Legislator Case Law & Legislation
1718/2022 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal against death of defendant, ordering return of funds paid under prior judgment.

Case Number 1718/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the bank's appeal against a final judgment following the death of the original defendant before the appeal became effective. The court held that the bank, as a universal successor, could validly pursue the appeal against the deceased's heirs, but rejected the claim for interest on the funds already paid. Consequently, the court ordered the return of the principal amount paid by the bank to the heirs, plus interest calculated from the date of the new judgment's service.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62, 73, 313(1)(d), 556, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 579(2) of the Code of Civil Procedure; Article 340 of the Civil Code: When a defendant dies after a final judgment but before the appeal becomes effective, the appellant must sue the universal successors; if the appellant voluntarily pays the judgment debt, the successor must return the principal upon annulment, but interest on that payment is not due until the new judgment is served.

Keywords

AI generated
universal successor death of defendant appeal admissibility voluntary payment interest calculation return of funds Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Civil Code
Articles 62, 73, 313(1)(d), 556, 558 of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1718 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1718/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαντώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Π., κατοίκου ... ατομικά και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικά ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας Α., χήρας Π. Μ., το γένος Ν. Τ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Βεντουρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2016 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4880/2017 μη οριστική και 13593/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3316/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων, 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ, 556, 558 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα που, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, οι οποίοι και μόνο νομιμοποιούνται παθητικά στην αναιρετική δίκη, διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτο (ΑΠ 765/2021, ΑΠ 170/2019, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 178/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η από 30-9-2020 (αριθμ. καταθ. 979/23-10-2020) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", στη δικονομική θέση της οποίας, μετά την άσκηση της αναίρεσης, υπεισήλθε η παριστάμενη στο ακροατήριο, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο, "ALPHA BANK", ως καθολική διάδοχος αυτής, λόγω της διάσπασης της αρχικής αναιρεσείουσας, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και εισφορά του στην ως άνω νέα τραπεζική εταιρία (αρθρ. 70 ν. 4601/2019), κατά της με αριθμό 3316/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία (αναίρεση) στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης (πρώτης ενάγουσας - πρώτης εφεσίβλητης) Π.

Μ., ατομικά και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας, στις 25-3-2020, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεύτερης ενάγουσας και μετέπειτα δεύτερης εφεσίβλητης, Α. χήρας Π. Μ. (βλ. το από 27-3-2020 απόσπασμα της 96/1/2016 ληξιαρχικής πράξης του Δήμου Παπάγου - Χολαργού, το με αριθμό πρωτοκ. 5875/9-4-2020 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του άνω Δήμου και τα, 885/5-4-2022 και 2217/6-4-2022 πιστοποιητικά μη αποποίησης κληρονομίας και μη δημοσίευσης διαθήκης της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, αντίστοιχα και το 7330/21-4-2022 πιστοποιητικό μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών).

Επομένως, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Kατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται, όμως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Η άνω διάταξη, του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993).

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Ειδικότερα, η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η από τη μη κλήτευση ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1461/2013).

Ως νέα δε αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 825/2014).

Έτσι, η παραπάνω εξουσία του δικαστηρίου απόκρουσης των νέων αποδεικτικών μέσων ως απαράδεκτων, αφορά μόνο τα αποδεικτικά μέσα που υπήρχαν κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και όχι αυτά που σχηματίστηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, καθώς επίσης τα αποδεικτικά μέσα που αφορούν νέους ισχυρισμούς ενώπιον του Εφετείου κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 835/2021, ΑΠ 778/2020, ΑΠ 1453/2019).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Με τον όρο ''απαράδεκτο'' νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Τέτοιες δε, είναι οι καθαρώς δικονομικές διατάξεις των άρθρων 529, 339 ΚΠολΔ, οι οποίες καθορίζουν τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 381/2020, ΑΠ 1716/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 και 340 ΚΠολΔ, απέκρουσε ως απαράδεκτη και δεν έλαβε υπόψη της, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, τη με αριθμό 7551/20-11-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της, Ι.

Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλικής Βαλσαμίδου, που λήφθηκε μετά προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων της, την οποία η ίδια επικαλέστηκε με τις προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσκόμισε κατά τη συζήτηση της έφεσής της στο εν λόγω δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι η προσαγωγή της για πρώτη φορά ενώπιόν του, οφείλεται σε βαριά αμέλεια της.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις καταθεσείσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της έφεσης της αναιρεσείουσας, από 25-11-2019 προτάσεις της (εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας), τις οποίες επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η τελευταία προς (αντ)απόδειξη των (αρνητικών της ένδικης αγωγής) ισχυρισμών της, επικαλέσθηκε ως σχετικό, υπό στοιχ.

Χ

ΙΙ, τη με αριθμό 7551/20-11-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της, Ι. Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλικής Βαλσαμίδου, με περαιτέρω αναφορά της κλήτευσης των αντιδίκων της, που προέκυπτε από τις με αριθμούς, 5198Β και 5199Β/13-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή Αθηνών, Θ. Ρ., που λήφθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέκρουσε την ένορκη αυτή βεβαίωση και δεν την συμπεριέλαβε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, με το ακόλουθο σκεπτικό: ".... πλην της υπ' αριθ. 7551/20-11-2019 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρος, Ι.

Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλικής Βαλσαμίδου, που προσκομίζεται από την εκκαλούσα - εναγομένη, καθόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου, η όψιμη προσαγωγή της για πρώτη φορά ενώπιόν του, οφείλεται σε βαριά αμέλεια της εναγομένης (529 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν επικαλείται αυτή (εναγομένη) περιστατικά περί αδυναμίας έγκαιρης διενέργειας αυτής και προσκομιδής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου η επίκληση και προσκομιδή της είναι απαράδεκτη και δεν θα ληφθεί υπόψη .... ''.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα με επίκληση ως άνω ένορκη βεβαίωση, η οποία είχε ληφθεί νόμιμα κατά την ορισθείσα ημέρα και ώρα ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου και η οποία ήταν παραδεκτή ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να μπορεί αυτή να αποκρουστεί ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω της μη προσκόμισής της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από βαριά αμέλεια, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η απόκρουση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των νέων αποδεικτικών στοιχείων, λόγω της μη προσκόμισής τους πρωτοδίκως από βαριά αμέλεια, αφορά μόνο τα αποδεικτικά μέσα που υπήρχαν κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και όχι αυτά που σχηματίστηκαν μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης με προηγούμενη κλήτευση, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η αναιρεσείουσα να αιτιολογήσει τη βραδύτητα διενέργειας και προσκόμισης της άνω ένορκης βεβαίωσης.

Επομένως, το Εφετείο παραβίασε τις άνω δικονομικές διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης ως βάσιμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ λόγω της εμβέλειάς του, εκτεινομένης στο σύνολό αυτής, παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας των λοιπών από τους αριθμούς 1, 19, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης.

Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτή για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατ' άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 989/2019).

Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1406/2009, ΑΠ 143/2008, ΑΠ 648/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, υποβάλει αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη (ατομικά και ως κληρονόμος της αποβιώσασας αρχικής δεύτερης εναγομένης) να αποδόσει σ' αυτή, το ποσό των ογδόντα μιας χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα δύο ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (81.832,48), το οποίο η ίδια της κατέβαλε σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του ποσού αυτού, διαφορετικά από την επίδοση της απόφασης, που θα εκδοθεί επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή του ποσού στην αναιρεσίβλητη, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθόσον μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης η αναιρεσίβλητη καθίσταται υπερήμερη (άρθ. 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτή ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, αφού γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο η αναιρεσίβλητη κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 381/2019).

Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα και συγκεκριμένα, το από 26-6-2020 αντίγραφο κατάθεσης, ποσού 81.832,48 ευρώ της Τράπεζας ALΡHA BANK, την από 26-6-2020 επιστολή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη σχετικά με την κατάθεση του άνω ποσού και την 4593-2/26-6-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή Αθηνών, Δ.

Χ., για την κοινοποίηση της επιστολής στην αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση με την απόρριψη της κατά της τελευταίας, έφεσης, κατέβαλε στις 26-6-2020, με πίστωση του τραπεζικού λογαριασμού της αναιρεσίβλητης στην άνω Τράπεζα, το συνολικό ποσό των 81.832,48 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των επιδικασθέντων με την πρωτόδικη απόφαση ποσών για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, πρέπει η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή της αίτησής της ως ουσιαστικά βάσιμης, το ως άνω ποσό των 81.832,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής μέχρι την εξόφληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 3316/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των ογδόντα μιας χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα δύο ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (81.832,48), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης, προς αυτή, της παρούσας απόφασης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ