Legislator Case Law & Legislation
1718/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding civil liability and traffic accident damages in Greek tort law.

Case Number 1718/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed appeals against a 2013 Athens Court of Appeal decision in a traffic accident liability dispute. The appellants challenged the lower court's handling of criminal conviction evidence and the allocation of fault between the plaintiff and the driver of an unidentified vehicle. The Court ruled that the appeal regarding the exclusion of criminal judgments was admissible, while the claim for lost income was dismissed due to insufficient justification for the specific period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court failed to consider relevant criminal judgments or provided inadequate reasoning for fault allocation, remanding the case for retrial on the contested grounds.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure traffic accident liability criminal judgment evidence fault allocation lost income damages partial appeal allowance remittal to Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 2696/1999 (Traffic Code)
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1718 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1718/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) H. C. S. L. (Ε. Κ. Σ. Λ.) του A. (Α.), κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Νταραντάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Β.

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, τo οποίo εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: H. C. S. L. (Ε. Κ. Σ. Λ.) του A. (Α.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Νταραντάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-12-2006 και 5-12-2006 αγωγές των ήδη υπό στοιχ. Α 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 5-1-2007 αγωγή του Π. Κ. του Ε. και με την από 1-3-2007 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αγωγή των 1ου και 2ης των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε αρχικά η 204/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως ο H. C. S. L. κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 10-6-2008 αγωγή του, η οποία συνεκδικάστηκε με τις ως άνω από 4-12-2006, 5-12-2006 και 5-1-2007 αρχικές αγωγές των διαδίκων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3231/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7183/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 12-3-2015 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 22-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε τις από 29-1-2016 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης και την παραδοχή των λοιπών λόγων αναίρεσης (ως προς την από 12-3-2015 αίτηση) και β) την απόρριψη των λόγων αναίρεσης (ως προς την από 22-7-2015 αίτηση). Η πληρεξούσια των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς της και την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση οι από 12.3.2015 (και με αριθμό κατάθ. ...2015) και από 22.7.2015 (και με αριθμό κατάθ. ...2015) αιτήσεις αναίρεσης της 7183/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής.

Η προσβαλλόμενη 7183/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά την συνεκδίκαση: α) της από 20.2.2010 (και με αριθμό κατάθ. .../2010) εφέσεως του H. C. S. L. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", β) της από 1.6.2010 (και με αριθμό κατάθ. ...2010) εφέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου και της ασκηθείσας από αυτό με τις προτάσεις του αντεφέσεως ως προς τα κεφάλαια, που προσβάλλονται με την από 20.2.2010 έφεση κατά της 3231/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν η από 4.12.2006 αγωγή του H.

C. S. L. κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων Π. Κ. και της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η από 5.12.20016 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων Π. Κ. και της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", καθώς και ή από 5.1.2007 αγωγή του Π. Κ. κατά της ιδιοκτήτριας της με αριθμό κυκλ. ...) δίκυκλης μοτοσικλέτας και του οδηγού αυτής H.

C. S. L. και έγινε εν μέρει δεκτή η 10.6.2008 αγωγή του ενάγοντα H. C. S. L. κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού απέρριψε την από 20.2.2010 έφεση των εκκαλούντων H. C. S. L. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά των εφεσιβλήτων Π. Κ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ακολούθως δέχθηκε κατ’ ουσία τις ανωτέρω εφέσεις, την από 20-2-2010 έφεση ως προς τον πρώτο εκκαλούντα H.

C. S. L. καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά του τρίτου εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου και αντέφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια 3331/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την από 10.6.2008 (και με αριθμό κατάθ. .../7.7.2008) αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος της από 12.3.2015 αναιρέσεως H.

C. S. L. και απέρριψε την 5.12.2006 (και με αριθμό κατάθ. .../2006) αγωγή της ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας της ως άνω αναιρέσεως, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.".

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του Δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το Δικαστήριο δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, καθ’ εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά στο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων: "Στις 11-12-2004 και περί ώρα 15.50, ο Π. Κ. (εναγόμενος - ενάγων και ήδη εφεσίβλητος στην από 20-2-2010 έφεση), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητάς του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη στην από 4-12-2006 αγωγή (ήδη δεύτερη εφεσίβλητη στην ως άνω έφεση), εκινείτο με κανονική ταχύτητα στην περιοχή Αγίου Δημητρίου Αττικής και επί της μονής κατευθύνσεως Λεωφόρου Βουλιαγμένης, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Γλυφάδα και ειδικότερα στην μεσαία λωρίδα αυτής, έχοντας συνεπιβαίνοντα τον Α.

Δ. Π., καθήμενο στη θέση του συνοδηγού. Λίγο μπροστά από το όχημα αυτό, εκινείτο με κανονική ταχύτητα και ομόρροπα στην ίδια Λεωφόρο, επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας αυτής, ο Ι. Κ. (μη διάδικος), οδηγώντας ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου OPEL ASTRA. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Λεωφόρος Βουλιαγμένης, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού …, διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται με απλές κατά μήκος διακεκομμένες γραμμές, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 0,50 μέτρα, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χιλιόμετρα την ώρα με ειδική πινακίδα Ρ-32 (βλ.

έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Κατά τον ίδιο χρόνο, επίσης ομόρροπα με τα ως άνω οχήματα, εκινείτο ο Γάλλος υπήκοος H. C. S. L. (ενάγων και ήδη εκκαλών στην από 20-2-2010 έφεση), οδηγώντας την με αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ειδικότερα αρχικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, πλησιάζοντας όμως στο ως άνω ύψος αυτής και προκειμένου να παρακάμψει την έμπροσθεν της πορείας του (και στο δεξιό άκρο) υπάρχουσα στάση του μετρό, διενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά του και εισήλθε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, μάλιστα δε στο δεξιό μέρος αυτής, κινούμενος εν συνεχεία εντός αυτής και σε επαφή σχεδόν με την διακεκομμένη διαχωριστική των δύο αυτών λωρίδων γραμμή.

Την ίδια επίσης ώρα στην οδό ... η οποία συμβάλλεται καθέτως με την Λεωφόρο Βουλιαγμένης από την αριστερή πλευρά της, εκινείτο ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, χρώματος πράσινου, αγνώστων λοιπών στοιχείων, οδηγούμενο από άγνωστο οδηγό. Η οδός αυτή (...) είναι μονής κατεύθυνσης και προ της συμβολής της με την Λεωφόρο Βουλιαγμένης φέρει ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), που υποχρεώνει τα κινούμενα σε αυτήν αυτοκίνητα να διακόπτουν την πορεία τους και να παραχωρούν προτεραιότητα στα κινούμενα στην Λεωφόρο οχήματα.

Οι καιρικές συνθήκες κατά τον ως άνω χρόνο ήταν καλές, η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων μέτρια, ημέρα με φυσικό φωτισμό και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, αφού η λεωφόρος στο σημείο αυτό είναι ευθεία (βλ. την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων της Τροχαίας Γλυφάδας και το συνημμένο σ’ αυτήν σχεδιάγραμμα).

Φθάνοντας ο ως άνω άγνωστος οδηγός στη συμβολή της οδού, στην οποία εκινείτο, με την Λεωφόρο Βουλιαγμένης, δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω πινακίδα και δεν διέκοψε, ως όφειλε, την πορεία του για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων της Λεωφόρου, αλλά συνέχισε την πορεία του με αυξημένη για τις περιστάσεις αυτές ταχύτητα και εισήλθε στην τελευταία (λεωφόρο) παντελώς ανέλεγκτα, προκειμένου να κατευθυνθεί προς Γλυφάδα.

Με την αμελή αυτή ενέργειά του, παρεμβλήθηκε σχεδόν κάθετα στην πορεία του κανονικά κινούμενου σε ευθεία πορεία, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ι. Κ., ο οποίος τη στιγμή εκείνη, πλησίαζε στη συμβολή και βρισκόταν σε μικρή απόσταση, αιφνιδιασθείς δε και προκειμένου ν’ αποφύγει τη σύγκρουση με το άγνωστο αυτό όχημα, προέβη άμεσα σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τη μεταξύ τους σύγκρουση (δηλαδή με το έμπροσθέν του παρεμβαλλόμενο όχημα αγνώστων στοιχείων).

Τότε, ο άλλος διερχόμενος οδηγός, Π. Κ., που κινούνταν στη μεσαία λωρίδα, όπως προαναφέρθηκε, αιφνιδιασθείς από την παρεμβολή του αγνώστων στοιχείων αυτοκινήτου στην ευθεία πορεία του και αντιληφθείς τον αναγκαστικό αυτό ελιγμό (προς τα δεξιά) του ολίγον προπορευόμενου ως άνω οχήματος του Ι. Κ., για να αποφύγει τη σύγκρουση με το τελευταίο, προέβη αμέσως σε τροχοπέδηση και ενήργησε ελαφρά αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά.

Πράγματι, με την κίνηση αυτή, κατάφερε μεν ν’ αποφύγει τη σύγκρουση με το (από αριστερά του) ως άνω αυτοκίνητο του Ι. Κ., όμως ενεργώντας τον (αναγκαστικό) αυτό ελιγμό, συγκρούστηκε με τη δεξιά πλευρά του δίπορτου (...) αυτοκινήτου που οδηγούσε (και δη στο ύψος της δεξιάς πόρτας του συνοδηγού και του καθρέπτη), με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της, από δεξιά του, διερχόμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων H.

C. S. L. και τη στιγμή εκείνη, κινούνταν στο δεξιό μέρος της μεσαίας λωρίδας, σε πλευρική απόσταση περίπου ενός μέτρου, όπως προαναφέρθηκε και ολίγον πιο πίσω από το ύψος του εμπρόσθιου τμήματος του (...) ΙΧΕ αυτοκινήτου του. Έτσι, ο τελευταίος οδηγός (H. L.), ευρισκόμενος ήδη σε πολύ μικρή απόσταση από το ως άνω αυτοκίνητο και αιφνιδιασθείς από την παρεμβολή αυτού στην πορεία του, δεν κατέστη δυνατόν να προβεί σε οιονδήποτε αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό...

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και των εξαιτίας αυτής συνεπειών, είναι ο άγνωστος οδηγός του αγνώστων στοιχείων αυτοκινήτου, ο οποίος, από αμέλειά του, και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ακινητοποίησε το όχημά του, όπως είχε υποχρέωση...

ενόψει της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP, προκειμένου να ελέγξει προσεκτικά αν η κίνηση των οχημάτων επί της τελευταίας τού επέτρεπε να συνεχίσει την πορεία του... εισήλθε αιφνίδια και απερίσκεπτα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης κατευθυνόμενος προς Γλυφάδα, με αποτέλεσμα καταρχάς να παρεμβληθεί στην πορεία του κανονικά κινούμενου, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ι.

Κ., ο οποίος αιφνιδιασθείς αναγκάστηκε, για να αποφύγει σύγκρουση με αυτό (άγνωστο όχημα), να ενεργήσει άμεσα επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, όμως με τον τρόπο αυτό εισήλθε εν μέρει στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας που κινούνταν το ως άνω ... ΕΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Κ., ο οποίος αιφνιδιασθείς...

προέβη αμέσως σε τροχοπέδηση, ενώ για ν’ αποφύγει σύγκρουση με το τελευταίο όχημα, ενήργησε και ελαφρύ αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και έτσι να συγκρουσθεί με την δίκυκλη μοτοσικλέτα (άρθρα 4 παρ. 3 (Ρ-2), 12 παρ. 1, 19 παρ. 2, 26 παρ. 1 του ΚΟΚ). Περαιτέρω, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, Π. Κ., στη σύγκρουση του οχήματός του με την δίκυκλη μοτοσικλέτα, δεν αποδείχθηκαν. Και τούτο, διότι, ο οδηγός αυτός, προέβη άμεσα στις μόνες ενδεδειγμένες ενέργειες, ως μέσος συνετός οδηγός και συγκεκριμένα τροχοπέδησε και ενήργησε ελαφρό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση τόσο με το αγνώστων στοιχείων όχημα, όταν αυτό αναπάντεχα παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην ευθεία πορεία του, όσο και με το από αριστερά του κινούμενο (παράλληλα και ολίγον έμπροσθέν του) ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ι.

Κ., όταν το τελευταίο αναγκάστηκε να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά, κατά τα προεκτεθέντα, δηλαδή έπραξε αυτός (Π. Κ.) ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να αποφύγει τη σύγκρουση, πράγμα που τελικά και κατάφερε, λαμβανομένου υπόψη και της έντασης του αιφνιδιασμού του και του ελάχιστου χρόνου που είχε για να αντιδράσει, στα πλαίσια πάντοτε των δυνατοτήτων ενός μέσου συνετού οδηγού, χωρίς όμως αποτέλεσμα για την κινούμενη, από δεξιά του παράλληλα και λίγο πιο πίσω από το εμπρόσθιο μέρος του (...) ΙΧΕ αυτοκινήτου του, δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο H.

L., με την οποία και συγκρούσθηκαν πλευρικά, κατά τα προεκτεθέντα, λόγω της ελάχιστης απόστασης που χώριζε τα δύο αυτά οχήματα, αλλά και του αιφνιδιασμού του τελευταίου - οδηγού της μοτοσικλέτας. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ότι ο ανωτέρω οδηγός, Π. Κ., δεν προέβη σε άμεση τροχοπέδηση του οχήματός του (...), όταν αντελήφθη την παράνομη κίνηση του αγνώστου οδηγού, δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, πέραν του ότι αναιρείται από τις ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου, ενώ το ότι δεν ευρέθησαν ίχνη πέδησης επί του οδοστρώματος, δεν σημαίνει και ότι δεν τροχοπέδησε, καθόσον το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι το εν λόγω αυτοκίνητο διέθετε σύστημα A.B.S. (βλ.

έκθεση αυτοψίας) δηλαδή σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών κατά την πέδηση και συνεπώς αποφυγής μπλοκαρίσματος αυτών (τροχών) επί του οδοστρώματος. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση και πέραν των ανωτέρω, από μόνη της η τροχοπέδηση του ως άνω (...) ΙΧΕ αυτοκινήτου (ως αποφευκτική ενέργεια), ενόψει του ότι, κατά τους κανόνες της φυσικής και τα διδάγματα της κοινής λογικής, ένα όχημα που ολισθαίνει επί οδοστρώματος (με την απότομη τροχοπέδηση) κινείται συνήθως μόνον κατ’ ευθεία γραμμή, δεν θα ήταν ικανή να οδηγήσει στην αποφυγή της απειλούμενης σύγκρουσής του καταρχάς με το ως άνω από αριστερά του κινούμενο όχημα, που συνειδητά ο οδηγός του, πλην κατά τρόπο εξαναγκασμένο (συνεπεία του παρεμβληθέντος στην πορεία του ζημιογόνου αγνώστου οχήματος), παρεξέκλινε της ομαλής ευθείας πορείας του και εισήλθε εν μέρει στην μεσαία λωρίδα που κινούνταν το ίδιο ως άνω ...

αυτοκίνητο (και οδηγούσε ο Π. Κ.), όπως προαναφέρθηκε, κίνηση (ενέργεια) που, στην προκειμένη περίπτωση, θα είχε ως συνέπεια την πρόσκρουσή του στην αριστερή πλευρά του τελευταίου οχήματος, το οποίο ακολούθως λόγω της ώθησης προς τα δεξιά που θα δέχονταν, θα κατέληγε τελικά να παρεμβληθεί και πάλι αιφνίδια στην πορεία της κινούμενης, σε μικρή απόσταση, από δεξιά του δίκυκλης μοτοσικλέτας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και τον ελάχιστο χρόνο (απειροελάχιστα δευτερόλεπτα) αντίδρασης του κάθε εμπλακέντος οδηγού, απορριπτομένων των όσων αντιθέτων ισχυρίζεται το εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ως ουσιαστικά αβάσιμων.

Επίσης στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού της ως άνω ... δίκυκλης μοτοσικλέτας H. L. στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης δεν αποδείχθηκαν, αφού ο τελευταίος εκινείτο κανονικά στο δεξιό μέρος της μεσαίας λωρίδα κυκλοφορίας, παράλληλα και λίγο πιο πίσω από το εμπρόσθιο μέρος του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, εξαιτίας και του διαφορετικού μήκους των δύο οχημάτων (κατ’ άρθρο 17 παρ. 8 του Κ.Ο.Κ., σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται, μέσα σε κατοικημένες περιοχές και σε μονόδρομους που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές-στοίχους) και όχι όπισθεν του οχήματος αυτού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, αλλά και με ενδεδειγμένη ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, η δε πολύ μικρή απόσταση στην οποία βρισκόταν (περίπου 2 μέτρα), όταν το ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο αναγκάστηκε να κάνει προς τα δεξιά ελιγμό και να παρεμβληθεί στην πορεία του, κατά τα προαναφερθέντα, επιπλέον και ο αιφνιδιασμός του ιδίου (H. L.), του στέρησαν τη δυνατότητα οιουδήποτε αποφευκτικού της σύγκρουσης ελιγμού. Ενισχύεται δε η άποψη αυτή του Δικαστηρίου από το ότι δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας, γεγονός που σημαίνει ότι ο οδηγός της αιφνιδιάστηκε, διότι ακόμα και ενστικτωδώς στη θέα του εμποδίου, θα τροχοπεδούσε ή θα προέβαινε σε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό.

Επιβεβαιώνονται ακόμη τα ανωτέρω και από τα ευρήματα στον τόπο του ατυχήματος, όπως αυτά αποτυπώνονται στην έκθεση αυτοψίας και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, και δη από τα θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, καθώς από λάδια ή νερά, τα οποία ξεκινούν από το δεξιό μέρος της μεσαίας λωρίδας, πλησίον της διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής (πιθανό σημείο σύγκρουσης) και καταλήγουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας, όπου και ακινητοποιήθηκε η μοτοσικλέτα όπως προαναφέρθηκε.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ως άνω οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα (και δη 100χ/ω), αντίθετα αποδείχθηκε ότι κινούνταν κανονικά με 40-50 χ/ω περίπου, όπως προαναφέρθηκε... Κατά συνέπεια, μόνη ενεργός αιτία της πρόκλησης της ένδικης σύγκρουσης μεταξύ των δύο ως άνω οχημάτων, είναι η προαναφερόμενη παράνομη, ανέλεγκτη και αιφνίδια είσοδος του αγνώστου οδηγού, των αγνώστων στοιχείων, αυτοκινήτου σχεδόν κάθετα στο ρεύμα πορείας των ανωτέρω τριών αυτοκινήτων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς και με την επελθούσα ζημία του παθόντος-οδηγού της μοτοσικλέτας, η μη δε σύγκρουση μεταξύ των ανωτέρω αυτοκινήτων που οδηγούσε ο Ι.

Κ. και Π. Κ., δεν αποτελεί διακοπτικό του αιτιώδους αυτού συνδέσμου περιστατικό, καθώς ο δεύτερος, αντιληφθείς τον κίνδυνο συγκρούσεώς του με το παρεμβληθέν, αναγκαστικά λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς του αγνώστου οδηγού, ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου (οδηγού), πραγματοποίησε αιφνιδίως αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του...".

Επί της από 12-3-2015 αιτήσεως αναιρέσεως των H. C. S. L. και "... ΑΕ".

Από το συνδυασμό των διατάξεων τών άρθρων 335, 338 - 341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του Δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες της παραπάνω από 12.3.2015 αιτήσεως αναιρέσεως H. C. S. L. και ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι, ότι το Εφετείο κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και

προσκομίσει για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της εφέσεώς τους αναφορικά με την υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο επίδικο ατύχημα Π. Κ., οδηγού του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα την 6288/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος Π.

Κ. καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για την πράξη της σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος και την 6749/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για την ίδια πράξη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει αναμφίβολα, ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τις ως άνω ποινικές αποφάσεις, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες (σελ. 2 και 41 των προτάσεων), οι οποίες ασκούν έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως προς το θέμα της υπαιτιότητας του παραπάνω.

Επομένως ο δεύτερος λόγος, της από 12.3.2015 αναιρέσεως του H. C. S. L. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες της αυτής ως άνω αναιρέσεως, με τον πρώτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, και συγκεκριμένα του οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...

Ι.Χ.Ε. εμπλακέντος στο επίδικο ατύχημα αυτοκινήτου, Π. Κ., διότι το Εφετείο με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή τους, ως προς αυτόν, καίτοι είχαν επικαλεστεί ότι βαρύνεται με υπαιτιότητα και αυτός μαζί με τον οδηγό του αγνώστου οχήματος στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών του.

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του Π. Κ. στο επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση της αόριστης έννοιας της υπαιτιότητάς του και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος.

Και τούτο διότι: α) δεν προσδιορίζει την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημά του, β) δεν αναφέρει αν αυτός αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί και σε καταφατική περίπτωση την απόσταση, την είσοδο του, μετά την παραβίαση του stop, αγνώστων στοιχείων, οχήματος στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και γ) ενώ δέχεται ότι ο Π.

Κ., για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του Ι. Κ., ενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την δίκυκλη μοτοσικλέτα, δεν αναφέρει ότι ο ελιγμός αυτός, χωρίς προηγουμένως να θέσει σε λειτουργία τον φωτεινό δείκτη πορείας του οχήματός του και να βεβαιωθεί για την κίνηση των λοιπών χρηστών της οδού και ότι μπορούσε ασφαλώς να πράξει τούτο, όπως επιβάλλουν τα άρθρα 17 και 21 Κ.Ο.Κ., με συνέπεια να αποκλείσει την πορεία της κινούμενης κανονικά στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας υπ’ αριθμ. ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων, ήταν ενδεδειγμένος. Θα έπρεπε δε η προσβαλλομένη, για να καταλήξει στο συμπέρασμα περί ελλείψεως υπαιτιότητας του Π. Κ. να δικαιολογεί για ποιο λόγο ο σχετικός ελιγμός προς τα δεξιά, που προκάλεσε το ένδικο ατύχημα, δεν θεμελιώνει την υπαιτιότητά του, δεδομένου ότι το άρθρο 17 § 8 Κ.Ο.Κ.

επιτρέπει την αλλαγή λωρίδος κυκλοφορίας μόνον εφόσον δεν προκαλείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και δίνεται έγκαιρα προειδοποίηση και το άρθρο 21 Κ.Ο.Κ. επιβάλλει στους οδηγούς οχημάτων να ενεργούν με σύνεση και προσοχή. Επομένως ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της άνω αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνακόλουθα, μετά την παραδοχή του ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρώτου λόγου της παραπάνω αίτησης αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. που αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του Π.

Κ.. Εξάλλου, με τον ίδιο τρίτο λόγο της ως άνω από 12-3-2015 αιτήσεως αναιρέσεως του H. C. S. L. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 25 του Συντάγματος και της αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωσης του πρώτου αναιρεσείοντος στο ποσό των 35.000 ευρώ ενώ κατά την αιτίαση του εν λόγω αναιρεσείοντος θα έπρεπε να του επιδικασθεί το ποσό των 400.000 ευρώ, που τα Ελληνικά Δικαστήρια επιδικάζουν για ανάλογες σωματικές βλάβες ατόμων της αυτής κοινωνικής και οικονομικής θέσης του.

Ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το Εφετείο καθορίζοντας την εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωση του αναιρεσείοντος στο ποσό των 35.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό δεν είναι υπέρμετρα χαμηλό και κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατά την διάταξη του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνον... α) αν το Δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη...". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την αγωγική αξίωση του πρώτου αναιρεσείοντος των συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του απολεσθέντων διαφυγόντων κερδών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ο ενάγων (ηλικίας τότε 54 ετών), εργαζόταν ως ανώτατο διευθυντικό στέλεχος του διεθνούς ομίλου εταιριών "...", με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση σε ασφαλιστικές εταιρίες και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή, Προέδρου του Δ.Σ.

και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας "..." (βλ. ΦΕΚ ...12-8-2004 του ΤΑΕ και ΕΠΕ), με μηνιαίες αποδοχές στην Ελλάδα ποσού 4.174 ευρώ (βλ. την κατατιθέμενη στην Επιθεώρηση Εργασίας κατάσταση προσωπικού της εταιρίας), ενώ παράλληλα του καταβάλλονταν και από την ..., ως Διευθύνων Σύμβουλος, αποδοχές μηνιαίες ποσού 2.286,42 ευρώ (βλ.

σχετικές αποδείξεις πληρωμής των προηγουμένων του ατυχήματος μηνών του έτους 2004). Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, κατέστη πλέον ανίκανος για εργασία, για το χρονικό διάστημα από το ατύχημα (11-12-2004) μέχρι τις 31-12-2008, όπως άλλωστε κρίθηκε και με τις ως άνω Γνωματεύσεις της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ και την .../2007 απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ, ενώ με την ίδια (.../2007) απόφαση του χορηγήθηκε σύνταξη αναπηρίας από την 1-1-2007 και μέχρι τις 31-12-2008 που θα πρέπει να επανεξετασθεί.

Έτσι, από την αιτία αυτή ο ενάγων απώλεσε α) αναφορικά με την εργοδότρια εταιρία στην Ελλάδα το συνολικό ποσό των 58.696.83 ευρώ (μικτές αποδοχές) για το έτος 2005, των 58.606,83 ευρώ για το έτος 2006, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως σχετικές βεβαιώσεις αποδοχών και συντάξεων για τα έτη αυτά αντίστοιχα, καθώς και τα ίδια ποσά ήτοι των 58.606.83 ευρώ ετησίως, για τα επόμενα δύο έτη ήτοι 2007 και 2008 αντίστοιχα, που θα εισέπραττε με βεβαιότητα αν δε μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, δηλαδή συνολικά για το διάστημα αυτό το ποσό των 234.517,32 ευρώ (58.696,83 ευρώ + (58.606,83 ευρώ χ 3 έτη), το οποίο, αν και έλαβε από τις ανωτέρω εργοδότριες εταιρίες του, δικαιούται να ζητήσει ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 930 εδ. 3 ΑΚ...".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατά τον χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως ανώτατο διευθυντικό στέλεχος του διεθνούς ομίλου εταιριών "..." με μηνιαίες αποδοχές στην Ελλάδα ποσού 4.174 ευρώ, ενώ παράλληλα του καταβάλλονταν και από την ...

ως Διευθύνων Σύμβουλος αποδοχές μηνιαίες 2.286,42 ευρώ στην συνέχεια κατά τον προσδιορισμό των απολεσθέντων κερδών από 11-12-2004 έως 31-12-2008 δεν πρόσθεσε στις μηνιαίες αποδοχές στην Ελλάδα και τις μηνιαίες αποδοχές 2,286,42 ευρώ, που δέχεται ότι λάμβανε από την .... Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 9 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός.

Επί της από 22-7-2015 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου.

To αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο με το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την παραδοχή του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αγνώστου οχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας τρίτου και συγκεκριμένα, του οδηγού του με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΕ εμπλακέντος στο επίδικο ατύχημα αυτοκινήτου, Π. Κ., διότι το Εφετείο με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του αγνώστου οχήματος στην επέλευση του ατυχήματος και αποκλειστικής συγκλίνουσας υπαιτιότητας τρίτων και δη του παραπάνω Π. Κ. και του Ι. Κ., μη διάδικου στην παρούσα δίκη, τον οποίο ισχυρισμό παραδεκτά είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης, και επικουρικά, την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος H. L..

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει κατά τα ήδη εκτεθέντα, ότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του Π. Κ., καθώς και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας της οδηγικής του συμπεριφοράς και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, έτσι, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την σωστή ή μη εξειδίκευση της αόριστης έννοιας της υπαιτιότητας αυτού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, για όσους λόγους, κατά την ανάλυση του αντίστοιχου πρώτου λόγου, της από 12-3-2015 αίτησης αναίρεσης του H.

L. κ.λπ., αναφέρονται, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος κατά το δεύτερο τμήμα του, της παραπάνω αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά το μέρος που αφορά την έλλειψη υπαιτιότητας του Π. Κ., πρέπει να γίνει δεκτός. Ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο μέρος, που αφορά την έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, εξαιτίας ανεπαρκών άλλως ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την έλλειψη υπαιτιότητας του άγνωστου οδηγού των αγνώστων στοιχείων οχήματος και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του επιζήμιου αποτελέσματος είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζονται με σαφή, ορισμένο και συνοπτικό τρόπο στο αναιρετήριο τα στοιχεία της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας και δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για "έλλειψη", αναφορικά ως προς την ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ποιά δηλ.

στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπουν ή ως προς τι η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού της υπαιτιότητας του άγνωστου οδηγού των άγνωστων στοιχείων οχήματος και αναφορικά ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει.

Επομένως ο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος κατά το πρώτο μέρος της από 22-7-2015 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως προς την ανωτέρω αιτίαση πρέπει ν’ απορριφθεί.

Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων του ΑΚ και του προαναφερθέντος άρθρου του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η έλλειψη της υπαιτιότητας του τραυματισθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας H.

C. S. L. και η έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της συμπεριφοράς του με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο εν λόγω οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας κινούμενος αρχικά στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης πλησιάζοντος στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 270, προκειμένου να παρακάμψει την έμπροσθεν της πορείας του και στο δεξιό άκρο υπάρχουσα στάση του μετρό, διενήργησε ελιγμό και εισήλθε στην μεσαία λωρίδα στο δεξιό μέρος της οποίας και σε επαφή με την διακεκομμένη διαχωριστική των δύο αυτών λωρίδων γραμμή εκινείτο μέχρι την ώρα του ατυχήματος, η παράλληλη δε κίνηση και λίγο πίσω από το εμπρόσθιο τμήμα του με αριθμό κυκλ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου του Π. Κ., κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα. Επομένως ο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το αντίστοιχο τμήμα του, λόγος της από 22.7.2015 αναιρέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου, ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου H. C. S. L., οδηγού της με αριθμό κυκλ. ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατά την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 περ. α’ του ν. 2696/ 1999 (ΚΟΚ) σε μονόδρομους και οδούς διπλής κατεύθυνσης, που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση, μέσα σε κατοικημένες περιοχές και τρεις εκτός αυτών, διαχωριζόμενες με κατά μήκος διαγραμμίσεις, επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές (στοίχους).

Εν προκειμένω το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο με τον δεύτερο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσής του προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την παραδοχή, ότι ο αναιρεσίβλητος, οδηγός της με αριθμό κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας εκινείτο κανονικά στο δεξιό μέρος της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας παράλληλα και λίγο πιο πίσω από το εμπρόσθιο μέρος του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 περ. α’ του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) σε κατοικημένες περιοχές, που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και θα πρέπει ο δεύτερος λόγος της από 22.7.2015 αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ν’ απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω: 1) η από 12.3.2015 αίτηση αναιρέσεως του H. C. S. L. και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε." πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την από 4-12-2006 αγωγή του ενάγοντος H. L., κατά το μέρος που στρέφονταν κατά των εναγομένων Π. Κ. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "....", την από 10-6-2008 αγωγή του αυτού ως άνω ενάγοντος κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και την από 5-12-2006 αγωγή της ενάγουσας με την επωνυμία "...

Α.Ε" κατά το μέρος, που αφορούν: α) την αιτίαση του αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των νομίμως προσκομισθεισών και επικληθεισών υπ’ αριθμ. 6288/2009 και 6763/2011 ποινικών αποφάσεων των Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, αντιστοίχως, και β) την αιτίαση του αριθμ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση του για έλλειψη υπαιτιότητας του Π.

Κ. και γ) την αιτίαση του αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος H. C. S. L. περί επιδικάσεως απολεσθέντων εισοδημάτων από 11.12.2004 μέχρι 31.12.2008. 2) Η από 22.07.2015 αίτηση αναίρεσης Επικουρικού Κεφαλαίου πρέπει να γίνει δεκτή ως προς την σε βάρος του αγωγή του παραπάνω ενάγοντος κατά το μέρος, που αφορά την αιτίαση του αριθμ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αγνώστου οχήματος και έλλειψης υπαιτιότητας του Π.

Κ.. Να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι εκάστης αναιρέσεως στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες, εκάστης (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 12.3.2015 (και με αριθμό καταθ. ... 2015) και από 22.7.2015 (και με αριθμό καταθ. ...2015) αιτήσεις αναιρέσεως της 7183/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Δέχεται τις από 12.3.2015 (και με αριθμό καταθ. ...2015) και από 22.7.2015 (και με αριθμό καταθ. ...2015) αιτήσεις αναιρέσεως της 7183/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί εν μέρει την 7183/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους εκάστης αναιρέσεως στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ