Supreme Court dismisses bank's appeal as inadmissible due to failure to prove non-appearance of heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's finding of forged signatures. The heirs argued the bank failed to prove the heirs' non-appearance, but the Court found the lower court properly considered all evidence, including documents the bank claimed were ignored. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible because the bank could not substantiate its procedural claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines non-appearance of a party ex officio, and if the opposing party accelerates the hearing, it must verify whether the absent party was legally summoned; if not, the hearing is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1718 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1718/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "Τράπεζας ... ... Ανώνυμη Εταιρεία". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. συζύγου Σ. Κ., το γένος Σ. Ξ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 3) Ε. Σ. Ξ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Α. Τ., κατοίκου .... Οι 1η και 2η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζέρβα, ενώ ο 3ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2013 αγωγή των ήδη 1ης και 2ης αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Α. χήρας Σ. Ξ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ης αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. …/21-3-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας Α. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-3-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 29-5-2020 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις του Προέδρου του Α' Τμήματος Διακοπών του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής και περί ορισμού δικασίμου, και με κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο αναιρεσίβλητο.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 και 595 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 παρ.1 δ' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση (Ολ.Α.Π.31/2009, Ολ.Α.Π.27/1987, Α.Π.280/2023 Α.Π.1290/2022).
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
Α.Π.27/1987, Α.Π.1404/2021, Α.Π.598/2020, Α.Π.432/2020). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ.α` και 287 παρ.1 ΚΠολΔ (όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), συνάγεται ότι η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη (Α.Π.7/2020).
Ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η βιαία διακοπή της δίκης, δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης (Α.Π.7/2020). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερ ου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βίαια διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος) αυτού (Ολ Α.Π.22/2000,). Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η, περιέχουσα πρόσκληση του κληρονόμου προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομίας (Α.Π.118/2022, Α.Π. 1764/2017, Α.Π.606/2015).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ.1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω κι' αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.Α.Π.15/2001, Α.Π.162/ 1997, Α.Π.1470/2003), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 β' Κ.Πολ.Δ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ.Α.Π.17/2013). Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (Ολ.Α.Π.15/2001, Α.Π.45/2020, Α.Π.112/2018, Α.Π.1514/2017).
Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως, είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση [Ολ.Α.Π.11/1998, Α.Π.15/2001]. Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π.1200/2021, Α.Π.649/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και η Α. χήρα Σ. Ξ., το γένος Αντ. Τ. (που ήδη απεβίωσε) άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την από 29-1-2013 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθούν η εναγομένη και ήδη αναιρείουσα και ο Α.
Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, ως ευθυνόμενοι κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, η δε εναγομένη - αναιρεσείουσα και ενδοσυμβατικά, κατά τις διατάξεις περί ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρα 830, 806 επ. ΑΚ), το ποσό των 13.000 ευρώ στην πρώτη και δεύτερη των εναγουσών και το ποσό των 52.300 ευρώ στην πρώτη και τρίτη των εναγουσών, ως αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ στην καθεμία ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 130/2015 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 13.000 ευρώ στην πρώτη και δεύτερη των εναγουσών και το ποσό των 52.300 ευρώ στην πρώτη και τρίτη των εναγουσών, ως αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ στην καθεμία ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η εναγομένη - αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 95/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που απέρριψε την έφεση, ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Α. Τ.. Όμως, όπως προκύπτει από το από 1…-12-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Χαλκίδας, το υπ' αριθ.
πρωτ. .../12-9-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου … και την υπ' αριθ. 61/2019 διάταξη χορήγησης κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, η ως άνω ερημοδικασθείσα τρίτη εφεσίβλητη απεβίωσε στις 12-5-2015, μετά την άσκηση της έφεσης, και κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους πρώτη και τρίτο των αναιρεσίβλητων, χωρίς ωστόσο να γίνει στην δίκη επί της έφεσης γνωστοποίηση του θανάτου ώστε να επέλθει ως προς αυτή διακοπή της δίκης.
Παρ' όλα αυτά, η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε με διάδικο την τρίτη εφεσίβλητη, είναι, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, υποστατή ως προς την τρίτη εφεσίβλητη και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, απορριπτομένου ως αβάσιμου του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αιτιώμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα.
Επομένως, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία έλαβε γνώση του ως άνω λόγου της διακοπής και απευθύνει την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Αντ. Τ., κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α.
χήρας Σ. Ξ., το γένος Α. Τ., νομίμως επισπεύδει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα και τηρώντας τη διαδικασία των άρθρων 291 και 292 K.Πολ.Δ, Όμως, όπως αναφέρθηκε, η ως άνω ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου υπόκειται από την έκδοσή της σε ανακοπή ερημοδικίας και η προθεσμία για την άσκηση αυτής εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, ενώ η τυχόν άσκηση ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, η οποία επαναρχίζει, αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.
Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους προαναφερόμενους δύο κληρονόμους της τρίτης ερημοδικασθείσας εφεσίβλητης ούτε ότι έγινε έγκυρη παραίτηση αυτών από το δικαίωμά τους να ασκήσουν κατ' αυτής, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, ανακοπή ερημοδικίας και συνεπώς δεν προκύπτει, αν κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του δικογράφου της, είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση, η απόδειξη δε της τελεσιδικίας αυτής γίνεται, κατά τα ανωτέρω, με την προσκομιδή αποδεικτικού επίδοσης της προσβαλλόμενης ή του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής, επί του οποίου η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή για το χρόνο της επίδοσης, και η πάροδος της τασσόμενης προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας προθεσμίας, με πιστοποιητικό του αρμοδίου δικαστηρίου περί μη άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, ή ότι έχει καταστεί τελεσίδικη κατ' άλλο τυχόν νόμιμο τρόπο, όπως με παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή με συνομολόγηση.
Επομένως, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, καθό μέρος η αίτηση απευθύνεται κατ' αυτής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Α. Τ., και ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, που παρίσταται με την ίδια ως άνω ιδιότητα.
Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), και πρέπει ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ατομικά και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
Σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τον συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 330, 335 και 340 ΑΚ συνάγεται, ότι αν η εξ αδικήματος απαίτηση για αποζημίωση έχει το αυτό αντικείμενο (παροχή) με συρρέουσα απαίτηση εκ συμβάσεως, απόκειται μεν στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές επιφέρει την απόσβεση και της άλλης, ανεξάρτητα ποια εκ των δύο απαιτήσεων εισάγεται και εκκρεμεί επί δικαστηρίου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (Α.Π.93/2019, Α.Π.355/2013, Α.Π.368/ 2011).
Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 481, 482, 483, 822, 827, 830, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται επιπλέον: α) ότι, εάν από αδίκημα, το οποίο διέπραξε τραπεζικός υπάλληλος, (μόνος ή με συμμετοχή άλλων), εκταμιευθούν από την τράπεζα χρήματα επ' ονόματι καταθέτη κατόπιν παραπλανήσεώς του από τον τραπεζικό υπάλληλο και με χρέωση του λογαριασμού του καταθέτη, ενέχονται έναντι του τελευταίου εις ολόκληρον, τόσον η Τράπεζα (ως προστήσασα τον υπάλληλό της), όσο και καθένας των συμμέτοχων του αδικήματος, για καταβολή αποζημίωσης ίσης με το εκταμιευθέν ποσό, κατά το οποίο απομειώθηκε η κατάθεσή του, β) ότι, επιπλέον, η Τράπεζα ενέχεται έναντι του καταθέτη πελάτη της και από τη μεταξύ τους σύμβαση (ανώμαλης) παρακαταθήκης για απόδοση του ιδίου χρηματικού ποσού, γ) ότι, εάν η απαίτηση του καταθέτη για καταβολή των χρημάτων που δικαιούται ικανοποιηθεί ολικώς ή μερικώς είτε από την τράπεζα, είτε από τους δράστες του εις βάρος του αδικήματος (συνοφειλέτες της εξ αδικήματος παροχής), αποσβήνεται αντίστοιχο μέρος, τόσο της απαίτησης του έναντι όλων των εις ολόκληρον εξ αδικήματος συνοφειλετών, όσο και της απαίτησής του από τη σύμβαση έναντι της θεματοφύλακα Τράπεζας (Α.Π.221/2022, Α.Π.116/2014, Α.Π.93/2012).
Όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 300, 334, και 922 του ΑΚ, η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (Α.Π.203/2023, Α.Π.93/2019, Α.Π.355/2013, Α.Π. 351/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίαs είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν, δηλαδή εκείνος που προσβλήθηκε άμεσα από αυτήν στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του.
Περιουσιακή ζημία δεν είναι μόνο η διάθεση περιουσιακών στοιχείων αλλά και κάθε προς το χειρότερο αλλοίωση τούτων, ήτοι κάθε μείωση του ενεργητικού ή επαύξηση του παθητικού της περιουσίας του ζημιουμένου. Από την ίδια δε αδικοπραξία μπορούν να ζημιωθούν άμεσα περισσότεροι, τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν από αυτήν θίγονται περισσότερα δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα διαφορετικών προσώπων.
Έτσι από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι ο τραπεζικός υπάλληλος, που κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, προβαίνει σε αναλήψεις χρηματικών ποσών με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως από λογαριασμό, πελάτη της τράπεζας, με αντίστοιχη εγγραφή στο λογαριασμό του πελάτη, ότι ανελήφθησαν νομίμως τα χρήματα από τον τελευταίο, ζημιώνει αμέσως όχι μόνο την τράπεζα, στην κυριότητα της οποίας έχουν περιέλθει, με βάση τη μεταξύ αυτής και του πελάτη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, τα χρήματα που αυτός (ο υπάλληλος) υπεξαίρεσε (άρθ. 830 και 1 σε συνδ.
με αρθ. 806 ΑΚ), αλλά και τον πελάτη, αφού η εγγραφή στο λογαριασμό του τελευταίου, ότι ανελήφθησαν νομίμως από τον ίδιο τα χρήματα έχει ως συνέπεια τη ζημία αυτού με την έννοια της επαυξήσεως του παθητικού της περιουσίας του. Κατά μείζονα δε λόγο αμέσως ζημιωθείς από τις πιο πάνω πράξεις του τραπεζικού υπαλλήλου είναι ο καταθέτης πελάτης της τράπεζας (ή και αυτός), όταν οι αναλήψεις που φέρονται ότι έγιναν από τον ίδιο, στην πραγματικότητα έγιναν από τον υπάλληλο με πλαστογράφηση της υπογραφής του στα σχετικά έγγραφα (δελτία αναλήψεως) της Τράπεζας, ή και με παραπλάνησή του πελάτη από αυτόν (Α.Π.203/2023, Α.Π. 534/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.2/2019, Ολ.Α.Π.6/2019, Ολ.
Α.Π.7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13/1/2009 κατόπιν έγγραφης αίτησης της ενάγουσας (πρώτης αναιρεσίβλητης) Φ. Κ., ανοίχθηκε στο υποκατάστημα της εναγομένης (αναιρεσείουσας) τράπεζας "... ..." ο υπ' αριθμ. 0026 0213 53 ...
λογαριασμός, με δικαιούχος την ανωτέρω και την ενάγουσα (ήδη αποβιώσασα) μητέρα της Α. χα Σ. Ξ., ο οποίος πιστώθηκε αυθημερόν με το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000 €) ευρώ και έγινε τοποθέτηση του ποσού αυτού σε προθεσμιακή κατάθεση, ετήσιας διάρκειας, με ημερομηνία έναρξης την 16η/1/2009 και λήξη την 18η/1/2010, με ετήσιο συμβατικό επιτόκιο κυμαινόμενο από 4,7% έως 5,5% και συμβατικούς καθαρούς τόκους κατά την λήξη της (18/1/2010) 2.299,30 ευρώ, η οποία λειτούργησε υπό τον υπ' αριθμ. 0026 0213 52 ...
λογαριασμό επί προθεσμία. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται από την ως άνω από 13/1/2009 αίτηση - σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης, στην οποία αναφέρονται επιπρόσθετα οι γενικοί όροι της καταρτιζόμενης σύμβασης, μεταξύ των οποίων και ότι αυτή διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", ότι καθένας από τους δικαιούχους έχει δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική χρήση της κατάθεσης χωρίς τη σύμπραξη ή την συναίνεση των λοιπών, συμπεριλαμβανομένης της πρόωρης ανάληψής της, ότι σε περίπτωση θανάτου οιουδήποτε δικαιούχου η κατάθεση περιέρχεται αυτοδίκαια στους επιζώντες συνδικαιούχους και ότι η κατάθεση αυτή ισχύει μόνον για την συμφωνημένη διάρκεια και δεν μπορεί να ανανεωθεί.
Στη συνέχεια, στις 22/5/2009 κατόπιν έτερης έγγραφης αίτησης της ενάγουσας Φ. Κ., ανοίχθηκε στο ίδιο ως άνω υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας ο υπ' αριθμ. 0026 0213 57 ... λογαριασμός, με δικαιούχος την ανωτέρω και την ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) κόρη της Α. Κ., ο οποίος πιστώθηκε αυθημερόν με το ποσό των δεκατριών χιλιάδων (13.000 €) ευρώ και έγινε τοποθέτηση του ποσού αυτού σε προθεσμιακή κατάθεση, ετήσιας διάρκειας, σημειουμένου ότι λόγω μη προσκόμισης από οιονδήποτε των διαδίκων αντιγράφου της σχετικής αίτησης δεν καθίσταται εφικτό να διακριβούν οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης, με ετήσιο συμβατικό επιτόκιο και οι συμβατικοί καθαροί τόκοι κατά την λήξη της.
Αμφότερες οι προαναφερόμενες αιτήσεις - συμβάσεις προθεσμιακής κατάθεσης, οι οποίες διαλαμβάνουν τα ανωτέρω κατά τη συνήθη πρακτική και τις συναλλαγές στοιχεία των προθεσμιακών καταθέσεων και τους όρους αυτών, υπογράφηκαν ιδιοχείρως από την πρώτη ενάγουσα (όχι και τους λοιπούς αναφερόμενους συνδικαιούχους), η πρώτη δε εξ αυτών, η οποία και προσκομίζεται σε φωτοτυπία, φέρει μία δυσανάγνωστη υπογραφή και μηχανική αποτύπωση (σφραγίδα) ονόματος, καθώς και την υπογραφή και μηχανική αποτύπωση (σφραγίδα) του ονόματος "...", η σύναψη δε των άνω συμβάσεων δεν αμφισβητείται ρητά από την εναγομένη τράπεζα και για το οποίο σε συνδυασμό με τη γενική της άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών της συνάγεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ομολογία, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ.
Στη λήψη της απόφασης να προβούν στο άνοιγμα των δύο ως άνω προθεσμιακών καταθέσεων, οδηγήθηκαν κατόπιν συζητήσεων με τον εναγόμενο Α. Κ. (μη διάδικο στην κατ' έφεση δίκη - και εν προκειμένω), ο οποίος κατά τους κρίσιμους ως άνω χρόνους ήταν υπάλληλος της εναγομένης Τράπεζας και μάλιστα κατείχε τη θέση του διευθυντή στο υποκατάστημα της Χαλκίδας.
Ο ανωτέρω, τελώντας σε γνώση των οικονομικών δεδομένων των εναγουσών, εκμεταλλευόμενος την απορρέουσα από τη συγγενική του σχέση με τις ενάγουσες (ήταν πρώτος ξάδερφος με την ενάγουσα Α. χα Σ. Ξ.) εμπιστοσύνη, κυρίως όμως τη θέση του ως διευθυντή και την διαμορφωθείσα στην τραπεζική αγορά φήμη της εναγομένης τράπεζας, αλλά και την άγνοια των εναγουσών περί των τέτοιου είδους τραπεζικών - οικονομικών συναλλαγών, πέτυχε να εδραιώσει την εμπιστοσύνη τους προς το πρόσωπό του, παριστάνοντάς τους ψευδώς ότι εκ της θέσεώς του και της εμπειρίας του σε θέματα σχετιζόμενα με τραπεζικές συναλλαγές, είχε τη δυνατότητα να επενδύσει τα χρήματά τους στις κλειστές ως άνω προθεσμιακές καταθέσεις επιτυγχάνοντας μάλιστα αυξημένο έναντι εκείνων της διατραπεζικής αγοράς επιτόκιο και κατ' επέκταση σημαντικό κέρδος, μετά και τις συνεχείς ανανεώσεις τους - αν και τελούσε σε γνώση ότι δεν ήταν δυνατή η ανανέωση του αρχικού χρόνου ισχύους τους- στο τέλος της επένδυσης και έτσι έπεισε αυτές να επενδύσουν τα χρήματα τους στις άνω δύο προθεσμιακές καταθέσεις και εν συνεχεία να αναλάβει εξ ολοκλήρου την υπόθεση των ένδικων αυτών προθεσμιακών καταθέσεών τους.
Στα πλαίσια, λοιπόν, των διαμορφωμένων ως άνω συγγενικών και φιλικών σχέσεων εναγουσών - εναγομένου, ο τελευταίος τις επισκεπτόταν στην οικία τους και τους παρείχε ενημέρωση σχετικά με την πορεία λειτουργίας αυτών και συγκεκριμένα τους παρίστανε ψευδώς ότι αμφότερες οι καταθέσεις ήταν σε ισχύ, μέσω των συνεχών ανανεώσεών τους, προκειμένου δε να γίνει πειστικός τους προσκόμιζε υπογεγραμμένες από τον ίδιο αποδείξεις ομολογιακών καταθέσεων, στις οποίες αποτυπώνονταν οι δήθεν ανανεώσεις αυτών, ο χρόνος ανανέωσης, το ισχύον επιτόκιο και οι συμβατικοί καθαροί τόκοι κατά την λήξη τους, δια της υπογραφής δε των οποίων και από την πρώτη ενάγουσα ανανεώνονταν κάθε φορά οι ένδικες προθεσμιακές καταθέσεις.
Έτσι, επιδεικνύοντας αυτήν τη συμπεριφορά, πετύχαινε οι ενάγουσες να καθίστανται εφησυχασμένες για την ασφάλεια των χρημάτων τους και την έντοκη αποδοτικότητα των προθεσμιακών λογαριασμών τους. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι προσκομιζόμενες από αυτόν κάθε φορά αποδείξεις ομολογιακών καταθέσεων δεν συνιστούσαν γνήσιες αποδείξεις που εξέδιδε η εναγομένη τράπεζα σε αντίστοιχες τραπεζικές συναλλαγές, αλλά πλαστά έγγραφα που κατάρτιζε και εξέδιδε ο ίδιος ατομικά, επιπρόσθετα δε επ' αυτών αναγραφόταν επιτόκιο ιδιαίτερα αυξημένο έναντι των ισχυόντων στην διατραπεζική αγορά.
Βάσει των ανωτέρω, οι ενάγουσες διατηρούν στην κατοχή τους τα κάτωθι πλαστά κατά περιεχόμενο έγγραφα που τους προσκόμιζε ο εναγόμενος προς απόδειξη ισχύος των δύο προθεσμιακών τους καταθέσεων και προς εφησυχασμό τους και συγκεκριμένα: (ι) Την με ημερομηνία 20/5/2009 έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ...
Α.Ε.", με δικαιούχους τις δύο πρώτες ενάγουσες, ποσού 10.000 ευρώ, με επιτόκιο 4,15%, διάρκειας 3 ετών και καθαρούς συμβατικούς τόκους κατά τη λήξη (20/5/2012) 1.262 ευρώ, (ιι) την με ημερομηνία 18/9/2009 έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ... Α.Ε.", με δικαιούχους τις δύο πρώτες ενάγουσες, ποσού 3.000 ευρώ, με επιτόκιο 3,65%, διάρκειας 17 μηνών και καθαρούς συμβατικούς τόκους κατά τη λήξη (20/2/2011) 325 ευρώ, (ιιι) την με ημερομηνία 25/1/2011 έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...
Α.Ε.", με δικαιούχους τις πρώτη και τρίτη ενάγουσες, ποσού 55.000 ευρώ, με επιτόκιο 5,80%, ετήσιας διάρκειας και καθαρούς συμβατικούς τόκους κατά τη λήξη (25/1/2012) 3.234 ευρώ, (ιν) την με ημερομηνία 20/2/2011 έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...
Α.Ε.", με δικαιούχους τις δύο πρώτες ενάγουσες, ποσού 3.3250 ευρώ, με επιτόκιο 4.60%, διάρκειας 547 ημερών και καθαρούς συμβατικούς τόκους κατά τη λήξη (20/2/2012) 354 ευρώ, (ν) την με ημερομηνία 25/1/2012 έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... Α.Ε.", με δικαιούχους τις πρώτη και τρίτη ενάγουσες, ποσού 58.234 ευρώ, με επιτόκιο 6,15%, ετήσιας διάρκειας και καθαρούς συμβατικούς τόκους κατά τη λήξη (25/1/2013) 3.631 ευρώ, η οποία επισημαίνεται ότι έφερε και την υπογραφή και σφραγίδα ανύπαρκτου υπαλλήλου της τράπεζας και (νι) την με ημερομηνία 20/2/2012 έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...
Α.Ε.", με δικαιούχους τις δύο πρώτες ενάγουσες, ποσού 3.679 ευρώ, με επιτόκιο 6,40%, τριών μηνών διάρκειας και καθαρούς συμβατικούς τόκους κατά τη λήξη (20/5/2012) 423 ευρώ, η οποία επισημαίνεται ότι έφερε και την υπογραφή και σφραγίδα ανύπαρκτου υπαλλήλου της τράπεζας. Και ενώ δια των ανωτέρω εγγράφων, είχε επιτευχθεί ο στόχος εφησυχασμού των εναγουσών εξαιτίας της αποδοτικότητας της επένδυσης των χρημάτων τους, ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την θέση του ως διευθυντή του υποκαταστήματος και εν αγνοία των εναγουσών προέβη σε τέσσερις αναλήψεις από τους ένδικους λογαριασμούς καταρτίζοντας συγχρόνως και αντίστοιχα πλαστά έγγραφα δελτίων ανάληψης θέτοντας επ' αυτών χωρίς τη συναίνεση της πρώτης ενάγουσας, κατ' απομίμηση την υπογραφή της και συγκεκριμένα προέβη: (α) στις 26/5/2009, σε ανάληψη χρηματικού ποσού 10.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ. 0026.0213.57....
τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχους τις δύο πρώτες ενάγουσες, καταρτίζοντας το με την αυτή ημερομηνία πλαστό δελτίο ανάληψης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... Α.Ε.", (β) στις 18/9/2009 σε ανάληψη χρηματικού ποσού 3.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ. 0026.0213.57.... τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχους τις δύο πρώτες ενάγουσες, καταρτίζοντας το με την αυτή ημερομηνία πλαστό δελτίο ανάληψης της δεύτερης των με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...
Α.Ε.", (γ) στις 19/1/2010 ανάληψη ποσού 10.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ. 0026.0213.53.... τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχους την πρώτη και τρίτη των εναγουσών, καταρτίζοντας το με την αυτή ημερομηνία πλαστό δελτίο ανάληψης της δεύτερης των εναγομένων και (δ) στις 25/5/2010 σε ανάληψη ποσού 2.300 ευρώ από τον υπ' αριθμ. 0026.0213.53.... τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχους την πρώτη και τρίτη των εναγουσών, καταρτίζοντας το με την αυτή ημερομηνία πλαστό δελτίο ανάληψης της δεύτερης των εναγομένων.
Παράλληλα, δε στις 28/1/2010 προχώρησε στην έκδοση έγγραφης έντυπης αίτησης έκδοσης της με αριθμό ...-8 τραπεζικής επιταγής ποσού 40.000 ευρώ εις διαταγής της πρώτης ενάγουσας Φ. Κ. από τον υπ. αριθμ. 0026.0213.53.... τραπεζικό λογαριασμό της θέτοντας επ' αυτής κατ' απομίμηση την υπογραφή της ως άνω, επιταγή που στη συνέχεια κατατέθηκε προς είσπραξη την 28η/1/2010 στην τράπεζα "Marfin Egnatia" κατάστημα Χαλκίδας και εξοφλήθη μέσω διατραπεζικού ηλεκτρονικού συστήματος συμψηφισμού επιταγών (Δ.Η.Σ.Σ.Ε) στις 28/1/2010...
Δια της ως άνω δράσης του ο συγκεκριμένος υπάλληλος εκμεταλλευόμενος τη διευθυντική του θέση, πέτυχε να αποσπάσει από τους άνω τραπεζικούς λογαριασμούς εν αγνοία των εναγουσών, οι οποίες ουδέποτε υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα, αλλά ούτε και έδωσαν τη συναίνεσή τους ή ενέκριναν αργότερα οιαδήποτε ενέργειά του, το συνολικό ποσό των (10.000 € συν 3.000 € συν 10.000 € συν 2.300 € συν 40.000 € =) 65.300.
Τυγχάνει σημαντικό να αναφερθεί ότι οι αναλήψεις αυτές έλαβαν χώρα χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου των εναγουσών, ήτοι χωρίς τη φυσική παρουσία τους στο χώρο του υποκαταστήματος και χωρίς την προσκόμιση προς τους αρμόδιους ταμίες κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης τους τυχόν σχετικής εξουσιοδότησής τους (εναγουσών) με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής κάποιας από τις δικαιούχους του κάθε λογαριασμού, είτε την ύπαρξη τυχόν ειδικού πληρεξουσίου αυτών προς τον εναγόμενο.
Το γεγονός δε ότι επί των ως άνω τεσσάρων (4) δελτίων ανάληψης και της μίας (1) αίτησης έκδοσης τραπεζικής επιταγής, δεν έχει τεθεί η υπογραφή της πρώτης ενάγουσας (δικαιούχου αμφοτέρων των λογαριασμών) βεβαιώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας από την προσκομιζόμενη από 26/3/2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Κ., η οποία διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 137/4-3-2014 διάταξης της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στα πλαίσια διενέργειας κυρίας ανάκρισης για τις αποδιδόμενες βάσει της υπ' αριθμ.
ABM: A 12/510-…/25-9-2013 ασκηθείσας σε βάρος του εναγομένου Α. Κ. ποινικής δίωξης (κατόπιν σχετικών μηνύσεων των δύο πρώτων εναγουσών και του έτερου τρίτου προσώπου του Η. Σ.) για τα αδικήματα (ι) της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (αφορώσα μεταξύ άλλων και τις άνω αναφερόμενες έξι έγγραφες αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης, (ιι) της υπεξαίρεσης αντικειμένου που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και η αξία του οποίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (αφορώσα τις ως άνω αναλήψεις συνολικού ποσού 65.300 ευρώ) και (ιιι) της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (αφορώσα μεταξύ άλλων και την αδικοπρακτική απατηλή συμπεριφορά του έναντι των εναγουσών).
Βάσει του τελικού συμπεράσματος της άνω πραγματογνωμοσύνης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι οι τεθείσες στα ως άνω έγγραφα (από 26/5/2009, 18/9/2009, 19/1/2009 και 25/5/2010 δελτία ανάληψης και την από 28/1/2010 αίτηση έκδοσης τραπεζικής επιταγής) υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές της ενάγουσας Φ. Κ., αλλά έχουν τεθεί από τον ίδιο πρώτο των εναγομένων Α.
Κ., σύμφωνα με τη μέθοδο ελεύθερης απομίμησης γνήσιων υπογραφών αυτής, με συνέπεια να αποτυπωθούν στο προϊόν χάραξης αυτών, τόσο εκφεύγουσες ασυνείδητες γραφικές κινήσεις του πραγματικού τους γραφέα, ήτοι του άνω εναγομένου, όσο και η ανωτέρω βαθμού γραφική ποιότητα και γραφική ευελιξία των γραφικών κινήσεων του ιδίου.
Προς επίρρωση του άνω συμπεράσματος, συνεκτιμώνται, τόσο η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως (συζύγου της πρώτης ενάγουσας), η αλήθεια της οποίας σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν υφίσταται βάσιμος λόγος να αμφισβητηθεί, περί ρητής άρνησης ότι η ενάγουσα έχει θέσει την υπογραφή της για τις αντίστοιχες εντολές των αναλήψεων, αλλά και το προαναφερόμενο αληθές και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι οι αναλήψεις των ως άνω χρημάτων έλαβαν χώρα εν αγνοία των εναγουσών, χωρίς τη φυσική παρουσία της στις εγκαταστάσεις της εναγομένης τράπεζα, χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου τους, παρά την κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής συνήθη πρακτική, άπασες οι αναλήψεις των τραπεζικών καταθέσεων που γίνονται από τους ίδιους τους καταθέτες, να γίνονται με τη χρήση του σχετικού βιβλιαρίου τους, στοιχεία που καταδεικνύουν και τη βασιμότητα του ισχυρισμού περί έλλειψης δικής τους (γνήσιας) υπογραφής επί των κρίσιμων εγγράφων συναλλαγής.
Το πόρισμα της ως άνω πραγματογνωμοσύνης σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αναιρείται από οιοδήποτε έτερο αποδεικτό βάσιμο μέσο, η δε αιτιάσεις - αμφισβητήσεις της εναγομένης τράπεζας επ' αυτού, περί μη κατάλληλου και επαρκούς αριθμού δείγματος υπογραφών της πρώτης ενάγουσας καταρρίπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης, την σαφή επιστημονική μέθοδο που ακολουθήθηκε και την πλήρως αιτολογημένη κρίση που άγει στο τελικό συμπέρασμά της.
Είναι αληθές βέβαια ότι ο εναγόμενος Α. Κ., στην απολογία του κατά την εν εξελίξη ανακριτική διαδικασία, αρνήθηκε την όποια συμμετοχή του στην πράξη της πλαστογραφίας, χωρίς να δώσει ωστόσο σαφείς και αιτιολογημένες απαντήσεις αναφορικά με το ποιος έχει τελέσει αυτές, με δεδομένο ότι τα έγγραφα αυτά υπάρχουν και οι δικές του υπογραφές, η εκδοθείσα δε τραπεζική επιταγή όπως ο ίδιος ομολογεί έχει οπισθογραφηθεί από τον ίδιο.
Αντίθετα, ομολόγησε την ανάληψη του άνω χρηματικού ποσού (65.300 ευρώ) από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγουσών, αιτιολογώντας την πράξη του αυτή υπό το πρίσμα της κάλυψης προσωπικών του οικονομικών εκκρεμοτήτων και της πρόθεσης επιστροφής των χρημάτων στους λογαριασμούς. Κατ' επέκταση, ο υποβληθείς εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας ισχυρισμός ότι τα σχετικά δελτία ανάληψης υπεγράφησαν από την ίδια, άλλως ότι με τη συναίνεσή της έγιναν οι αναλήψεις, ο οποίος επαναφέρεται και με την έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Βάσει, λοιπόν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος Α. Κ., καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και δη από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2009 τουλάχιστον έως 25/5/2010 (χρόνος έκδοσης του τελευταίου δελτίου ανάληψης) είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της εναγομένης τράπεζας, κατέχων τη θέση του διευθυντή, ήτοι ήταν "προστηθείς" από την εναγομένη, κατά την έννοια των άρθρων 334, 922 ΑΚ, με τον τρόπο δε αυτό θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας (εναγομένης τράπεζας) ως προστήσασας από τη σχέση πρόστησης, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αρνείται ούτε η ίδια.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο Α. Κ. ως προστηθείς της εναγομένης τράπεζας ενήργησε επ' ευκαιρία και εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των διαταγών που δόθηκαν σ' αυτόν και κατά παράβαση - κατάχρηση των καθηκόντων του, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες γνώριζαν, ούτε και ότι σε κάθε περίπτωση όφειλαν να γνωρίζουν την γενομένη από αυτόν κατάχρηση.
Και τούτο διότι οι ενάγοντες (εννοεί ενάγουσες) γνώριζαν τον πιο πάνω ως διευθυντή της εναγομένης και οι εκ μέρους του παρατυπίες κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον μέσο συνετό κοινωνικό άνθρωπο. Επισημαίνεται ότι προς απόκρουση των ένδικων απαιτήσεων των εναγουσών η εναγομένη τράπεζα προέβαλε ένσταση συντρέχοντος πταίσματος αυτών, ισχυριζόμενη ότι στη ζημία τους συνετέλεσαν οι ίδιοι (εννοεί ίδιες) με την αμελή συμπεριφορά τους, η οποία συνίστατο κατά κύριο λόγο ότι δεν ενημέρωναν το βιβλιάριο καταθέσεων που είχαν προκειμένου να παρακολουθούν τις εγγραφές στο σύστημα της τράπεζας και ότι τα συμφωνούμενα επιτόκια ήταν υψηλά σε σχέση με τα προσφερόμενα από τις άλλες τράπεζες.
Ωστόσο, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα και στοιχεία ότι πράγματι οι ενάγοντες (εννοεί ενάγουσες) επέδειξαν αμελή συμπεριφορά. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατέβαλαν την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου που απαιτείται στις τραπεζικές συναλλαγές.
Διότι στη δημιουργία της πεποίθησής τους περί της καταθέσεως των χρημάτων τους στις ως άνω προθεσμιακές καταθέσεις κάθε φορά συνέβαλε η εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί (ειδικά) προς το πρόσωπο του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της εναγομένης και το ότι οι συναλλαγές τους αν και δεν γίνονταν εντός του υποκαταστήματος της (εναγομένης) γίνονταν με τον επιλεγέντα από την ίδια και εξουσιοδοτηθέντα διευθυντή αυτού.
Πιο συγκεκριμένα, οι ενάγουσες συναλλάχθηκαν με τον εξουσιοδοτημένο από αυτή επί σειρά ετών υπάλληλο, στον οποία μάλιστα η ίδια είχε εμπιστευτεί τη θέση του διευθυντή, οι συμβάσεις δε που αυτός τους χορηγούσε προς απόδειξη των προθεσμιακών τους καταθέσεων αλλά και οι άνω αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης έφεραν όλα εκείνα τα απαραίτητα κατά τις συναλλαγές στοιχεία, καθώς και υπογραφή από δεύτερο εξουσιοδοτημένο υπάλληλο, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από την εναγομένη, ενημερώνονταν δε τακτικά από τον ίδιο ως διευθυντή για την πορεία των καταθέσεών τους και διαπραγματεύονταν με αυτόν, ο οποίος είχε σχετική εξουσία ως εκ της θέσεώς τους, τους όρους και ιδίως το συμβατικό επιτόκιο, όπως ήδη αποδείχθηκε, με συνέπεια να μην προκληθούν σε αυτές αμφιβολίες για το νομότυπο των συναλλαγών τους και την κανονικότητα των συμβάσεων που κατήρτισαν, καθώς και να μην έχουν βάσιμους λόγους ανησυχίας για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων μεταξύ αυτών και της εναγομένης.
Σημειώνεται δε ότι ο τελευταίος ως αποδεικνύεται από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εκμεταλλευόμενος τη θέση που κατείχε αλλά και την διαπιστωθείσα χαλαρότητα της ελεγκτικής διαδικασίας εκ μέρους των υφισταμένων του και όχι μόνο, πετύχαινε να αναλαμβάνει τα χρήματα, με την ανοχή ή την βοήθεια των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης στα ταμεία, η συμπεριφορά των οποίων συνιστά βαρειά αμέλεια εκ μέρους τους, η οποία βαρύνει την τελευταία.
Εξάλλου, οι στενοί συγγενικοί δεσμοί των εναγουσών με τον πρώτο εναγόμενο, η εργασιακή θέση που αυτός κατείχε στην δεύτερη εναγόμενη και το έντονο ενδιαφέρον που επεδείκνυε ο τελευταίος για τις υποθέσεις τους, αρκούσαν ώστε να παραπλανηθούν από τις ψευδείς παραστάσεις του και επιδείξουν καλόπιστα εμπιστοσύνη στη συμπεριφορά του.
Ούτε επίσης, αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε οιοσδήποτε ανησυχητικός λόγος, ώστε κατά την εμφάνισή τους στο υποκατάστημα της εναγομένης για έτερες συναλλαγές, να διευρενήσουν την πορεία λειτουργίας των προθεσμιακών τους καταθέσεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, σημειουμένου ότι σε κάθε περίπτωση αυτό θα ήταν αδύνατο να γίνει παρουσία του ιδίου του εναγομένου διευθυντή, ο οποίος ως εκ της επιδειχθείσας συμπεριφοράς του βάσιμα κρίνεται ότι θα απέτρεπε οιαδήποτε τέτοια προσπάθεια.
Στην προκειμένη δε περίπτωση δεν μπορεί να παροραθεί ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι ενάγουσες και δη η πρώτη (η οποία ήταν και η κύρια δικαιούχος των προθεσμιακών καταθέσεων - οι λοιπές δύο ήταν συνδικαιούχοι) και η τρίτη ήταν μεσήλικη και υπερήλικας αντίστοιχα, ο δε δεύτερη φοιτήτρια, καμία από αυτές δεν διέθετε γνώσεις για τα χρηματοπιστωτικά ζητήματα, προς τούτο δε εμπιστεύονταν τον επί σειρά ετών διευθυντή του καταστήματος με το οποίο συναλλάσσονταν, τον οποία άλλωστε και η τράπεζα είχε επιλέξει και εμπιστευόταν.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τα συμβατικά επιτόκια των επίδικων προθεσμιακών καταθέσεων ήταν πολύ υψηλότερα από αυτά που προσέφερε στις συναλλαγές της επισήμως την ίδια περίοδο τόσο η ίδια όσο και οι άλλες τράπεζες, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον η ίδια η εναγομένη δεν προσκομίζει σχετικά στοιχεία, και αληθής υποτιθέμενος δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια των εναγουσών ούτε θα μπορούσε να τους προκαλέσει ανησυχία ενόψει του ύψους των συγκεκριμένων καταθέσεων, οι οποίες σε συνδυασμό με την κατ' εκείνο το χρονικό σημείο προσφορά υψηλών και διαπραγματεύσιμων επιτοκίων από τις τράπεζες προς προσέλκυση προθεσμιακών καταθέσεων.
Τέλος, το γεγονός ότι οι ενάγουσες δεν είχαν προβεί σε θεώρηση των βιβλιαρίων καταθέσεων για τους λογαριασμούς που τηρούσαν τούτο ενδεχομένως να οφείλεται στη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ αυτών και του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της εναγομένης, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, η οποία τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι επιλήψιμο στις συναλλαγές τους με την εναγομένη, αλλά και στο γεγονός ότι ο ίδιος τους ενημέρωνε σε τακτά χρονικά διαστήματα, οι ίδιοι (εννοεί ίδιες) δε απέβλεπαν στις προθεσμιακές καταθέσεις και όχι στον κοινό καταθετικό λογαριασμό και για αυτές ενημερώνονταν από τον διευθυντή της τράπεζας κατά τη λήξη χωρίς να έχουν καμία ένδειξη αμφισβήτησης αυτών.
Σε επίρρωση των ανωτέρω δεν πρέπει να παροράται και το γεγονός ότι η εναγομένη παρέλειψε επί σειρά ετών να ασκήσει δια των αρμοδίων οργάνων της τον δέοντα έλεγχο ως προς τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του εξουσιοδοτημένου από αυτήν υπαλλήλου, στον οποία μάλιστα είχε εμπιστευτεί τα καθήκοντα διευθυντή καταστήματος.
Ενόψει αυτών οι ενάγοντες (εννοεί ενάγουσες) δεν βαρύνονται με πταίσμα όσον αφορά την κατάχρηση της εξουσίας του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της εναγομένης και ο ισχυρισμός αυτής περί συντρέχοντος πταίσματός τους, ο οποίος επαναφέρεται και με την έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης τράπεζας, κατά τον οποίο εκείνη σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΝΔ της 17.07/13-8-1923 απαλλάσσεται από την ευθύνη της, πλην αν τα όργανα της, επέδειξαν δόλο ή βαρεία αμέλεια περί την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο οποίος επαναφέρεται και με την έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, καθόσον η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε άλλες περιπτώσεις εξαπατήσεως των οργάνων της τράπεζας και όχι όταν τα ίδια τα όργανά της τελούν πράξεις εξαπατήσεως.
Βάσει λοιπόν των ανωτέρω, η άρνηση της εναγομένης τράπεζας να αποδώσει στις ενάγουσες το αιτούμενο ποσό των παρακατατεθέντων σ' αυτήν χρημάτων τους συνολικού ύψους 52.300 ευρώ για την πρώτη και τρίτη εξ αυτών και 13.000 ευρώ για τις δύο πρώτες, συνιστά αθέτηση καταρχήν της μεταξύ τους συμβάσεως παρακαταθήκης, εκ μέρους της, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη και συνεπώς οι ενάγουσες υπέστησαν από τη συμπεριφορά του προστηθέντα της εναγομένης τράπεζας θετική περιουσιακή ζημία, ισόποση με το ακριβές ποσό των καταθέσεων τους, πλέον τόκων.
Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω, η δεύτερη εναγόμενη, προστήσασα εργοδότρια του ως άνω υπαλλήλου της ευθύνεται για τη ζημία που προξένησαν στις ενάγουσες, οι παράνομες και υπαίτιες πράξεις του, ήτοι οι τελεσθείσες σε βάρος των εναγουσών πλαστογραφίες και η εκδηλούμενη απατηλή συμπεριφορά του, εφόσον η ζημία αυτή προκλήθηκε με αφορμή και επ' ευκαιρία της εκτέλεσης της υπηρεσίας του και η οποία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση των προπεριγραφεισών ζημιογόνων πράξεών του.
Από την προπεριγραφείσα αδικοπραξία οι ενάγουσες υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει, δε των ανωτέρω περιστατικών που αποδείχθηκαν, του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της υπαιτιότητας του υπαιτίου προσώπου και, του είδους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, εκ των οποίων η πρώτη ενάγουσα τυγχάνει άνεργη, η δεύτερη σπούδαζε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών, ευρισκόμενη σε προσπάθεια επαγγελματικής αποκατάστασης και η τρίτη είναι συνταξιούχος, υπέργηρη και με πληθώρα προβλημάτων υγείας, και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη καθεμία των εναγουσών ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 και 932 ΑΚ, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη τρίτου Α.
Κ. και της αναιρεσείουσας, που θεμελιώνει την αντικειμενική ευθύνη αυτής προς αποζημίωση των (δύο πρώτων) αναιρεσιβλήτων, αμέσως ζημιωθεισών, σε κάθε περίπτωση, και αυτών, από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, αφού, ειδικότερα, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ως άνω προστηθέντος, συνισταμένη στην με δόλο, και με την κατάρτιση αντίστοιχων πλαστών δελτίων ανάληψης και πλαστής αίτησης έκδοσης τραπεζικής επιταγής, απόσπαση του ποσού των 65.300 ευρώ από τους επίμαχους τραπεζικούς λογαριασμούς των αναιρεσιβλήτων, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση αυτών, εκδηλώθηκε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, με αφορμή, επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας, που είχε ανατεθεί σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα, και δη ως διευθυντή του συγκεκριμένου υποκαταστήματος αυτής, όπου ετηρούντο οι παραπάνω λογαριασμοί, και αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση των υποθέσεών της, χωρίς να συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης της αναιρεσείουσας λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης των αναιρεσιβλήτων ότι ο αδικοπραγήσας υπάλληλός της ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας του, επιπροσθέτως δε υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της τελεσθείσας αδικοπραξίας του προστηθέντος και της ως άνω υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την αναιρεσείουσα, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει, χωρίς την ανατεθείσα υπηρεσία, η οποία έτσι απετέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από αυτόν υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, δηλαδή λόγω μη καταβολής της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από αδικοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.
Και τούτο, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (Α.Π.368/2011). Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματός του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτά ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π.5517/2020, Α.Π. 867/2020, Α.Π.188/2015, Α.Π.1673/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω νομική διάταξη, αφού, σύμφωνα με τα ως άνω δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση ή την επέκταση της ζημίας τους, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως της αναιρεσείουσας αναφορικά με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα περί μη συμβολής των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση και την έκταση της ζημίας τους, δεχόμενο, ειδικότερα, α) ότι οι αναιρεσίβλητες αυτές δεν επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, αλλά αντίθετα κατέβαλαν την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου που απαιτείται στις τραπεζικές συναλλαγές, καθότι πείσθηκαν να καταθέσουν τα χρήματά τους στις ως άνω προθεσμιακές καταθέσεις εμπιστευόμενες το πρόσωπο του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, β) ότι οι συναλλαγές τους, αν και δεν λάμβαναν χώρα εντός του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, γίνονταν με τον επιλεγέντα από την ίδια και εξουσιοδοτηθέντα διευθυντή της, ο οποίος χορηγούσε στις αναιρεσίβλητες, προς απόδειξη των προθεσμιακών τους καταθέσεων αλλά και των ανανεώσεων αυτών, πλαστά έγγραφα, τα οποία, όμως, έφεραν όλα εκείνα τα απαραίτητα κατά τις συναλλαγές στοιχεία, καθώς και υπογραφή από δεύτερο εξουσιοδοτημένο υπάλληλο, ενημερώνονταν δε τακτικά από τον ίδιο ως διευθυντή για την πορεία των καταθέσεών τους, ενώ εξάλλου και τα συμβατικά επιτόκια των επίδικων προθεσμιακών καταθέσεων δεν ήταν πολύ υψηλότερα από αυτά που προσέφερε στις συναλλαγές της επισήμως την ίδια περίοδο τόσο η ίδια όσο και οι άλλες τράπεζες, με συνέπεια να μην προκληθούν σε αυτές αμφιβολίες για το νομότυπο των συναλλαγών τους και την κανονικότητα των συμβάσεων που κατήρτισαν, γ) ότι ο παραπάνω προστηθείς από την αναιρεσείουσα υπάλληλός της, εκμεταλλευόμενος τη θέση που κατείχε έως τουλάχιστον στις 25/5/2010 (χρόνος έκδοσης του τελευταίου δελτίου ανάληψης) αλλά και την διαπιστωθείσα χαλαρότητα της ελεγκτικής διαδικασίας εκ μέρους των υφισταμένων του, πετύχαινε να αναλαμβάνει τα χρήματα, με την ανοχή ή την βοήθεια των αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας στα ταμεία, η συμπεριφορά των οποίων συνιστά βαρειά αμέλεια εκ μέρους τους, η οποία βαρύνει την τελευταία και δ) ότι το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν προβεί σε θεώρηση των βιβλιαρίων καταθέσεων για τους λογαριασμούς που τηρούσαν, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλειά τους, καθόσον τούτο οφείλεται στη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ αυτών και του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, η οποία τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι επιλήψιμο στις συναλλαγές τους με την αναιρεσείουσα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, και ως προς τα δύο σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ευθέως και εκ πλαγίου, την οποία δεν εφάρμοσε ως έδει, τυγχάνει αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Α.Π.1181/2010, Α.Π.694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (Α.Π.179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/ 1982, Α.Π.1277/2019, A.Π.1091/ 2019, Α.Π.1185/2010). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π.1134/1993).
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (Α.Π.1763/2007, Α.Π.1595/2006). Συνήθως αρκεί γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και καμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (Α.Π.779/2019).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση, με τις από 18-9-2017 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, έγγραφα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι οι υπογραφές της πρώτης ενάγουσας επί των τεσσάρων δελτίων ανάληψης και της αίτησης έκδοσης τραπεζικής επιταγής ήταν γνήσιες και συγκεκριμένα: 1) την από 13.01.2009 αίτηση της πρώτης των εναγόντων για την τοποθέτηση ποσού 50.000 € σε προθεσμιακή κατάθεση, με ημερομηνία έναρξης την 16.01.2009 και λήξεως την 18.01.2010, 2) την από 31.03.2009 αίτηση της πρώτης των εναγόντων για το άνοιγμα του υπ' αριθ. 0026 0213 57 ...
λογαριασμού, 3) αντίγραφο κίνησης του υπ' αριθ. 0026 0213 57 ... λογαριασμού, 4) το από 31.03.2009 παραστατικό μεταφοράς χρημάτων, ποσού 15.000 €, 5) την από 31.03.2009 αίτησης της πρώτης των εναγόντων για την τοποθέτηση ποσού 15.000 € σε προθεσμιακή κατάθεση, με ημερομηνία έναρξης την 03.04.2009 και λήξεως την 31.003.2010, 6) την από 31.03.2009 αίτηση της πρώτης των εναγόντων για άνοιγμα του υπ' αριθ. 0026 0213 54 ...
λογαριασμού επί προθεσμία, 7) το από 01.10.2010 δελτίο ανάληψης ποσού 1.000 €, 8) το από 07.10.2010 δελτίο ανάληψης ποσού 7.000 €, 9) το από 07.06.2011 δελτίο ανάληψης ποσού 2.000 €, 10) αντίγραφο κίνησης του υπ' αριθ. 0026 0213 57 ... λογαριασμού, 11) το από 26.05.2009 δελτίο ανάληψης, ποσού 10.000 €, 12) το από 18.09.2009 δελτίο ανάληψης, ποσού 3.000 €, 13) την από 12.06.2012 αίτηση της πρώτης των εναγόντων, 14) το από 28.06.2012 έγγραφο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN EGNATIA BANK", μετά των συνημμένων σε αυτό αντιγράφων των δύο όψεων της υπ' αριθ. ...-8 επιταγής, 15) έγγραφο με φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως την 20.05.2009 και τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ", 16) έγγραφο με φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως την 18.09.2009 και τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ", 17) έγγραφο με φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως την 25.01.2011 και τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ", 18) έγγραφο με φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως την 20.02.2011 και τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ", 19) έγγραφο με φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως την 25.01.2012 και τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ", 20) έγγραφο με φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως την 20.02.2012 και τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ", 21) βεβαίωση του Τομέα Ανθρωπίνου Δυναμικού της Τράπεζάς μας, 22) το τηρούμενο στο αρχείο μας από 13.01.2009 δείγμα υπογραφής της πρώτης ενάγουσας, 23) αντίγραφο του Αστυνομικού Δελτίου Ταυτότητας της πρώτης ενάγουσας και 24) το από 03.04.2014 παραστατικό κλεισίματος του υπ' αριθ. 0026 0213 570 ...
λογαριασμού. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι το Εφετείο, μετά από ρητή αναφορά στα υπ' αριθ.1, 11, 12 ,15, 16, 17, 18, 19, και 20 από τα ως άνω έγγραφα, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι τεθείσες υπογραφές επί των τεσσάρων δελτίων ανάληψης και της αίτησης έκδοσης τραπεζικής επιταγής δεν ήταν γνήσιες υπογραφές της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 29-5-2020 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ...", για αναίρεση της με αριθμό 95/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, καθό μέρος η αίτηση απευθύνεται κατ' αυτής με την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Α. Τ., και ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, παρισταμένου και αυτού υπό την ίδια ως άνω ιδιότητα.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 95/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ατομικά και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ