Legislator Case Law & Legislation
1719/2007 AI generated

1719/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1719/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1719/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών αυτών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1719 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1719/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)......, 2)....... και 3)........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευγενία Ασημακοπούλου-Σοφιανού.

Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Νιάνιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1981 διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30-12-1981 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1045/1982 του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας ασκήθηκε η από 19-9-2002 ανακοπή ερημοδικίας της αρχικώς εναγομένης ......, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, η 1275/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και τέλος η 44/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Ιουλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 128 παρ.2 και 135 του ΚΠολΔ, για να επιδοθεί μία απόφαση στον διάδικο ως αγνώστου διαμονής πρέπει πραγματικά αυτός, κατά τον χρόνο της επιδόσεώς της στο αρμόδιο εισαγγελέα, να μην κατοικούσε μόνιμα ή να μην είχε πρόσκαιρη έστω διαμονή σε ορισμένο τόπο, τον οποίο γνώριζε αυτός που παρήγγειλε την επίδοση ή το όργανο που την έκανε ή κλήθηκε να την κάνει ή που μπορούσαν να τον πληροφορηθούν αν ενεργούσαν με επιμέλεια.

Η άγνοια δηλαδή του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση πρέπει να είναι αντικειμενική, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση δια των συνήθων μέσων επιμελείας. Αν δε το πρόσωπο στο οποίο έγινε, η επίδοση δεν ήταν αγνώστου διαμονής με την έννοια που εκτέθηκε, η επίδοση είναι άκυρη, εφ' όσον η σχετική παράβαση επέφερε κατά την κρίση του δικαστού τέτοια βλάβη στον διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν επανορθώνεται, εκτός αν κηρυχθεί η ακυρότητα.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών αυτών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 93§3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι, όμως, και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή.

Η τυχόν δε παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αρχικώς ανακόπτουσα, αποβιώσασα και κληρονομηθείσα από τους αναιρεσείοντες, για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, προβληθέντος στα πλαίσια δίκης που ανοίχθηκε κατόπιν ασκήσεως από αυτή ανακοπής ερημοδικίας, ότι η ερήμην αυτής εκδοθείσα υπ' αριθμ.1045/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ακύρως της επεδόθη ως αγνώστου διαμονής, αφού κατά τον χρόνο της επιδόσεώς της ήταν γνωστής διαμονής και ότι επομένως το ανωτέρω ένδικο μέσο ασκήθηκε εμπροθέσμως, προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενώπιον αυτού υποβληθεισών εγγράφων προτάσεων, τα εξής έγγραφα: 1) τον υπ' αριθμ. ...

τραπεζικό λογαριασμό που αυτή διατηρούσε στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος στην Ύδρα 2) Δέκα επτά βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος από το ίδιο Υποκατάστημα, που έγιναν από αυτή κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ 26.10.1981 έως 26.6.1984, στο οποίο εμπίπτει και η επίμαχη επίδοση. 3) Ένδεκα παραστατικά, ήτοι αποδείξεις καταβολών στην ίδια Τράπεζα, που αφορούν σε πληρωμές για την παροχή νερού στην οικία της στην Ύδρα, καθώς και τριπλότυπα καταβολών, που εξέδωσε το Δημόσιο Ταμείο Ύδρας και αφορούν πληρωμές από την ίδια. 4) Ειδοποιητήρια του Δήμου Ύδρας προς την ίδια για εξόφληση οφειλών της προς αυτόν. 5) Εξοφλημένοι από την ίδια λογαριασμοί του Ο.Τ.Ε. 6) Τις υπ' αριθμ. 711/2/33 και 1092 κλήσεις της Εισαγγελίας Πειραιώς, με τις οποίες αυτή εκαλείτο να εμφανιστεί σε ποινικό δικαστήριο, προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας.

Το Εφετείο απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, με την παραδοχή ότι η αρχικώς ανακόπτουσα κατά τον χρόνο επιδόσεως της προσβληθείσης αποφάσεως ήταν αγνώστου διαμονής. Πλην, όμως, παρά την στην απόφαση ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσαχθέντα έγγραφα, από το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι προς σχηματισμό της κρίσεώς του ότι η αρχικώς ανακόπτουσα κατά τον χρόνο επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως είχε, αντικειμενικώς, άγνωστη κατοικία ή διαμονή συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 44/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Και

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ