Legislator Case Law & Legislation
1719/2012 AI generated

1719/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1719/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1719/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εύλογος λόγος θα κριθεί από το είδος και τη φύση της εργασίας για την οποία γίνεται η πρόσληψη δεδομένου ότι για την εκτίμηση των επαγγελματικών ικανοτήτων άλλοτε χρειάζεται περισσότερος χρόνος και άλλοτε ο χρόνος της δοκιμασίας που απαιτείται λόγω της φύσεως της εργασίας που ανατίθεται στον εργαζόμενο είναι ελάχιστος.

Keywords

AI generated
dismissal during probation educational training allowances educational contract programme agreement waiver of wage claims benefit for course attendance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1719 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1719/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εκπαιδευτική Εταιρία ΟΤΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ Academy", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Δάγλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από με αριθμ. κατάθ. 2961/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1824/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4564/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 2-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 648, 361, 202 ΑΚ και 2 παρ. 3 του ΝΔ της 16/18 Ιουλίου 1920 και 1 του νόμου 2112/1920, στη σύμβαση εργασίας είναι δυνατό να περιληφθεί ως όρος (διαλυτική αίρεση) ότι για ορισμένο εύλογο χρόνο από την έναρξη της διάρκειάς της θα έχει δοκιμαστικό χαρακτήρα, με δικαίωμα του εργοδότη να την καταγγείλει και πριν από τη λήξη του χρόνου της δοκιμασίας αζημίως εάν κρίνει κατ` αντικειμενική και δίκαιη κρίση ότι ο εργαζόμενος δεν είναι κατάλληλος για την εργασία του. Η σύμβαση με δοκιμή δεν ρυθμίζεται ειδικώς από το νόμο, η δυνατότητα όμως συνομολόγησης τέτοιων συμβάσεων δεν είναι ασυμβίβαστη με τη σύμβαση εργασίας, αφού η συναλλακτική ελευθερία επιτρέπει στους συμβαλλόμενους να συμφωνήσουν όπως η οριστική σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου καταρτισθεί ύστερα από επιτυχή δοκιμασία του μισθωτού. Η διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου προσδιορίζεται με την ατομική σύμβαση εργασίας, εφόσον δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση. Οι διατάξεις του άρθρου 1 ν. 2112/1020 και άρθρου 2 παρ. 3 της 18/20 Ιουλίου 1920 που θέτουν ως προϋπόθεση της εφαρμογής τους τη δίμηνη υπηρεσία, δεν έχουν την έννοια ότι ο χρόνος αυτός θεωρείται ως δοκιμαστικός.

Συνεπώς η διάρκεια μπορεί να ξεπερνά τους δύο μήνες, πρέπει όμως να βρίσκεται μέσα στα εύλογα όρια που είναι αναγκαία στον εργοδότη για να διαπιστώσει την καταλληλότητα ή μη του προσληφθέντος μισθωτού. Τούτο επιβάλλεται αφενός μεν από τις αρχές της καλής πίστεως, για να μην διατηρείται επί μακρό χρόνο η αβεβαιότητα του μισθωτού ως προς την οριστικοποίηση της σύμβασης εργασίας, αφετέρου δε για να αποφεύγεται η καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Ο εύλογος λόγος θα κριθεί από το είδος και τη φύση της εργασίας για την οποία γίνεται η πρόσληψη δεδομένου ότι για την εκτίμηση των επαγγελματικών ικανοτήτων άλλοτε χρειάζεται περισσότερος χρόνος και άλλοτε ο χρόνος της δοκιμασίας που απαιτείται λόγω της φύσεως της εργασίας που ανατίθεται στον εργαζόμενο είναι ελάχιστος.

Ο εργοδότης ή το αρμόδιο όργανο του οφείλει να κρίνει για την καταλληλότητα ή μη του μισθωτού στο τέλος της δοκιμαστικής περιόδου ή μέσα στο ανώτατο όριο που συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ή προβλέπεται από τη ΣΣΕ ή τον Κανονισμό. Η κρίση του πρέπει να είναι αντικειμενική και δίκαιη βασισμένη στην ποιοτική και ποσοτική απόδοση του υπό δοκιμή μισθωτού, καθώς και στην όλη συμπεριφορά του στον χώρο της εργασίας.

Αν η κρίση είναι αρνητική η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως, υπόκειται όμως στον έλεγχο των δικαστηρίων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 202, 207 και 281 του ΑΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".

Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998).

Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία δυνάμει της από 15/4/2005 έγγραφης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί σ' αυτήν ως "στέλεχος" υπεύθυνος ανάπτυξης και υλοποίησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων με υπευθυνότητες:

Ανάπτυξη, προγραμματισμός και συντονισμός της υλοποίησης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων με στόχο την υψηλή ποιότητα λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις, ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη ικανοποίηση του πελάτη, για το χρονικό διάστημα από 16/5/2005 και εξής, αντί μηνιαίου μισθού 5.200 ευρώ. Επιπροσθέτως, με τον όρο 7 της ως άνω συμβάσεως με τίτλο "Δοκιμαστική περίοδος, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και λοιποί όροι που διέπουν τη σύμβαση εργασίας και την καταγγελία αυτής" συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι: "Το χρονικό διάστημα του ενός (1) έτους από την πρόσληψη αποτελεί χρόνο δοκιμαστικής περιόδου προκειμένου να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του "Στελέχους" και να αξιολογηθεί το έργο που επιτελέστηκε από αυτόν, η ικανότητά του εφαρμογής των γνώσεων και της εμπειρίας του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, το ενδιαφέρον και η αφοσίωσή του στην εργασία, η ποιότητα και η ποσότητα της εργασίας του.

Στη διάρκεια του χρόνου αυτού η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να καταγγείλει αζημίως τη σύμβαση αυτή, ειδοποιώντας τον υπάλληλο εγγράφως επτά (7) ημέρες νωρίτερα". Επιπροσθέτως, με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε ότι: "Μετά τη δοκιμαστική περίοδο, η Συλλογική Σύμβαση που διέπει κατά τα λοιπά την παρούσα σύμβαση εργασίας είναι η εκάστοτε Σ.Σ.Ε.

για τους υπαλλήλους γραφείων εταιρειών" και ότι "Η καταγγελία της παρούσας σύμβασης από την "Εταιρεία", οι προθεσμίες καταγγελίας καθώς και η αποζημίωση που οφείλεται στο "Στέλεχος" διέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα εργατική νομοθεσία". Κατά την προαναφερόμενη ενιαύσια δοκιμαστική περίοδο, κατά την οποία η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, ο αναιρεσείων είχε έλλειψη συνεργασίας με τους λοιπούς εργαζομένους, συμπεριφερόταν υπεροπτικά, ελάμβανε πρωτοβουλίες χωρίς να ενημερώνει τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης, όπως με ποιες άλλες εταιρείες θα συνεργαζόταν η τελευταία προκειμένου να λάβει μέρος σε διαγωνισμούς πού προκηρύσσονταν από υπηρεσίες του Δημοσίου και Υπουργεία για την ανάληψη και υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και καθυστέρησε την υλοποίηση εκπαιδευτικού προγράμματος γιατί δεν βρήκε εγκαίρως τον εκπαιδευτή που θα το πραγματοποιούσε.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να κριθεί ακατάλληλος από τα αρμόδια διευθυντικά όργανα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του την 11/4/2006, ειδοποιώντας τον για την καταγγελία επτά (7) ημέρες ενωρίτερα, ήτοι την 3/4/2006, (από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως ημερομηνία καταγγελίας η 3-4-2005) χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, σύμφωνα με τον όρο 7 της έγγραφης συμβάσεως εργασίας του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι εφόσον η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος είχε το χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου κατά τη δοκιμαστική περίοδο, νομίμως έγινε η καταγγελία αυτής κατά τα συμφωνηθέντα εντός της προθεσμίας αυτής και ο αγωγικός ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας δεν ασκεί έννομη επιρροή, απέρριψε δε μετά ταύτα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα δέχτηκε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι κατά τη δοκιμαστική περίοδο η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος έφερε το χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου και ως εκ τούτου δεν ασκούσε επιρροή ο αγωγικός ισχυρισμός περί καταχρηστικής καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη, σε ορθό τελικά αποτέλεσμα κατέληξε, αφού με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε εμμέσως πλην σαφώς, ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου λύθηκε αυτοδικαίως η σύμβαση για το μέλλον.

Η καταγγελία δε της σύμβασης εντός της συμφωνηθείσας δοκιμαστικής περιόδου ήταν νόμιμη και δίκαιη κατ' αντικειμενική κρίση, ενόψει των αναφερομένων περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, σχετικά με την ποιοτική και ποσοτική απόδοση του υπό δοκιμή αναιρεσείοντος που καθιστούσαν αυτόν ακατάλληλο να αναλάβει τη θέση ευθύνης για την οποία είχε προσληφθεί.

Επομένως, εφόσον το διατακτικό της αποφάσεως είναι σωστό και στο αποδεικτικό πόρισμα αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα απαραίτητα για την άσκηση του αναιρετικού ελέγχου περιστατικά που αφορούν την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, τους συμφωνηθέντες όρους αυτής, τις συνθήκες εργασίας, καθώς και τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε ακατάλληλος για τη θέση ευθύνης για την οποία είχε προσληφθεί, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2010 αίτηση του Γ. Χ. για αναίρεση της 4564/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ