Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and rejects claim of improper evidence weight assignment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding two appellants and dismissed the appeal against the lower court's judgment for the others. The appellants argued that the court improperly assigned enhanced evidentiary weight to their own admissions and witness testimony while ignoring the opposing party's evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence without granting undue weight to any specific item.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 568, 576, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine absent parties sua sponte to determine if an appeal was properly expedited, and it rejects appeals where the lower court's free evaluation of evidence does not violate statutory rules on evidentiary weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1719 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1719/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Φ. συζ. Β. Π. το γένος Γ. Μ. και 2. Α. Π. του Β. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Καλογήρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. συζ. Ι. Τ., το γένος Ι. Σ., 2. Σ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., 3. Α. Κ. του Μ. και 4. Σ. Ο. του Α.. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Στεφανίδη δεύτερο αναιρεσίβλητο που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ταμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2του Κ.Πολ.Δ. Οι τρίτη και τέταρτος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από13-3-2003 αγωγή 26-2-2008παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 27-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος παραστάς δεύτερος αναιρεσίβλητος, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ 2, 568 παρ 1, 2 και 4, 576 παρ 1 - 3 Κ.Πολ.Δ, όπως το τελευταίο διαμορφώθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης• αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.
Σε περίπτωση όμως απλής ομοδικίας χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος και την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, για την εγκυρότητα της κλήτευσής του άρα και για το παραδεκτό της συζήτησης, δεν αρκεί η επίδοση προς αυτόν μόνο της κλήσης για συζήτηση αλλά απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1876/2011, 303/2008).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 96, 142 παρ. 1 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ η επίδοση δικογράφων δύναται να γίνει και προς τον νομίμως διορισθέντα αντίκλητο του διαδίκου. Ο κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ δικαστικός πληρεξούσιος είναι αντίκλητος μόνο για την παραλαβή των δικαστικών εγγράφων της δίκης, στην οποία ήταν πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, και δεν είναι επιτρεπτή η επίδοση σ` αυτόν ενδίκων μέσων κατά της εν λόγω οριστικής απόφασης, αφού η εξουσία του δικαστικού πληρεξούσιου ως αντικλήτου έχει ήδη περατωθεί με την έκδοση της οριστικής απόφασης και την επίδοσή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, η τρίτη και ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. και Σ. Ο., αντίστοιχα, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο. Από δε την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες 6412/29-11-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Ρόδου Γ. Κ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης μετά της κάτω από αυτή πράξης ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (10-2-2014) και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε στον δικηγόρο Κωνσταντίνο Ταμπάκη ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων.
Όμως για την ιδιότητα αυτή του παραλαβόντος την κλήση δικηγόρου δεν προσάγεται έγγραφο πληρεξουσιότητας από το οποίο να προκύπτει ότι ο ρηθείς δικηγόρος είχε την ειδική εντολή να δέχεται και να υπογράφει την παραλαβή δικογράφων των αναιρεσιβλήτων, ούτε προσκομίζεται καμία απόδειξη, ότι αυτός διορίστηκε αντίκλητος των κατά το άρθρο 142 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ.
Από το γεγονός, ότι ο ως άνω δικηγόρος παρέστη κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως πληρεξούσιος των τότε 3ης και 4ου των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη 3ης και 4ου των αναιρεσιβλήτων, δεν έπεται με βάση τα προεκτεθέντα, και ότι είναι νόμιμος αντίκλητος αυτών για τις στην παρούσα αναιρετική δίκη αναγόμενες επιδόσεις.
Επομένως, αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν κλητεύθηκαν νόμιμα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς αυτούς και να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, δεδομένου ότι πρόκειται για απλή ομοδικία. Το δε Δικαστήριο πρέπει και να ερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση ως προς του λοιπούς διαδίκους.
ΙΙ) Με την από 10-6-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 32/2013 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την απόφαση αυτή, μετά από άσκηση αντίθετων εφέσεων, όσον αφορά τους εδώ διαδίκους (δηλαδή τους τέσσερις πρώτους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και τους δύο πρώτους εναγόμενους, ήδη αναιρεσείοντες), αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 22/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια, όπως και η παρεμπίπτουσα αγωγή. Όσον αφορά τους 5ο και 6η των εναγόντων (εδώ μη διαδίκους) με την εφετειακή απόφαση επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς αυτούς, ενώ όσον αφορά τον 3ο εναγόμενο (εδώ μη διάδικο) η κύρια αγωγή (στην οποία και μόνον ήταν διάδικος) απορρίφθηκε με την προγενέστερη, 162/2005, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των 1ης και 2ου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 1ης και 2ου των εναγόντων και ήδη 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ πρέπει να εφαρμοσθεί, (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ΑΠ 70/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008).
Δεν συντρέχει δε ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007), καθώς και αν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ για τους απαράδεκτους ή μη νόμιμους ισχυρισμούς δεν λαμβάνονται υπόψη προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 321/2009).
ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην Παλαιά Πόλη της Ρόδου..., νομικής φύσης "βακούφ διτελές μετ' ευρείας επαγωγής", συνολικού εμβαδού 75 τ. μ. και αποτελείται από ισόγειο, εμβαδού 46 τμ., πρώτο όροφο, εμβαδού 29 τμ. και πατάρι. Ως εκ της νομικής φύσης του ακινήτου αυτού, δεν υφίσταται δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, αλλά μόνο διηνεκές δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης με εμπράγματο χαρακτήρα, το οποίο συνήθως χαρακτηρίζεται ως ωφέλιμη κυριότητα (dominium utile), μεταβιβαστό και δεκτικό υποθήκης (με άδεια του εφόρου) αλλά και κληρονομητό ......
Τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά των διαδίκων επί του εν λόγω ακινήτου διαμορφώνονται ως εξής: Η πρώτη ενάγουσα Ά. Τ. ... και ο δεύτερος ενάγων Σ. Σ. ... έχουν ποσοστό 12,375/288 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η τρίτη ενάγουσα Α. Μ. Κ., ... και ο τέταρτος ενάγων Σ. Ο. ... έχουν ποσοστό 8,25/288 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ η πρώτη εναγομένη Φ.
Π. ... έχει την επικαρπία και ο δεύτερος εναγόμενος Α. Π. την ψιλή κυριότητα του ποσοστού 156/288 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, έχουν επί του ακινήτου ποσοστό ωφέλιμης κυριότητας 156/288 εξ αδιαιρέτου, ήτοι διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων, εκμίσθωσαν με το από 1.1.2001 μισθωτήριο το ως άνω ακίνητο στον τρίτο εναγόμενο Α.
Π., προκειμένου αυτός να ασκήσει εμπορική δραστηριότητα. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε δωδεκαετής και το μηνιαίο μίσθωμα σε 500.000 δραχμές (ήδη 1.467,35 ευρώ) με ετήσια αναπροσαρμογή ποσοστού 5% επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος. Το μίσθωμα αυτό δεν αποδείχθηκε ότι ήταν εικονικό και αντιστοιχούσε στις μισθωτικές συνθήκες και στην τοποθεσία του ακινήτου σε συνδυασμό με το τουριστικό ενδιαφέρον της περιοχής. ....
η απόφαση των συγκυρίων, που διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων, για εκμίσθωση του επικοίνου ακινήτου, ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς ακόμη και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφησαν, έστω και αν δεν έλαβαν μέρος σ' αυτήν, επομένως και τους ενάγοντες, οι οποίοι, ως συγκύριοι που έχουν τη μειοψηφία, δεν αποδείχθηκε αλλά ούτε και ισχυρίζονται ότι έχουν προσβάλει την απόφαση αυτή της πλειοψηφίας για ακυρότητα.
Συνεπώς, η μίσθωση αυτή είναι έγκυρη, καθόσον οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οι οποίοι διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων του επικοίνου ακινήτου, είχαν δικαίωμα να εκμισθώσουν στο όνομά τους ολόκληρο το ακίνητο, δίχως για την εγκυρότητα της μίσθωσης να απαιτείται η γνώμη των λοιπών συγκυρίων, οι οποίοι έχουν τη μειοψηφία.
Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η μίσθωση είναι άκυρη, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της δεύτερης έφεσης. Ωστόσο, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, μπορούν οι ενάγοντες να ζητήσουν από τους δύο πρώτους εναγομένους, οι οποίοι έκαναν αποκλειστική χρήση του άνω ακινήτου - μέσω του τρίτου εναγομένου που ασκεί εντός του επικοίνου ακινήτου εμπορική δραστηριότητα- παρεμποδίζοντας τους ενάγοντες στη χρήση του ιδανικού τους μεριδίου και μη αποδίδοντάς τους ανάλογη μερίδα με αυτή της ιδανικής μερίδας του καθενός επί του ακινήτου από την ωφέλεια που αποκόμισαν οι ίδιοι.
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται: α) στο ποσό των 44.500.000 δραχμών (ήδη 130.594,27 ευρώ), το οποίο, κατά το χρονικό διάστημα από 31.8.2000 έως 29.12.2000, οι ασκούντες αποκλειστική χρήση δύο πρώτοι εναγόμενοι εισέπραξαν από τον παραπάνω μισθωτή ως πρόσθετο αντίτιμο ("αέρα"), προκειμένου να συναφθεί η μισθωτική σύμβαση..., και β) στο ποσό των 153.690,91 ευρώ, που αντιστοιχεί στο σύνολο των μισθωμάτων, που οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ως εκμισθωτές, εισέπραξαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 8.5.2008...
Με βάση τα παραπάνω, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι κάνοντας αποκλειστική χρήση, κατά τα ως άνω αναφερθέντα, του επικοίνου ακινήτου, απεκόμισαν ως ωφέλεια, για το χρονικό διάστημα από 31.8.2000 έως 15.4.2003, το ποσό των 173.161,96... ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από 16.4.2003 έως 8.5.2008 το ποσό των 111.123,22 .... ευρώ. Από τα ποσά αυτά αναλογούν:
α) σε καθένα από τους πρώτη και δεύτερο των εναγόντων, με βάση τα ιδανικά τους μερίδια επί του ακινήτου, το ποσό των 7.441,84 [173.191,96 Χ12,375/288] ευρώ και σε καθένα από τους τρίτη και τέταρτο των εναγόντων, με βάση τα ιδανικά τους μερίδια επί του ακινήτου, το ποσό των 4.961,22 [173.191,96 Χ 8,25/288] ευρώ, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 31.8.2000 έως 15.4.2003 και περιλαμβάνεται στην κυρία αγωγή, .........
νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της κυρίας αγωγής και β) σε καθένα από τους πρώτη και δεύτερο των εναγόντων, με βάση τα ιδανικά τους μερίδια επί του ακινήτου, το ποσό των 4.774,82 [111.123,22 Χ 12,375/288] ευρώ και σε καθένα από τους τρίτη και τέταρτο των εναγόντων, με βάση τα ιδανικά τους μερίδια επί του ακινήτου, το ποσό των 3.183,21 [111.123,22 Χ 8,25/288] ευρώ, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 16.4.2003 έως 8.5.2008 και περιλαμβάνεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή, νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της παρεμπίπτουσας αγωγής, ποσά τα οποία οι δύο πρώτοι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες ως αποζημίωση χρήσης από την ωφέλεια που απεκόμισαν, διαιρετώς και κατ' ίσον μέρος ο καθένας (άρθρ. 480 ΑΚ).
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ωφέλεια που απεκόμισαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι από την χρήση των ποσοστών των εναγόντων επί του επικοίνου ακινήτου δεν αποτελεί μίσθωμα, εφόσον δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδίδεται με τις διατάξεις της κοινωνίας.... Συνέπεια του γεγονότος ότι δεν αναζητείται το μίσθωμα αλλά η ωφέλεια που αντιστοιχεί στην μισθωτική αξία, είναι ότι γι' αυτήν δεν καταβάλλεται χαρτόσημο...
και ότι τα άνω ποσά πρέπει να καταβληθούν με το νόμιμο τόκο από την όχληση ή την επίδοση της κάθε αγωγής και όχι από το τέλος κάθε μισθωτικού μήνα, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Τέλος, από την επισκόπηση των ενδίκων αγωγών, σε συνδυασμό με τις από 13.5.2008 προτάσεις των εναγόντων στον πρώτο βαθμό.., προκύπτει ότι η κυρία βάση των υπό κρίση αγωγών είναι οι διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος και η επικουρική βάση τους είναι οι διατάξεις περί αδικοπραξίας.
Επομένως, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε νόμιμη και δέχθηκε κατ' ουσίαν την κυρία βάση των ενδίκων αγωγών, ορθώς δεν ερεύνησε, μη έχοντας άλλωστε δικαίωμα να το πράξει, τη βάση της αδικοπραξίας, που είχε σωρευτεί στο ίδιο δικόγραφο επικουρικά, δηλαδή με την αίρεση της απορρίψεως της πρώτης (κυρίας) βάσης των αγωγών ...".
V) Υπό τις παραδοχές αυτές, ο τρίτος λόγος αιτήσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 574 ΑΚ είναι αβάσιμος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης βάσης. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η κύρια όπως και η παρεμπίπτουσα αγωγή (κατά την κυρία βάση τους, η οποία και ερευνήθηκε από το δικαστήριο), στηρίζονταν στις περί κοινωνίας διατάξεις των άρθρων 785, 787, 961, 962 ΑΚ, και όχι σ' αυτές της μίσθωσης πράγματος (574 επ.
ΑΚ), ώστε να μπορεί να ιδρυθεί ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρισμό τους ότι ουδεμία ωφέλεια αποκόμισαν από την αποκλειστική χρήση των εξ αδιαιρέτου ποσοστών των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, διότι από το έτος 1967 μέχρι και το έτος 2008 την οποιαδήποτε ωφέλεια ζητούν από αυτούς οι αναιρεσίβλητοι την απέδιδαν στον Σ.
Σ., διαχειριστή των ιδανικών μεριδίων των αντιδίκων τους και ένα εκ των συνιδιοκτητών. Ειδικότερα, είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, στην οποία δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει. VΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά, κατ' είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, (μισθωτήρια, αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων κλπ.), τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), ο οποίος εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα υπ' αριθμ. 55/1.12.2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), που περιέχεται στην υπ' αριθμ. .../3.4.2006 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ρόδου Θελξιόπης Χαζίρη και ελήφθη μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, εκτός από προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) υπ' αριθμ. .../4.3.2008 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Περίδου, διότι δεν προέκυπτε ότι αυτή ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου πλευράς.
Δεν απαιτείτο δε να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί το ότι καθίσταται βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν.
VΙΙ) Με το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1376/1996 Ελλ.Δνη 38.1787, Α.Π. 31/1999 Ελλ.Δνη 40.572).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι: α) δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία των αντιδίκων τους, που περιέχεται στην από 24-4-2004 αγωγή αυτών, στην οποία αυτοί δέχονται ότι μέχρι το 2004 την αποκλειστική νομή, κατοχή, χρήση, κάρπωση και εκμετάλλευση των ιδανικών τους μεριδίων επί του επιδίκου ακινήτου είχαν ο Σ.
Σ. και οι λοιποί κληρονόμοι του Α. Σ., β) δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση του μάρτυρά τους Σ. Σ., που περιέχεται στα με αρ. 55/2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και γ) προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της συμβ/φου Ρόδου Θελξιόπης Χαζίρη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε ελεύθερα όλα τα ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο από αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως όφειλε, κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν υπήρχε κάποια περίπτωση από αυτές που ορίζει ο νόμος ώστε να κρίνει διαφορετικά .
Ειδικά δε ως προς την επικαλούμενη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, αυτή δεν έγινε ενώπιον του δικάσαντος την υπόθεση δικαστηρίου ώστε να αποτελέσει πλήρη απόδειξη γι' αυτούς και επομένως ορθά δεν αποδόθηκε σ' αυτή αυξημένη αποδεικτική δύναμη (άρθρο 362 Κ.Πολ.Δ).
Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς την 1η και 2ο των αναιρεσιβλήτων, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. και Σ. Ο. αντίστοιχα.
Απορρίπτει την από 10-6-2013 αίτηση των Φ. και Α. Π. για αναίρεση της 32/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου ως προς τους 1η και 2ο των αναιρεσιβλήτων Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ