Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to recall a gift due to alleged ingratitude.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul the second-instance judgment regarding a gift recall. The appellant argued the lower court failed to consider specific sworn testimonies and correspondence proving the recipient's ingratitude and failure to support the donor. The court found these procedural errors justified annulment and remitted the case for retrial with a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a judgment if the lower court failed to consider evidence adduced by the parties, thereby violating the right to a fair trial and the duty to examine all relevant documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1719 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1719/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ...συζ. Μ1 το γένος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Πέτρουλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4247/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5460/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-1-2007 αίτησή τoυ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της άνω διατάξεως δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά υπαίτια και δυναμένη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, προς τον δωρητή ή τον σύζυγο ή στενό συγγενή του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.
Περαιτέρω, το ζήτημα, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσεώς του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητος του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμησή του αν τα περιστατικά αυτά, ενόψει του χαρακτήρος των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών, υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού, και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγμάτων, αλλ` ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ.
Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Με το υπό τον αριθμό ...συμβόλαιο του σ/φου Βύρωνα - Αθηνών Παρασκευά Ζαχαρόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα... ο ενάγων μαζί με την σύζυγο του Σ1 απέκτησαν κατά συγκυριότητα, (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος), το 50% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην οδό ...
της κοινότητας ... (θέση ...), εκτάσεως 2.744 τ.μ, το οποίο δυνάμει του ... συμβολαίου του σ/φου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, αποτελεί αυτοτελή και διακεκριμένη οριζόντια κατ' έκταση ιδιοκτησία. Επί του οικοπεδικού αυτού τμήματος κατά το χρονικό διάστημα από 1988-1991 ο ενάγων ανήγειρε με δαπάνες του, που προήρχοντο από την βιοτεχνία επίπλων που διατηρούσε, οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο.
Την εν λόγω οικοδομή στην συνέχεια οι παραπάνω συνιδιοκτήτες, υπήγαγαν στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας με την νόμιμα μεταγραμμένη ... πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της σ/φου Αθηνών Βασιλικής Παπαηλία. Μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που συστάθηκαν με την παραπάνω πράξη, περιλαμβάνονται, (α) η "ΑΠΟΘΗΚΗ 1" του υπογείου, επιφανείας 24,80 τετρ.
μέτρων, (β) η "ΑΠΟΘΗΚΗ 2" του υπογείου, επιφανείας 17,10 τετρ. μέτρων, (γ) η "GARAGE 1" θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, επιφανείας 31,80 τ.μ., (δ) η "GARAGE 2 " θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, επιφανείας 30,21 τ.μ., και (ε) η Α-1 οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφανείας 116,44 τ.μ. Δυνάμει του ....συμβολαίου γονικής παροχής της σ/φου Αθηνών Βασιλικής Παπαηλία, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Σ1 μεταβίβασε στην εναγομένη θυγατέρα της κατά ψιλή κυριότητα το 1/4 εξ αδιαιρέτου των οριζοντίων ιδιοκτησιών με τα στοιχεία "ΑΠΟΘΗΚΗ Ι", "ΑΠΟΘΗΚΗ 2", "GARAGE1" και "GARAGE 2" και το 1/2 εξ' αδιαιρέτου της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα στοιχεία "Α-1" (το έτερο 1/4 εξ αδιαιρέτου των τεσσάρων πρώτων οριζοντίων ιδιοκτησιών και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου της πέμπτης οριζόντιας ιδιοκτησίας, τα μεταβίβασε στην εναγομένη κατά ψιλή κυριότητα ο ενάγων, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ....συμβολαίου δωρεάς της ίδιας σ/φου.
Επίσης, ο ενάγων και η σύζυγός του με το νόμιμα μεταγραμμένο .... συμβόλαιο γονικής παροχής, μεταβίβασαν στο κοινό τέκνο τους, Τ1, ετεροθαλή αδελφό της εναγομένης, την ψιλή κυριότητα του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών "ΑΠΟΘΗΚΗ 1", "ΑΠΟΘΗΚΗ 2", "GARAGE1" και "GARAGE 2" καθώς και την οριζόντια ιδιοκτησία "ΙΣ-1" του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής.
Η εναγόμενη είναι θυγατέρα της Σ1 συζύγου του ενάγοντος, από τον πρώτο γάμο της με τον ..., που λύθηκε με διαζύγιο το 1973, ενώ από τον δεύτερο γάμο της με τον Χ1 που τελέστηκε στις 22-12-1973, έχει αποκτήσει ένα γιο, τον προαναφερόμενο Τ1 ηλικίας 29 ετών. Από το έτος 1972 που η σύζυγος του ενάγοντος γνωρίστηκε με τον δεύτερο σύζυγό της, ο τελευταίος αντιμετώπισε την εναγομένη, ηλικίας τότε 3 ετών, αφού γεννήθηκε το 1969, σαν δικό του παιδί και την περιέβαλε με αγάπη και στοργή, η οποία συνεχίστηκε και μετά τον γάμο του με την μητέρα της και τη γέννηση του ετεροθαλούς αδελφού της.
Αλλά και η εναγομένη, η οποία μέχρι την ηλικία των επτά ετών, δεν είχε γνωρίσει τον φυσικό της πατέρα, αποδέχθηκε τον προαναφερόμενο δεύτερο σύζυγο της μητέρας της σαν πατέρα της. Έτσι καθόλη την διάρκεια της παιδικής και της εφηβικής της ηλικίας και μέχρι τον γάμο της, που έγινε στις 18-12-1994, συμβίωσαν αρμονικά ως οικογένεια σε μισθωμένα διαμερίσματα αρχικά στο ..., στην συνέχεια στην περιοχή ...και τέλος στην ..., από όπου το 1991 μετακόμισαν και εγκαταστάθηκαν στην προαναφερόμενη ιδιόκτητη κατοικία τους στο ....
Όλα αυτά τα χρόνια η σύζυγος του ενάγοντος, η οποία είχε αναλάβει την επιμέλεια του προσώπου της εναγομένης, κάλυπτε όλες τις δαπάνες ανατροφής και εκπαίδευσης της τελευταίας, ουσιαστικά όμως με χρήματα του συζύγου της Χ1, δεδομένου ότι η ίδια δεν είχε εισοδήματα από δικές της πηγές. Συγκεκριμένα, πλήρωναν τα δίδακτρα στο ιδιωτικό σχολείο "...", όπου η εναγομένη παρακολούθησε το δημοτικό σχολείο, στην ιδιωτική σχολή "...", όπου φοίτησε στο Γυμνάσιο και στις δύο πρώτες τάξεις του Λυκείου και στο φροντιστήριο, όπου παρακολουθούσε μαθήματα Αγγλικής γλώσσας.
Επίσης, αυτοί κατέβαλαν τις αμοιβές των καθηγητών που της έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα εκμάθησης της Γαλλικής γλώσσας, καθώς και μαθηματικών και φιλολογικών μαθημάτων, που έκανε στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου, προκειμένου να εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο. Μετά την αποτυχία εισαγωγής της στην Πανεπιστημιακή Σχολή της επιλογής της (Φιλολογία), η εναγομένη ταξίδεψε προς αναψυχή για ένα μήνα σε συγγενή της μητέρας της στις Η,Π.Α.
με έξοδα της τελευταίας και του συζύγου της. Οι ίδιοι κατέβαλαν και τα δίδακτρα στο Αμερικάνικο Κολέγιο Σάουθ Σύστεμ, όπου η εναγόμενη φοίτησε για ενάμισυ χρόνο, στη Γαλλική Ακαδημία όπου φοίτησε στη συνέχεια, προκειμένου να πάρει δίπλωμα γαλλικής γλώσσας και σε ιδιωτική Σχολή Δημοσιογραφίας, την οποία παρακολούθησε για έξι μήνες.
Επίσης το έτος 1992 της αγόρασαν ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο για να διευκολύνουν τις μετακινήσεις της από και προς το .... Στις 18-12-1994, η εναγομένη ήλθε σε γάμου κοινωνία με τον Μ1 και παρά το γεγονός ότι η Σ1 με τον σύζυγό της αρχικά εξέφρασαν αντιρρήσεις για την τέλεση του γάμου αυτού, στην συνέχεια και ύστερα από την επιμονή της εναγομένης, τον αποδέχθηκαν και κατέβαλαν εξ ιδίων χρημάτων το τίμημα των επίπλων του καινούργιου της σπιτιού, τα έξοδα του γαμήλιου τραπεζίου και του γαμήλιου ταξιδιού της στις Η.Π.Α.
Αλλά και μετά την τέλεση του γάμου της εναγομένης, η μητέρα της και ο σύζυγός της εξακολούθησαν να την συνδράμουν οικονομικά, δεδομένου ότι ο σύζυγός της αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, γι' αυτό και είχε υποβληθεί αίτηση πτωχεύσεως σε βάρος του από πιστωτή του, όπως προκύπτει από το ... πιστοποιητικό της γραμματείας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Επίσης, από τον Μάιο του 1998 της παραχώρησαν χωρίς αντάλλαγμα και τη χρήση της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας που της είχαν μεταβιβάσει κατά ψιλή κυριότητα, της οποίας, όπως προαναφέρεται, είχαν παρακρατήσει ισόβια την επικαρπία, έκτοτε δε η εναγομένη κατοικούσε σ' αυτήν οικογενειακώς μέχρι το καλοκαίρι του 2002.
Από την μέχρι του σημείου αυτού πορεία των προσωπικών και περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων διαφαίνεται η σταθερή διάθεση τους να ζήσουν με συνοχή και αμοιβαία συμπαράσταση, παρά τις πάσης φύσεως δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν στο οικογενειακό επίπεδο. Η διάθεση αυτή υπήρχε και αποδεικνυόταν και από το μέρος της εναγομένης, η οποία συμπεριφερόταν με τρυφερότητα και προσήνεια, τόσο προς την μητέρα της, όσο και προς τον δεύτερο σύζυγο αυτής (πατριό της).
Σαφή απόδειξη της διάθεσης αυτής αποτελεί το γεγονός ότι η εναγομένη συγκατατέθηκε αδιαμαρτύρητα προκειμένου να πωληθεί προς τρίτους το οικογενειακό ακίνητο που περιγράφεται ανωτέρω, (επί του οποίου της είχε παραχωρηθεί η ψιλή κυριότητα και η χρήση χωρίς αντάλλαγμα), κατά τρόπο ώστε να επιλυθούν τα πιεστικά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο πατριός της από το έτος 2000 και τα οποία εντάθηκαν ιδιαιτέρως κατά το έτος 2002.
Κατά τις συζητήσεις που προηγήθηκαν πριν δοθεί η ανωτέρω συγκατάθεση, στην εναγομένη δόθηκαν υποσχέσεις τόσο από την μητέρα της όσο και από τον πατριό της, ότι μέρος του τιμήματος που επρόκειτο να εισπραχθεί από την πώληση του ως άνω ακινήτου, (προϋπολογιζόταν σε συνολικό ποσό που θα προσέγγιζε το 1.500.000 ευρώ) θα παρεχωρείτο σ' αυτήν, για να μπορέσει να αποκτήσει κατοικία που να καλύπτει τις ανάγκες της ίδιας και της οικογενείας της, ευρισκόμενη κατά προτίμηση στην περιοχή των βορείων προαστίων της Αττικής.
Η χρηματοδότηση της αγοράς της ανωτέρω κατοικίας θα γινόταν, κατά τις συμφωνίες των διαδίκων, εξ ολοκλήρου από το τίμημα που θα προερχόταν από την πώληση του οικογενειακού ακινήτου (στο ...). Τούτο ήταν απολύτως εύλογο, αφού η μητέρα και ο πατριός της εναγομένης γνώριζαν καλά ότι η μεν τελευταία δεν είχε άλλους πόρους από την εργασία ή από την περιουσία της, ο δε σύζυγός της δεν είχε επάρκεια πόρων ή εισοδημάτων, πράγμα που τους παρεμπόδιζε να προσφύγουν σε τραπεζικό δανεισμό.
Επίσης γνώριζαν (η Σ1 και ο Χ1) ότι και αν ακόμα εξασφαλιζόταν ο ανωτέρω δανεισμός, οι υποψήφιοι δανειολήπτες δεν θα ήταν σε θέση να αποπληρώσουν το δάνειο. Το όλο εγχείρημα εξασφάλισης νέας στέγης για την εναγομένη και την οικογένεια της, τέθηκε σε κίνηση με την συμπαράσταση της μητέρας της και του πατριού της, άρχισαν δε σχετικές αναζητήσεις ακινήτου στις προαναφερόμενες προτιμώμενες περιοχές.
Περί τα μέσα Μαΐου 2002 η εναγομένη και ο πατριός της έστρεψαν την προσοχή τους προς ένα ακίνητο (μαιζονέττα), που βρισκόταν στην περιοχή του ... και επί της οδού ... και είχε κατά το πλείστον, αποπερατωθεί. Το ακίνητο αυτό είχε εκτεθεί προς πώληση από τον κατασκευαστή του, Πολιτικό Μηχανικό Π1 επισκέφθηκε το ως άνω ακίνητο η εναγομένη την 12-5-2002 και κατά τις συζητήσεις που έγιναν "επί τόπου", είπε στον πωλητή ότι ενδιαφερόταν για την αγορά του, αλλά ότι ήταν απαραίτητο να έχει και την σύμφωνη γνώμη του πατέρα της (έτσι εμφάνιζε προς τα έξω τον πατριό της), ο οποίος θα κατέβαλε και το τίμημα.
Την 14-5-2002 επισκέφθηκαν το ίδιο ακίνητο ο Χ1 (πατριός) μαζί με την εναγομένη και ενώπιον του πωλητού ο πρώτος εξέφρασε την συγκατάθεση του για την αγορά αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 214.000 ευρώ, το οποίο υποσχέθηκε να καταβάλει ο ίδιος, ζητώντας από τον πωλητή να προβεί σε μικρής έκτασης συμπληρωματικές εργασίες επί της "μαιζονέττας" και δηλώνοντας προς αυτόν, ότι στο εξής για όλα τα ζητήματα (κατασκευαστικά, οικονομικά και άλλα), που αφορούν την περάτωση και μεταβίβαση του ακινήτου, θα πρέπει να απευθύνεται προς αυτόν.
Για την διευκόλυνση δε των αναγκαίων άμεσων επικοινωνιών και συνεννοήσεων, ο Χ1 έδωσε προς τον Π1, τον αριθμό του προσωπικού του τηλεφώνου. Κατά την ίδια ημέρα, (14-5-2002), συμφωνήθηκε να δοθεί προς τον πωλητή προκαταβολή ίση προς το 10% του συμφωνηθέντος τιμήματος. Προς κάλυψη της προκαταβολής ο Χ1 παρέδωσε στον πωλητή μια τραπεζική επιταγή 6.000 ευρώ, το υπόλοιπο δε, υποσχέθηκε να καταβάλει εντός ολίγων ημερών και προ της υπογραφής του συμβολαίου αγοραπωλησίας της μαιζονέττας.
Η κατάρτιση του τελευταίου τούτου συμβολαίου συμφωνήθηκε να γίνει κατά τις πρώτες ημέρες του μηνός Ιουνίου του έτους 2002, δηλαδή μετά την πώληση του οικογενειακού ακινήτου στο .... Μετά την 14-5-2002 δεν υπήρξε άλλη συνάντηση μεταξύ των Χ1και Π1, ούτε πληρωμή προς τον τελευταίο του οφειλόμενου υπολοίπου της προκαταβολής, αλλά περί το τέλος του μηνός Μαΐου 2002 η εναγομένη ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον πωλητή ότι το συμβόλαιο αγοράς της μαιζονέττας μπορούσε να υπογραφεί την 3-6-2002.
Η πώληση του οικογενειακού ακινήτου στο ...έγινε προς τους ..., ...και ... (κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα), με την υπογραφή κατά την 30-5-2006 του υπό τον αριθμό...συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Κωνσταντίνου Σπηλιώτη, στο οποίο ως τίμημα ανεγράφη η αντικειμενική αξία του πωλουμένου ακινήτου (274.909,69 ευρώ), ενώ το πραγματικό και εισπραχθέν τίμημα ανερχόταν σε 1.500.000 ευρώ.
Από το αναγραφέν τίμημα ένα μέρος, δηλαδή 75.892,60 ευρώ καταβλήθηκε απευθείας από τους αγοραστές προς την εναγομένη, αναμενόταν δε ευλόγως ότι η ενάγουσα και ο σύζυγός της θα κατέβαλαν προς αυτήν το επιπλέον ποσό που κατά τα ανωτέρω, της είχαν υποσχεθεί (214.000 - 75.892,60) δηλαδή 138.107,40 ευρώ, προκειμένου να μπορέσει να αγοράσει την μαιζονέττα στο ..., με το δεδομένο μάλιστα ότι η ανωτέρω καταβολή ήταν ευχερής, αφού το πραγματικό τίμημα που είχε εισπραχθεί από την πώληση του οικογενειακού ακινήτου στο ..., επαρκούσε τόσο για την κάλυψη των υποχρεώσεων του Χ1 προς τρίτους, όσο και για την εκπλήρωση της υποσχέσεως που είχε δοθεί προς την εναγομένη, ενώ απέμενε και υπόλοιπο προς κάλυψη άλλων αναγκών και υποχρεώσεων.
Αντί της αναμενόμενης, κατά τα ανωτέρω, εύλογης συνδρομής, η Σ1 και ο Χ1 δήλωσαν προς την εναγομένη ότι ήσαν διατεθειμένοι να της καταβάλουν από κοινού το ποσό των 130.000 ευρώ ως συνδρομή τους, στην απόκτηση της νέας της οικογενειακής κατοικίας και ότι αν επέμενε στην επιλογή της μαιζονέττας του ..., θα έπρεπε να εξασφαλίσει την διαφορά του τιμήματος από πόρους της ίδιας και του συζύγου της καθώς και από τραπεζικό δανεισμό, ο οποίος, κατά τα προλεχθέντα, δεν ήταν εφικτός.
Η αιφνίδια και αδικαιολόγητη μεταβολή της στάσεως της Σ1 και του Χ1 , προκάλεσε θλίψη, οργή και απογοήτευση στην εναγομένη και τον σύζυγό της, ενώ ταυτόχρονα επέφερε σοβαρή επιδείνωση στις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, αφού τους επέβαλε να συμπιέσουν κατά πολύ τις στεγαστικές τους ανάγκες, λαμβανομένου υπόψη ότι το σύνολο σχεδόν των μέχρι της ως άνω δηλώσεως οικονομιών τους είχαν δαπανήσει για να επιφέρουν αναγκαίες βελτιώσεις και διαρρυθμίσεις στο διαμέρισμα του οικογενειακού ακινήτου στο ...που τους είχε παραχωρηθεί.
Τούτο είχε ως συνέπεια να διαταραχθούν σε μεγάλο βαθμό οι προσωπικές σχέσεις της εναγόμενης, τόσο απέναντι στον σύζυγό της, όσο και απέναντι στην μητέρα και στον πατριό της. Την 2-6-2002 στην μέχρι της ημέρας εκείνης συζυγική οικία, (στο ...), δημιουργήθηκε θορυβώδες λεκτικό επεισόδιο μεταξύ της εναγομένης και του συζύγου της, στο οποίο επιχείρησε να παρεμβληθεί η μητέρα της, η οποία ενεργώντας βεβιασμένα και υπό το κράτος φόβου και σύγχυσης, κάλεσε προς βοήθεια της θυγατέρας της ασθενοφόρο όχημα, περαιτέρω δε η ίδια (μητέρα), προκάλεσε την επέμβαση της Αστυνομικής Αρχής.
Οι ενέργειες αυτές επέφεραν περαιτέρω όξυνση στις ήδη τεταμένες σχέσεις των διαδίκων, οδήγησαν δε στην οριστική αποχώρηση της εναγομένης και της οικογένειας της από την ανωτέρω οικία, η οποία, κατά πάσα περίπτωση, έπρεπε να παραδοθεί στους αγοραστές. Υπό το προπεριγραφέν βαρύ κλίμα που επικρατούσε στις προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, η εναγομένη προέβη σε σειρά εξώδικων και διαδικαστικών ενεργειών, με προφανή σκοπό να πιέσει την μητέρα και το πατριό της και να τους εξαναγκάσει να τηρήσουν τις, οικονομικού περιεχομένου, υποσχέσεις που τις είχαν δώσει.
Έτσι, κατά πρώτο λόγο, η εναγομένη προσφεύγοντας στις συμβουλές νομικού παραστάτη, συνέταξε με την βοήθειά του την από 7-6-2002 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία της, την οποία επέδωσε προς τους ανωτέρω παραλήπτες την 13-6-2002. Στην ως άνω εξώδικη δήλωση, εξιστορούνται κατά κύριο λόγο οι συνθήκες υπό τις οποίες ζητήθηκε η συγκατάθεση της εναγομένης, προκειμένου να πωληθεί το οικογενειακό ακίνητο στο ..., οι δοθείσες από τους παραλήπτες υποσχέσεις προς αυτήν, οι οποίες ισχυροποιήθηκαν από την συμπεριφορά που επέδειξε ο Χ1 μέχρι τις 14-5-2002, υποβοηθώντας με την οικονομική του συνδρομή την απόκτηση της κατοικίας του ...., καθώς και η "αδόκητη" και αδικαιολόγητη μεταβολή της στάσεως των παραληπτών.
Στο ίδιο κείμενο, η εναγομένη διατυπώνει οξεία κριτική κατά της αντιφατικής στάσεως της ενάγουσας και του συζύγου της, μη μπορώντας δε να εξηγήσει τα βαθύτερα αίτια που την υπαγόρευσαν, υιοθετεί "εν θερμώ" την άποψη ότι οι αρχικές ευνοϊκές υποσχέσεις που της δόθηκαν ήταν προσχηματικές και παραπλανητικές, είχαν δε ως πραγματικό στόχο την απόσπαση της συγκατάθεσής της, κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί η πώληση του οικογενειακού ακινήτου και το πραγματικό και σημαντικό όφελος που θα προέλθει από την πώληση να ενσωματωθεί, κατά το μέγιστο μέρος του, στις περιουσίες των υπόλοιπων εμπράγματων δικαιούχων επί του πωληθέντος ακινήτου (επικαρπωτών) και ψιλού συγκυρίου (Τ1), με δραστικό περιορισμό των δικών της δικαιωμάτων.
Διηγηματικώς και ως ενδεικτικό στοιχείο της μεταβολής των διαθέσεων των παραληπτών της εξώδικης δήλωσης, αναφέρεται στο κείμενό της ότι οι τελευταίοι στο εγγύς παρελθόν, το οποίο δεν προσδιορίζεται χρονικώς, άρχισαν να διατυπώνουν αβάσιμα παράπονα για τον σύζυγό της, επιχειρώντας να την χωρίσουν από αυτόν με κάθε τρόπο, χωρίς όμως αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών.
Στο τέλος εξάλλου της επίμαχης εξώδικης δήλωσης και διαμαρτυρίας, η εναγόμενη αποβλέποντας σε άσκηση ισχυρότερης πίεσης προς τους παραλήπτες της, επιχειρεί να προσδώσει αξιόποινο χαρακτήρα στην αθέτηση των υποσχέσεων που αυτοί, κατά τα προλεχθέντα, της είχαν δώσει. Ακολούθως, θεωρώντας η εναγόμενη ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της μητέρας και του πατριού της εμπεριέχει τα νομοτυπικά χαρακτηριστικά αδικοπραξίας (ειδικότερα υπεξαιρέσεως και απάτης), που οι ανωτέρω φαίνεται ότι διέπραξαν σε βάρος της:
α) Άσκησε κατ' αυτών την από 8-11-2002 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν αποζημίωση ανερχόμενη, κατά προσέγγιση, στο ποσό που είχαν υποσχεθεί να της παραχωρήσουν από την πώληση του οικογενειακού ακινήτου στο ...(217.653,70 ευρώ), καθώς και χρηματική ικανοποίηση 149.950 ευρώ, β) υπέβαλε εναντίον τους μήνυση ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών για τις ανωτέρω (υπό στοιχείο α), αξιόποινες πράξεις και γ) με την από 4-12-2002 αίτηση της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να διαταχθεί συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των κανθών (Σ1 και Χ1) προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησης.
Οι ανωτέρω εξώδικες και διαδικαστικές ενέργειες της εναγομένης συνιστούν, κατά το ιστορικό της κρινόμενης αγωγής, εκδήλωση αχαριστίας εκ μέρους της εναγομένης, επί της οποίας (αχαριστίας), επιχειρείται να θεμελιωθεί η ανάκληση των προς αυτήν παροχών του ενάγοντος. Στηρίζονται μεν σε περιστατικά αντικειμενικώς αληθή, πλην όμως δεν απορρέουν από αντικειμενική αγνώμονα και αχάριστη συμπεριφορά της άνω δωρεοδόχου απέναντι στο δωρητή και στην σύζυγό του (μητέρα της).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι οι αναφερόμενες στο εισαγωγικό δικόγραφο χαριστικές παροχές του ενάγοντος προς η προς την εναγομένη ανακλήθηκαν νομίμως, λόγω αχαριστίας της δωρεοδόχου και στην συνέχεια, κατ' αποδοχή της αγωγής, υποχρέωσε την τελευταία να αποδώσει την αξία των ρηθέντων, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης.
Πρέπει επομένως, κατ' αποδοχή της εφέσεως ως βάσιμης στην ουσία της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στην συνέχεια, αφού διακριθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, πρέπει να δικαστεί εκ νέου η αγωγή και ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη..". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 27.1.2003 αγωγή του ενάγοντος δωρητού με αντικείμενο την αναγνώριση του κύρους της εκ μέρους του γενομένης ανακλήσεως της ένδικης δωρεάς.
Αξιολογούμενα, όμως, τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε το Εφετείο, ως αποδειχθέντα, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν γενικώς την εφαρμογή της ΑΚ 505. Πράγματι, από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, σαφώς συνάγεται ότι το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε, συνοπτικά ότι ο δωρητής - πατριός της αναιρεσίβλητης, ως και η σύζυγός του, περιέβαλαν, κατά τα προεκτεθέντα, με αγάπη και στοργή από τα πρώτα βήματα της ζωής της την αναιρεσίβλητη και μέχρι της αποχωρήσεώς της από την οικογενειακή τους εστία, ότι παρείχε ο ίδιος τα αναγκαία χρηματικά ποσά για να εγγραφεί σε ιδιωτικά σχολεία, να μάθει ξένες γλώσσες, να εγγραφεί στην Γαλλική Ακαδημία και στη συνέχεια σε ιδιωτική σχολή δημοσιογραφίας, ότι της αγόρασε αυτοκίνητο και της παρείχε τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους για ταξίδια στο εξωτερικό, ότι της μεταβίβασε, μετά της συζύγου το ως άνω ακίνητο στο ..., κατά ψιλή κυριότητα, ότι κατέβαλε το τίμημα για την αγορά, εν όψη του γάμου της, των επίπλων του καινούργιου σπιτιού της, αναλαμβάνοντας επί πλέον και τα έξοδα της δεξιώσεως, ως και του γαμήλιου της ταξιδιού της στις Η.Π.Α., ότι την συνέδραμε οικονομικώς και μετά την τέλεση του γάμου της, ότι στις 13.6.2002 η αναιρεσίβλητη απέστειλε στον αναιρεσίοντα, ως και την μητέρα της, την από 7.6.2002 εξώδικη δήλωση, στην οποία διετύπωνε οξεία κριτική για την αθέτηση της υποσχέσεώς αυτού και της συζύγου του, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία όμως παραλείπει να αναφέρει το ακριβές περιεχόμενο της εξωδίκου δηλώσεως, και ότι στη συνέχεια, θεωρώντας, ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ως και της μητέρας της ήταν αξιόποινη υπέβαλε κατ' αυτών μήνυση για υπεξαίρεση του εισπραχθέντος τιμήματος, άσκησε δε κατ' αυτών και την από 8.11.2002 αγωγή, με την οποία ζητούσε την καταβολή σ' αυτήν του ποσού των 217.653,70 ευρώ, καθώς και χρηματική ικανοποίηση 145.950 ευρώ.
Τα γενόμενα δε από το Εφετείο δεκτά περιστατικά αυτά αντικειμενικώς αξιολογούμενα σαφώς συνιστούν βαρύ παράπτωμα, ήτοι αχαριστία με τη μορφή εκείνης της συμπεριφοράς που αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρεπείας, που επιβάλλουν στους ευεργετημένους προς τους ευεργέτες τους, να απέχουν από την διενέργεια δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, προς ικανοποίηση τέτοιου δικαιώματος καθ' υπέρβαση των αντιλήψεων αυτών.
Δεν αίρεται δε εν προκειμένω το βαρύ παράπτωμα και η αχαριστία της αναιρεσιβλήτου, ήτοι η άνω επίμεμπτη στάση της, που συνιστά η κατά παράβαση των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας υποβολή μηνύσεως, από τα λοιπά περιστατικά που δέχεται σχετικώς το Εφετείο για να κρίνει ότι η διαγωγή της αναιρεσιβλήτου, που εκδηλώθηκε με την υποβολή αγωγής και μηνύσεως στηρίζονται σε αντικειμενικώς αληθή περιστατικά, αφού η αντίθεση τους προς την εν λόγω κοινωνική ηθική είναι ιδιαίτερα έντονη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι για την αναιρεσίβλητη ήταν αρκετό για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων της η άσκηση αγωγής, χωρίς μάλιστα την αποστολή εξωδίκων και την άσκηση οξείας κριτικής εις βάρος του ευεργέτου της και της συζύγου του.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουδεμία διέλαβε αιτιολογία ως προς το ακριβές ύψος του εισπραχθέντος εκ της πωλήσεως του ενδίκου ακινήτου τιμήματος, το οποίο δέχεται ότι είναι αυτό του 1.500.000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο αναγραφέν στο αγοραπωλητήριο ποσό των 274.909,69 ευρώ, καθώς και ως προς το ύψος των οφειλών και λοιπών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος προς τους δανειστές του, ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το μέγεθος της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, η ικανοποίηση της οποίας εξηρτάτο, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από την προηγουμένη εξόφληση των απαιτήσεων των τρίτων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 505 του Α.Κ και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως οι πέμπτος και έκτος λόγος της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
ΙΙ). Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα' αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο και τρίτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί αυτός τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσον και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και τις με αριθμό ... και .../27.2.2004 ένορκες βεβαιώσεις των ...
και ... ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και την από 13.8.2002 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την ..., στην οποία πουθενά δεν αναφέρεται ότι αυτός είχε υποσχεθεί να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη σε μετρητά 100.000.000 δρχ και ότι το τίμημα της πωλήσεως ανήλθε σε 500.000.000 δρχ και έτσι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του σχετικά με την ύπαρξη δικαιώματος ανακλήσεως των αναφερομένων στην αγωγή δωρεών.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι λήφθησαν υπόψη για τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα οι με αριθμό ...και .../27.2.2004 ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών και όχι οι υπ' αυτού προσκομισθείσες ως άνω αναφερόμενες με αριθμό .../27.2.2004 και .../27.2.2004 ένορκες βεβαιώσεις, γεννώνται αμφιβολίες εάν το Εφετείο τις έλαβε υπόψη.
Οι αμφιβολίες αυτές ειδικότερα γεννώνται, και ως προς την από 13.8.2002 επιστολή της αναιρεσίβλητης, διότι κατά τρόπο αποφθεγματικό το Εφετείο δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο πουλήθηκε αντί του ποσού του 1.500.000 ευρώ, ως και ότι ο αναιρεσείων, μετά της συζύγου της, υποσχέθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 214.000 ευρώ, παρά τα όσα αναφέρονται στην παραπάνω επιστολή και τις ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς καμία κρίση για το περιεχόμενο αυτών.
Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος, κατά το τμήμα του που αναφέρεται στο πιο πάνω έγγραφο, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως παραδεκτοί και βάσιμοι, οι, από τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρ.559 αριθ.19 και 11γ` ΚΠολΔ,), πρώτος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 5460/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ