθώς και από πρόσθετα τέλη επί των εισφορών αυτών μέχρι την 15.4.2004 και συνολικά καταλογίστηκε σε βάρος της το ποσό των 482.537,05 ευρώ και δη για διαφορά εργοδοτικών εισφορών ποσό 345.967,63 ευρώ και για πρόσθετα τέλη ποσό 136.569,42 ευρώ (οφειλή γνωστή σε όλους τους συμβαλλόμενους διαδίκους κατά τα προαναφερόμενα).

Προς την εταιρεία ... ΑΕ απεστάλη το υπ' αριθ. πρωτ. 3658110.5.2004 έγγραφο του Διευθυντή του ΤΑΤΤΑ, με το οποίο γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν η παραπάνω συνολική οφειλή της προς αυτό, ποσού 482.537,05 ευρώ [345.967,63 + 136.569,42], που καταλογίστηκε σε βάρος της και κλήθηκε να την καταβάλει. Η εταιρεία ... ΑΕ υπέβαλε στο πιο πάνω Ταμείο την 4161/28.5.2004 ένσταση-αίτηση παροχής στοιχείων και κατόπιν αυτής το ΤΑΤΤΑ της απέστειλε το 4519/10.6.2004 έγγραφο του Διευθυντή του και της συγκοινοποίησε την 6036/5.5.2004 απόφαση του ΔΣ του Ταμείου και το 3658/10.5.2004 έγγραφο του ΤΑΤΤΑ, που αφορούσαν τις ανεξόφλητες ασφαλιστικές εισφορές της.

Η τελευταία άσκησε κατά των παραπάνω εγγράφων του Ταμείου [3658/10.5.2004 και 4519/10.6.2004] την υπ' αριθ. 5578/23.7.2004 αίτηση θεραπείας, με την οποία επανέφερε το αρχικό αίτημά της ότι οι οφειλόμενες εισφορές της πρέπει να καθοριστούν σε ποσοστό 5% και όχι 16%, η οποία απορρίφθηκε με την 6056/6.10.2004 απόφαση του ΔΣ του ΤΑΠΑ και της γνωστοποιήθηκε με το υπ' αριθ. 5578/20.10.2004 έγγραφο του Τμήματος Ελέγχου Εσόδων του Ταμείου.

Κατά των προαναφερθέντων εγγράφων του Διευθυντή του ΤΑΤΤΑ [3658/10.5.2004, 4519/10.6.2004 και 5578/20.10.2004] προσέφυγε η ... ΑΕ με την αριθ. ΓΑΚ 47539/2004 προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της εν λόγω προσφυγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5994/2008 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε.

Κατά της πρωτοβάθμιας ως άνω απόφασης η ... ΑΕ άσκησε την υπ' αριθ. καταχ. ΑΒΕΜ 786/4.9.2008 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1723/30.6.2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Επομένως, η ως άνω οφειλή της ... ΑΕ προς το ΤΑΤΤΑ, η οποία αφορά τις διαφορές των εργοδοτικών εισφορών πλέον προσαυξήσεων για το χρονικό διάστημα από 1.5.1998 έως 31.12.2003 πλέον τελών έως 15.4.2004, ήταν αναμφισβήτητη και άμεσα απαιτητή, ενόψει του ότι εκδόθηκε ως προς αυτήν η ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με συνέπεια να είναι άμεσα εκτελεστή η είσπραξη των εν λόγω οφελών.

Με την έκδοση της προμνημονευόμενης τελεσίδικης απόφασης την 30.6.2010 ενεργοποιήθηκε η προπεριγραφόμενη συμβατική υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης σε πράξη, και δη την άμεση καταβολή από αυτήν της ως άνω οφειλής προς το νπδδ ΤΑΤΤΑ, καθώς και η εγγυητική ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης για την παραπάνω οφειλή εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη.

Παρά ταύτα, όμως, οι εναγόμενες ουδέν έπραξαν με βάση τις συμβατικές τους δεσμεύσεις και την υποχρέωσή τους για ολοσχερή εξόφληση των εν λόγω οφελών προς τον ασφαλιστικό φορέα (ΤΑΤΤΑ). Το ποσό της εν λόγω οφειλής ανερχόταν την 19.10.2010 στο συνολικό ποσό των 810.662,24 ευρώ, ήτοι 482.537,05 ευρώ αρχικά βεβαιωθέν ποσό πλέον 328.125,19 ευρώ προσαυξήσεις ..., ενώ την 9.5.2011 η εν λόγω οφειλή ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 844.439,84 ευρώ, ήτοι 482.537,05 ευρώ αρχικά βεβαιωθέν ποσό πλέον 361.902,79 ευρώ προσαυξήσεις ...

Έτσι, η συμβατική υποχρέωση προς ενέργεια της πρώτης εναγόμενης και δη η ολοσχερής εξόφληση των οφειλών προς το ΤΑΤΤΑ της παραπάνω χρονικής περιόδου αποδείχθηκε ότι ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 844.439,84 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει ρητά από τους προμνημονευόμενους όρους της μεταξύ τους σύμβασης με τη ρητή αναφορά του όρου 4.06.4 ότι "Οποιαδήποτε ποσά, που αφορούν στις ως άνω εισφορές (σ.σ.

της επίμαχης περιόδου) βαρύνουν αποκλειστικά την "ΠΩΛΗΤΡΙΑ" (σ.σ. πρώτη εναγόμενη) ανεξαρτήτως εάν εμφανίζονται ή όχι στα λογιστικά βιβλία και τις οικονομικές καταστάσεις της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ... ΑΕ) κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5.01 κατωτέρω", ενώ στον όρο 5.01, στον οποίο προβλέπεται η οφειλόμενη ενέργεια εξόφλησης των εισφορών αυτών και ακολούθως η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ("αποζημίωση στο ισόποσο") σε περίπτωση που η πρώτη εναγόμενη δεν προέβαινε στην συμφωνηθείσα ενέργεια γίνεται ρητή μνεία ότι "Οι ειδικές διατάξεις των παραγράφων 4.06.3 και 4.06.4 (σ.σ.

οφειλές προς το ΤΑΤΤΑ) ανωτέρω εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως εάν οι απαιτήσεις, στις οποίες αναφέρονται, εμφανίζονται ή όχι στα λογιστικά βιβλία και τις Οικονομικές καταστάσεις της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" (σ.σ. ... ΑΕ)". Ωστόσο, παρά τα συμφωνηθέντα, όπως ήδη εκτέθηκε, οι εναγόμενες ουδέν ποσό κατέβαλαν προς εξόφληση της ως άνω οφειλής στον ασφαλιστικό φορέα, για το λόγο δε αυτό η ενάγουσα με την από 5.9.2011 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, την οποία επέδωσε προς τις εναγόμενες την 8.9.2011 ...

κάλεσε τις εναγόμενες, να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και να καταβάλουν το ποσό των 859.915,94 ευρώ (482.537,05 ευρώ πλέον προσαυξήσεων 376.378,89 ευρώ), στο οποίο ανερχόταν, την 10.7.2011, η οφειλή της ... ΑΕ προς το ΤΑΠΑ, μετά την έκδοση και της υπ' αριθ. 1723/2010 τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Πλην όμως, οι εναγόμενες ουδέν κατέβαλαν (με τη σημείωση, αν και δεν ασκεί επιρροή, ότι ουδέν ποσό έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα), και με τον τρόπο αυτό περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της απορρέουσας από την συμφωνία τους και υποσχεθείσας από την πρώτη εναγόμενη ενέργειας (καταβολή οφειλής) μετά την έκδοση της προμνησθείσας τελεσίδικης απόφασης και εκ του λόγου αυτού κατέπεσε η συμφωνηθείσα ποινή, η καταρτισθείσα στον όρο 5.01 της σύμβασης, ήτοι το ισόποσο της παραπάνω οφειλής της ...

ΑΕ προς το ΤΑΤΤΑ και δη ποσό 844.439,84 ευρώ, την οποία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει η πρώτη εναγόμενη. Εξάλλου, με βάση τη σύμβαση εγγύησης και κατά τα προμνημονευόμενα, συνυπόχρεη εις ολόκληρον προς καταβολή του ποσού αυτού προς την ενάγουσα είναι και η εγγυήτρια/δεύτερη εναγόμενη. Τα ίδια που έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διάφορη και ελλιπή αιτιολογία, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δη τις προπαρατεθείσες στην οικεία νομική σκέψη διατάξεις και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και, αφού αντικατασταθεί εν μέρει και συμπληρωθεί η αιτιολογία (ΚΠολΔ 534), ο δεύτερος λόγος της από 23.1.2018 έφεσης καθώς και ο δεύτερος λόγος της από 7.2.2018 έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ...".

Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχεται, έμμεσα, την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας σχετικά με την περιεχόμενη στο από 15-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων ως προς το χαρακτήρα της συμφωνηθείσας αποζημίωσης, καθόσον, αν και δέχεται την ανυπαρξία αναγκαιότητας προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την υποστηρίζουσα την κρίση αυτή παραδοχή ότι "Τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο προκύπτουν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο της ως άνω σύμβασης και από τους παρατιθέμενους ως άνω αυτούσιους όρους και παραγράφους αυτής, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ", στη συνέχεια, για να στηρίξει την παραδοχή του, ότι η ως άνω καθορισθείσα με όρο στη σύμβαση πώλησης μετοχών ισόποση αποζημίωση έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, δέχεται ότι με τον όρο 5.1 της άνω σύμβασης συμφωνήθηκε κατ' αποκοπήν ισόποση αποζημίωση για την περίπτωση που η υποσχεθείσα πρώτη εναγόμενη δεν προέβαινε σε ενέργεια και δη δεν κάλυπτε ολοσχερώς/κατέβαλε ολοσχερώς τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές προς το ΤΑΤΤΑ προκύπτουσες από εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης αυτής, ενώ στον παρατεθέντα αυτολεξεί ως άνω όρο αφενός δεν γίνεται λόγος για κατ' αποκοπή αποζημίωση και αφετέρου και κυρίως δεν αναφέρεται ότι η υποσχεθείσα πωλήτρια (πρώτη εναγόμενη) δεν θα είχε δικαίωμα ανταπόδειξης, προϋπόθεση απαραίτητη για να έχει, κατά τα προεκτεθέντα, η συμφωνηθείσα αποζημίωση το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, πράγμα που σημαίνει ότι το Εφετείο κατέφυγε στην αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβληθεισών διαδίκων αναφορικά με τη διαλαμβανόμενη στον με αριθμό 5.1 όρο της επίδικης σύμβασης δήλωση αυτών (μερών) και σε άλλους όρους της σύμβασης καθώς και σε άλλα, εκτός του παραπάνω όρου, αποδεικτικά μέσα και δη τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως καταδεικνύεται άλλωστε και από την κατά τα άνω κατάστρωση των παραδοχών αυτής αναφορικά με την οριοθέτηση των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεων, για να καταλήξει στον προσδοθέντα στον άνω όρο νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς, ωστόσο, να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις ανωτέρω διατάξεις, που τους περιέχουν, αναφέρει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών, λαμβάνοντας υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης.

Κατ` αυτόν τον τρόπο, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον παραπάνω πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών κύριων και πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βασίμου, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 6935/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ