Legislator Case Law & Legislation
1719/2017 AI generated

1719/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1719/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1719/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1719 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1719/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Χ. Γ. Τ., 2)Γ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μουστάκα.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Μ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Επιτροπάκη με δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 498/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 194/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-1-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.

Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τα έγγραφα, και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 184/2011). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν οι καταθέσεις μαρτύρων, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, έστω και χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 736/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης τους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο δέκα ένορκες εξετάσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μοιρών, που είχαν ληφθεί κατά τα έτη 2011 και 2012 στο πλαίσιο σχετικής με την ερευνώμενη υπόθεση ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης μεταξύ των εδώ διαδίκων, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και οι οποίες ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφενός ως προς την ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης περί κτήσης κυριότητας της στην επίδικη εδαφική λωρίδα, ως ιδιωτική οδό, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και αφετέρου ως προς την απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί κτήσης δικαιώματος πραγματικής δουλείας διάβασης τους στην παραπάνω εδαφική λωρίδα με τα ίδια προσόντα (της έκτακτης χρησικτησίας).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μεταξύ των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ήταν και οι προαναφερόμενες ένορκες εξετάσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μοιρών. Το Εφετείο δέχθηκε ότι " οι προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες 10 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Μοιρών δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον είναι άκυρες και ανυπόστατες ως αποδεικτικά μέσα, διότι δεν προκύπτει η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 270 παρ. 2γ' ΚΠολΔ κλήτευση της εφεσίβλητης".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, καθόσον παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις επίμαχες ένορκες εξετάσεις μαρτύρων, οι οποίες δεν αποτελούν ένορκες βεβαιώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ.2γ' ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται η κλήτευση του αντιδίκου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ακολούθως δε, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι εφικτή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 194/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσασες τούτο αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ