Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for failure to cite specific legal errors in compensation calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn a lower court's compensation judgment. The appellant argued the trial court failed to consider specific factors like medical reports and the defendant's liability when calculating damages. The court rejected this, ruling that the appeal petition did not clearly identify the specific legal error regarding the compensation amount and that the lower court had properly evaluated the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must clearly and specifically identify the legal error alleged, and the Supreme Court does not review factual assessments unless specific statutory grounds for appeal are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1719 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1719/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΜΕΒΙΟΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο 26ο χλμ. της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, ενεργούντος εν προκειμένω ως Προέδρου της ανωτέρω εταιρίας, κατοίκου Θεσσαλονίκης και 3) Ψ3, ενεργούντος εν προκειμένω ως Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω εταιρίας, κατοίκου Αθηνών. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18981/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1130/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, διάβασε την από 11-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις με επίκληση προσκομιζόμενες από τον επισπεύδοντα την συζήτηση αναιρεσείοντα, του οποίου ο παραστάς δικηγόρος έχει ρητή και ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα (βλ. με αριθ. ..... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Μουτσέλου-Σαρβάνη), εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..... με αριθ. ....., ..... και ..... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της σημερινής δικασίμου, προθεσμίας κοινοποίησης και εισηγητή καθώς και κλήση προς παράσταση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους (αρ. 122, 123, 126, 127, 128 §§ 1-3, 129 § 1, 568 §§ 2 και 3 Κ.Πολ.Δ), οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (αρ. 576 § 2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Από το αρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, εκτός εάν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το αρ. 559 αριθ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου από τις διατάξεις των αρ. 118 αριθ. 4 , 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν και ποιον λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο αρ. 559 Κ.Πολ.Δ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (αρ. 559 αριθ. 19), εάν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκεν εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης και ν' αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλ ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε τα περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 25/2005 ΕλλΔνη 46.710). Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλονται οι αιτιάσεις: Α) Με τον χωρίς αρίθμηση πρώτο κατά σειρά λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης που αφορούσεν αξιώσεις του αναιρεσείοντος από εργατικό ατύχημα (ακρωτηριαστικά τραύματα αριστερού αντιβραχίονα) που υπέστη κατά την εργασία του στην επιχείρηση επεξεργασίας ορυκτών των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, αν και δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι (α) δεν υπήρχαν μέτρα ασφάλειας (β) το ατύχημα οφειλόταν στην αμελή συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων (γ) δεν υπήρχε σχοινοδιακόπτης σε απόσταση άνω των 30 μέτρων (δ) δεν έδωσαν (αναιρεσίβλητοι) τις απαραίτητες οδηγίες προσοχής και προστασίας από τους κινδύνους κατά την λειτουργία της μηχανής (ε) δεν αρκούν απλές οδηγίες για τήρηση κανόνων και όρων ασφάλειας αλλά επιβάλλεται άμεσος έλεγχος της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και συνεχής έλεγχος και συγκεκριμένες οδηγίες και εντολές με εποπτεία στην εφαρμογή τους (στ) οι αναιρεσίβλητοι επέβαλλαν στους εργαζόμενους να καθαρίζουν τα άχρηστα υλικά κατά τη διάρκεια λειτουργίας των μηχανών (εν κινήσει) για να μην μειωθεί η παραγωγή, παρά ταύτα κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε τον αναιρεσείοντα συνυπαίτιο κατά ποσοστό 30%, ενώ έπρεπε να κρίνει αποκλειστικά υπαίτιους για το ατύχημα τους αναιρεσίβλητους, με τον δε έκτο και κατά το σχετικό σκέλος του επίσης ότι εσφαλμένο εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την υπαιτιότητα.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Β) Με τον έβδομο κατά σειρά προβολής λόγο από τον αριθμό 19 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ και κατά το σχετικό σκέλος του ότι το Εφετείο που αφενός δέχθηκε τα παραπάνω και αφετέρου συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος αυτού.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι δεν καθορίζεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα εκ πλαγίου διάταξη του ουσιαστικού δίκαιου περί συντρέχοντος πταίσματος, ούτε εκτίθενται και δη με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την συνδρομή συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, καθόσον σε σημείο του αναιρετηρίου αναφέρεται μόνον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην κρίση αυτή δεχθείσα ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι είχαν συμβεί και άλλα ατυχήματα και παρά ταύτα έβαλε τα χέρια του στην μηχανή, τέλος δε δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το αρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο, μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τούτο δε ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας του κτλ. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού συνεκτιμήσει με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού), όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος.
Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού (ύψους) της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρ. 561 παρ. 1Κ.Πολ.δ) χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να θεωρηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (αρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ) ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΟλΑΠ 10/2005 Δ36.715).
Ελέγχεται, όμως, αναιρετικά με τον από το αρ. 559 αριθ 8 Κ.Πολ.Δ λόγο η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των ως άνω καθοριστικών για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στοιχείων που υποβλήθηκαν στη κρίση του, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί (οι αφορώντες τα κριτήρια καθορισμού) προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω (1) ο κατά σειράν δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το α' σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εξετίμησε τις αποδείξεις με συνέπεια να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση αντί του ευλόγου και ζητηθέντος ποσού των 300.000 ευρώ το ποσό των 40.000 ευρώ, ο συναφής κατά σειράν 5ος λόγος που αφορά επίσης εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με συνέπεια την μερική μόνον παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος, ο 6ος κατά το σχετικό σκέλος του ομοίως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το επιδικασθέν ποσό και ο 7ος κατά το σχετικό σκέλος του περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ίδιο ζήτημα (του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης) είναι απαράδεκτοι (ο δε 7ος και πλήρως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται ούτε οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ούτε σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών) και πρέπει ν' απορριφθούν, διότι με αυτούς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας καθώς και η ουσία της υπόθεσης και δη το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης που επίσης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (2) κατά το β' σκέλος του ο αυτός ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης τους προσδιοριστικούς παράγοντες (κριτήρια), δηλ.
τις συνθήκες του ατυχήματος, τον βαθμό υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνική θέση των μερών, τη νεαρή ηλικία του αναιρεσείοντος και την βαρύτητα του τραυματισμού του είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί για το λόγο αυτό, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων είχεν επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω περιστατικά ως προσδιοριστικά στοιχεία επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης.
Εξάλλου με το γ' σκέλος του αυτού ως άνω κατά σειράν δεύτερου λόγου αναίρεσης σε συνδυασμό με τον κατά σειράν όγδοο και τελευταίο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε (αρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα τις γνωματεύσεις των ιατρών που αποφαίνονται για την αναπηρία του και όλες τις αποφάσεις των επιτροπών του ΙΚΑ που τον έκριναν ανίκανο προς εργασία με αποτέλεσμα να επιδικασθεί σ' αυτόν μόνο το ποσό των 40.000 ευρώ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος το δικαστήριο της ουσίας εκτίμησε και "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν για να χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια" σε συνδυασμό με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ρητή μνεία των ως άνω εγγράφων που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκεν ενώπιον αυτού, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά.
ΙV. Με τους κατά σειρά τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης κατ' εκτίμηση, σε συνδυασμό με τον έβδομο λόγο κατά το σχετικό σκέλος του προσάπτεται η αιτίαση από τον αριθμό 19 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ως προς την απόρριψη των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για την καταβολή ποσού 6.000 ευρώ για την πραγματοποίηση απαραιτήτων φυσιοθεραπειών καθώς και ποσού 55.500 ευρώ που αντιστοιχούσε στην δαπάνη πρόσληψης και απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού. Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι ο αναιρετικός λόγος από το αρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση ως προς τις προδιαληφθείσες αγωγικές αξιώσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από τη επιτρεπτή επισκόπηση αυτής (αρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ δεν θα τεθεί διάταξη περί δικαστικών εξόδων ελλείψει σχετικού αιτήματος λόγω της απουσίας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1130/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ