Legislator Case Law & Legislation
1718/2014 AI generated

1718/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1718/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1718/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εζήτησε δ' ακολούθως η αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή, ως μόνη εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιωσάσης την 18-1 -2004 θείας της Α. Α., να ακυρωθούν λόγω απάτης το ειδικό πληρεξούσιο και τα δυνάμει αυτού συνταχθέντα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, με τα οποία ο εναγόμενος μετεβίβασε τα περιγραφόμενα σ' αυτά ακίνητα της κληρονομουμένης.

Keywords

AI generated
occurrence of the guarantee event third-party collateral revocatory avoidance action action for performance pledge holder repeated non-compliance
AI generated
1186/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά-Εισηγήτρια, Γ. Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μ. Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.
62/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 22/3/2010 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
1290/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5393/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5262/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2015 αίτησή τους.
804/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις .../2009 και ...2009 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
1532/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1718 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1718/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέλλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. συζ. Η. Ζ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ανδρέου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2012 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-10-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 30-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίσθηκε: Ότι ο πρώτος εναγόμενος ήδη αναιρεσείων, περί το θέρος του έτους 2000, εξαπατώντας, με ψευδή γεγονότα και δόλιες υποσχέσεις, την αποβιώσασα και κληρονομηθείσα υπ' αυτής θεία της Α. Α., επέτυχε να αποσπάσει παρ' αυτής ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου μετεβίβασε αιτία πωλήσεως τρία ακίνητα ιδιοκτησίας της σε τρίτους, χωρίς να της αποδώσει το εισπραχθέν τίμημα και ένα ακόμη ακίνητο της στον εαυτό του δι' αυτοσυμβάσεως, χωρίς να.

της καταβάλει οποιοδήποτε τίμημα. Οτι η ρηθείσα Α. Α., όταν αντελήφθη την εξαπάτηση της, ανεκάλεσε το χορηγηθέν πληρεξούσιο και παραλλήλως εζήτησε την ακύρωση τούτου και των δυνάμει αυτού συναφθεισών, ως άνω, συμβάσεων, με την από 15-7-2002 αγωγή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 6-11-2003, και ότι ο πρώτος εναγόμενος, τον Ιανουάριο του έτους 2003, εκμεταλλευόμενος την έκπτωση των νοητικών αυτής λειτουργιών την έπεισε να προβεί σε ανάκληση των εντολών που είχε χορηγήσει στους πληρεξουσίους δικηγόρους της, για την κατ' αυτού άσκηση των αστικών και ποινικών αξιώσεων της και σε παραίτηση από του δικογράφου της ασκηθείσης κατ' αυτού ως άνω αγωγής της, κατά την δικάσιμο της 6-11-2003.

Εζήτησε δ' ακολούθως η αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή, ως μόνη εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιωσάσης την 18-1 -2004 θείας της Α. Α., να ακυρωθούν λόγω απάτης το ειδικό πληρεξούσιο και τα δυνάμει αυτού συνταχθέντα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, με τα οποία ο εναγόμενος μετεβίβασε τα περιγραφόμενα σ' αυτά ακίνητα της κληρονομουμένης.

H αγωγή απερρίφθη με την πρωτόδικη απόφαση, λόγο) εκπροθέσμου ασκήσεως της και αποσβέσεως εντεύθεν του δι' αυτής ασκουμένου δικαιώματος προς ακύρωση των επιδίκων δικαιοπραξιών. Η απόφαση όμως αυτή εξηφανίσθη, κατά παραδοχήν της ασκηθείσης παρά της εναγούσης εφέσεως (όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την νομότυπη παραίτηση της τελευταίας από του δικογράφου και του δικαιώματος αυτής ως προς τους λοιπούς, πλην του πρώτου, εναγομένους), με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή και ακύρωσε τα δι' αυτής προσβαλλόμενα, ως άνω, συμβόλαια.

Την τελευταία αυτή απόφαση μέμφεται ήδη με την κρινομένη αίτηση του ο εναγόμενος, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και εξετάζονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή, κατά το άρθρο 147 εδ. α' του Α.Κ: "Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαιτέρα σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και πρέπει να προξενείται από την απάτη.

Δεν ενδιαφέρει, αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον ούτε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος και να υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βουλήσεως του συγκεκριμένου εξαπατηθέντος, με βάση τις προσωπικές ικανότητες και ιδιότητες αυτού (υποκειμενικό κριτήριο) και όχι με το αντικειμενικό κριτήριο, εκείνο δηλαδή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η δολία παράσταση μπορεί να συνίσταται σε υπόσχεση του απατήσαντος για την τήρηση στο μέ)λον ορισμένης στάσεως εκ μέρους του προς τον απατηθέντα (Α.Π. 541/2012, 1756/2011,1270/2011, 282/2010,1225/2010, 618/2010, 325/2009, 463/2008). Τέλος, η περί πληρεξουσιότητος δήλωση βουλήσεως, μπορεί, όπως κάθε δικαιοπραξία, να είναι προϊόν απάτης και συνεπώς ακυρώσιμη.

Αν καταρτίσθηκε ήδη η κυρία δικαιοπραξία, η ακυρωσία της πληρεξουσιότητος δεν καθιστά και εκείνη ακυρώσιμη, αλλά η ακύρωση της πληρεξουσιότητος αίρει εξ υπαρχής το προαπαιτούμενο της υπάρξεως εξουσίας αντιπροσωπεύσεως, οπότε επέρχονται οι συνέπειες των άρθρων 229 επ. Α.Κ. και ειδικότερα επί συμβάσεως επέρχεται ακυρότητα, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος ενέκρινε αυτήν.

Εξάλλου ο από τη διάταξη ταυ άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολ.ΑΠ 36/1988, Α.Π. 1186/2009).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο (ΑΠ 43/2013, 335/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.ΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση η αντένσταση η με λόγο εφέσεως η αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Η ενάγουσα είναι ανηψιά της Α. Α. ..., η οποία πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 2004, σε ηλικία 83 ετών,..., συγκεκριμένα είναι θυγατέρα του προαποβιώσαντος...αδελφού της...Η Α.

Α. ήταν χήρα από πολλά χρόνια και δεν είχε αποκτήσει τέκνα, διέμενε δε μόνη της στο χωριό "..." της .... Η τελευταία, με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της ...ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας..., εγκατέστησε την ενάγουσα μοναδική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, η διαθήκη δε αυτή δημοσιεύτηκε στις 20-2-2004...Η ως άνω κληρονομουμένη ...

είχε χορηγήσει στον εναγόμενο Π. Γ. το με αριθμό ... ειδικό πληρεξούσιο...με το οποίο παρείχε σ' αυτόν, μεταξύ των άλλων, την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να πωλεί..., μεταβιβάζει... προς οποιονδήποτε και στον ίδιον τον εαυτό του..., αντί οποιουδήποτε τιμήματος ... οποιοδήποτε ακίνητο της, να εισπράττει το τίμημα...

Ο Π. Γ. έπεισε την ανωτέρω διαθέτιδα να του χορηγήσει το εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, και ειδικότερα της παρέστησε ψευδώς ότι είναι συγγενής του συζύγου της και ότι αυτός θα τη φρόντιζε και θα τη βοηθούσε στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Άρχισε να την επισκέπτεται από τις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2000 τακτικά να συζητά μαζί της επί πολλή ώρα διαβεβαιώνοντας αυτήν ότι θα προστάτευε τα κτήματα της, για να μην της τα πάρουν τρίτοι και ότι, αν τον καθιστούσε πληρεξούσιο της, θα ήταν δίπλα της για τα γηρατειά της.

Ο ανωτέρω εναγόμενος όμως δεν ήταν συγγενής του συζύγου της Α. Α....ούτε είχε πρόθεση να φροντίσει την τελευταία στα γηρατειά της, όπως αποδείχθηκε από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του. Με το ανωτέρω ψευδές γεγονός της συγγένειας και τις δόλιες υποσχέσεις του, ο Π. Γ. δημιούργησε στην Α. Α. την πλανημένη αντίληψη ότι είναι πρόσωπο εμπιστοσύνης, ότι θα προάσπιζε τα συμφέροντα της και την περιουσία της από την επιβουλή τρίτων και ότι μπορούσε να βασίζεται σ' αυτόν για τα γηρατειά της και έτσι τον κατέστησε πληρεξούσιο με τα παραπάνω αναφερόμενα δικαιώματα...

Ακολούθως, όμως ο ανωτέρω εναγόμενος, με βάση αυτό το πληρεξούσιο, πώλησε τρία οικόπεδα ιδιοκτησίας της Α. Α.... στους Α. και Α. Μ. και στους Μ. Μ. και Ε. Α., με τα με αριθμούς ..., ... και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας..., έναντι τιμήματος αντίστοιχα 15.612.452 δρχ., 25.755.735 δρχ. και 18.296.285 δρχ. Επίσης, με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Χαλκίδας Μαρία Δ.

Τζώρτζη, ο εναγόμενος μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση ένα οικόπεδο επιφάνειας 436,12 τετρ. μέτρων ιδιοκτησίας της θανούσας, με την επ' αυτού ισόγεια οικία και ισόγειο κτίσμα...στον οικισμό του χωριού "...", έναντι τιμήματος 9.110.127 δρχ. Τα παραπάνω ποσά, που ανέρχονται συνολικά σε 68. 774.599 δραχμές, αντιστοιχούν στην αντικειμενική αξία των ακινήτων.

Από το ποσό αυτό ο εναγόμενος απέδωσε στην εντολέα του μόνο το ποσό των 13.000.000 δραχμών και τα υπόλοιπα το. ιδιοποιήθηκε παράνομα, αν και η τελευταία τον όχλησε με την από 4-2-2002 εξώδικη διαμαρτυρία της... με την οποία τον κάλεσε να της αποδώσει το ποσό που είχε πραγματικά εισπράξει από τις ανωτέρω πωλήσεις και που η ίδια το υπολόγιζε στο ποσό των 110.000.000 δραχμών.

Επιπλέον, η Α. Α. με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας...ανακάλεσε όλες τις γενικές και ειδικές εντολές που είχε παράσχει σ' αυτόν με το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο... Ακολούθως, η Α. Α. υπέβαλε την από 5-3-2002 έγκληση της σε βάρος του εναγομένου, επί της οποίας... εκδόθηκε... βούλευμα.... με το οποίο...

παραπέμφθηκε... για το ότι. με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα που βρίσκονταν στην κατοχή του και τα είχαν εμπιστευτεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, η συνολική αξία των οποίων υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών.

Ήδη, για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, ο εναγόμενος καταδικάστηκε, με την υπ' αρ. 216/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, σε κάθειρξη οχτώ (8) ετών. Περαιτέρω, η Α. Α. άσκησε σε βάρος αυτού την από 15-7-2002... αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με αίτημα την ακύρωση των παραπάνω δικαιοπραξιών λόγω απάτης, δικάσιμος της οποίας είχε οριστεί η 20-2-2003 και μετά από αναβολή η 6-11-2003.

Ο εναγόμενος, την 27-1-2003, εκμεταλλευόμενος την ηλικία και την κατάσταση της υγείας της Α. Α., την οδήγησε στο ... στο σπίτι κάποιου Σ. Λ., όπου αυτή ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδας ..., με βάση το με αριθμό ... πληρεξούσιο που συνέταξε ο τελευταίος, ανακάλεσε τις εντολές που είχε χορηγήσει στους πληρεξούσιους δικηγόρους της και στην ενάγουσα ανηψιά της, σχετικά με την άσκηση των αστικών και ποινικών αξιώσεων της σε βάρος του εναγόμενου και ειδικότερο, σχετικά με την έγερση και συζήτηση της παραπάνω αγωγής για ακύρωση των δικαιοπραξιών...

Κατόπιν αυτού, κατά τη δικάσιμο της 6-11-2003, έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της παραπάνω αγωγής. Εξάλλου, όπως διαπιστώθηκε από το νευρολόγο-ψυχίατρο Γ. Κ. που είχε οριστεί ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, στα πλαίσια αυτεπάγγελτης υποβολής της Α. Α. σε δικαστική συμπαράσταση, κατά την εξέταση της περί το Δεκέμβριο του έτους 2003, η τελευταία έπασχε από γεροντική άνοια σοβαρού βαθμού με σταθερά προοδευτική επιδείνωση και ότι για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατό να φροντίσει τον εαυτό της σε οποιοδήποτε επίπεδο λειτουργικότητας και πολύ περισσότερο εκεί που χρειαζόταν συνδυαστική σκέψη και κρίση.

Τέλος, η Α. Α. πέθανε στις 18-1-2004. Κατόπιν αυτών, το με αρ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη και το με αρ. ... συμβόλαιο μεταβίβασης της ίδιας συμβολαιογράφου αποτελούν προϊόντα απάτης, καθόσον η ως άνω κληρονομουμένη δεν θα παρείχε το ανωτέρω πληρεξούσιο, με βάση το οποίο καταρτίστηκε το δεύτερο συμβόλαιο, αν γνώριζε ότι ο εναγόμενος δεν ήταν συγγενής του συζύγου της και δεν θα τη φρόντιζε στα γηρατειά της αλλά αντίθετα θα καρπωνόταν την περιουσία της......" Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την πρωτοδίκως προβληθείσα παρά του πρώτου εναγομένου ένσταση περί αποσβέσεως του προς ακύρωση δικαιώματος λόγω παρελεύσεως της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας, δέχθηκε την έφεση ως προς τον πρώτο εναγόμενο (ενώ ως προς του λοιπούς εθεώρησε αυτήν λόγω της προμνησθείσης παραιτήσεως ως μη ασκηθείσα), και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως προς τον ίδιο (πρώτο) εναγόμενο και ακύρωσε το ειδικό πληρεξούσιο και το συμβόλαιο της προς αυτόν μεταβιβάσεως του ακινήτου της κληρονομουμένης.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 147 εδ. α' Α.Κ., διότι τα πραγματικά περιστατικά}τα οποία δέχθηκε (ανελέγκτως) ως αποδειχθέντα, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της συγκεκριμένης διατάξεως, όπως αναλύονται στην προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη.

Ειδικότερα δε καθόσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου και της δηλώσεως βουλήσεως της εξαπατηθείσης Α. Α., το Εφετείο δέχτηκε ότι η ψευδής προς αυτήν δήλωση του εναγομένου περί της συγγενικής του σχέσεως με τον αποβιώσαντα σύζυγο της, και οι δόλιες υποσχέσεις του ότι θα την φρόντισε, θα την βοηθούσε, θα προστάτευε την περιουσία της και θα ήταν δίπλα της στα γηρατειά της, άσκησαν, ενόψει και της ηλικίας της, της καταστάσεως της υγείας της και της μοναχικής ζωής της, καταλυτική επίδραση στην χορήγηση του επίμαχου πληρεξουσίου, στην οποία αυτή δεν θα προέβαινε αν εγνώριζε την πραγματική κατάσταση , ότι δηλαδή ο εναγόμενος δεν ήταν συγγενής του συζύγου της και δεν ήταν διατεθειμένος να τη φροντίσει και να της συμπαρασταθεί στα γηρατειά της, αλλ' αντιθέτως αποσκοπούσε στο σφετερισμό της περιουσίας της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρεβίασε, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές του, την προδιαλ.ηφθείσα διάταξη του άρθρου 147 εδ. α' Α.Κ. , την οποία εφήρμοσε εσφαλμένως, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα των απαιτουμένων για την εφαρμογή της, και ιδιαιτέρως των αναγομένων στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ παραπλανήσεως και δηλώσεως βουλήσεως, τυγχάνει αβάσιμος.

Εξάλλου, τα προαναφερόμενα περιστατικά, που έγιναν δεκτά , ως αποδεδειγμένα από το Εφετείο, και δικαιολογούν την εφαρμογή της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 147 εδ. α' του Α.Κ., περιέχονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του. και στο δικόγραφο της ενδίκου αγωγής, η οποία έτσι είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι, κατά νόμον, αναγκαία για την θεμελίωση του δι' αυτής ασκουμένου δικαιώματος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και τέταρτος, κατά την νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αυτές ως άνω. εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες της, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως είρηται ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 147 εδ. α' Α.Κ., παραδοχής ως ορισμένης και νομίμου της ενδίκου αγωγής, χωρίς να περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της στοιχεία, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 157 Α.Κ: "'0ταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία".

Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 280 Α.Κ. το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος, αφού η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη, εφόσον δε από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεσθεί.

Κατά δε το άρθρο 279 Α.Κ. επί της αποσβεστικής προθεσμίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 154 A.K. "Η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση. Την ακύρωση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μόνον αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 263 A.K: "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να. μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 259 Α.Κ. η παραγραφή αξιώσεως που ανήκει σε κληρονομία δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου, αφότου ο κληρονόμος απέκτησε την κληρονομία. Η εν λόγοι διάταξη προβλέπει λόγο αναστολής συμπληρώσεως της παραγραφής, κατά την αληθή δε έννοια της αφετηρία για την έναρξη του εξαμήνου αναστολής, παρά την γραμματική διατύπωση, είναι η αποδοχή της κληρονομιάς και όχι η κτήση αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κρίνοντας ότι η επανέγερση της ενδίκου αγωγής από την ενάγουσα, ως κληρονόμο της αρχικώς εναγούσης, έγινε εμπροθέσμως, και ότι το δι' αυτής ασκούμενο δικαίωμα ακυρώσεως των επιδίκων δικαιοπραξιών δεν απεσβέσθη, αφού η διετής αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως τούτου, θεωρείται διακοπείσα από την άσκηση της πρώτης αγωγής, και εξαφανίζοντας την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικο απόφαση, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση το ιστορικό της αγωγής, η κληρονομουμένη Α.

Α., μετά την αποκάλυψη της σε βάρος της εξαπάτησης, περί το τέλος του έτους 2001, άσκησε σε βάρος του Π. Γ. την από 15-7-2002 αγωγή της περί ακυρώσεως δικαιοπραξιών λόγω απάτης, από το δικόγραφο της οποίας έγινε παραίτηση κατά τη δικάσιμο της 6-11-2003, ενώ στις 18-1-2004 η ως άνω κληρονομουμένη πέθανε. Στη συνέχεια, στις 20-2-2004 δημοσιεύτηκε η δημόσια διαθήκη αυτής, με την οποία εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο την ενάγουσα, η τελευταία δε άσκησε την κρινόμενη αγωγή της, με περιεχόμενο και αίτημα ίδια με αυτά της αγωγής της διαθέτιδας, στις 9-9-2004.

Κατόπιν αυτών, το δικαίωμα της ενάγουσας για ακύρωση των ένδικων δικαιοπραξιών δεν αποσβέστηκε, δεδομένου ότι... η λήξη της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 263 Α. Κ. για επανέγερση της αγωγής από αυτήν (κληρονόμο) ανεστάλη μέχρι την 20-6-2004, ημερομηνία παρέλευσης της προθεσμίας για αποποίηση, ακολούθως δε απέμενε στην ενάγουσα προθεσμία τριών (3) μηνών και δεκαοχτώ (18) ημερών, η οποία υπολειπόταν για την άσκηση του δικαιώματος και στην κληρονομουμένη, με ημερομηνία λήξης την 18-10-2004 η ενάγουσα δε άσκησε την αγωγή της την 9-9-2004 δηλαδή εντός της ανωτέρω προθεσμίας.

Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη, που δέχτηκε ότι το δικαίωμα της ενάγουσας έχει αποσβεστεί και κατόπιν αυτού απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ώστε πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί αυτή...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατ' ορθήν ερμηνεία και εφαρμογήν των προπαρατεθειμένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 157 , 263 και 259 &ώ Α.Κ., δέχθηκε ως εμπρόθεσμη την άσκηση της ενδίκου αγωγής, μη συνυπολογίζοντας στην εξάμηνη προθεσμία επανεγέρσεώς της, την τετράμηνη προθεσμία αποποιήσεως της κληρονομιάς, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τον αναιρεσείοντος ότι η προθεσμία αυτή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, αφού η ενάγουσα δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά, με αφετηρία δε τον χρόνο της επαγωγής της σ' αυτήν, που ταυτίζεται με το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, η εξάμηνος προθεσμία συνεπληρώθη την 18-7-2004, ήτοι πριν από την άσκηση της αγωγής, τυχγχάνουν αβάσιμοι.

Επομένως ο δεύτερος κατά σειράν λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλονται οι ως άνω ισχυρισμοί και αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων τυγχάνει αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1711/2008, 325/2007) Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

γ' Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την, εκ της παραιτήσεως της εφεσίβλητου από του δικογράφου και του δικαιώματος της εφέσεώς της ως προς του λοιπούς (2°-5°) εναγομένους, συναγόμενη δικαστική ομολογία αυτής περί της εγκυρότητος των μετ' αυτών συναφθέντων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και συνακολούθως του επιδίκου ειδικού πληρεξουσίου, δυνάμει του οποίου συνήφθησαν τα συμβόλαια αυτά.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, αφού ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται δεν είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου, όπου ο αναιρεσείων είχε ερημοδικήσει, (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τυγχάνει αβάσιμος, διότι η παραίτηση της εκκαλούσης, ήδη αναιρεσιβλήτου. από του δικογράφου και του δικαιώματος εφέσεως ως προς τους λοιπούς ως άνω εφεσίβλητους, δεν μπορεί να θεωρηθεί αφ' εαυτής ως δικαστική ομολογία της τελευταίας, ότι το επίδικο πληρεξούσιο δεν είναι προϊόν απάτης και ως τοιούτο δεν υπόκειται σε ακύρωση, ενόψει μάλιστα του ότι ούτε από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει αλλά ούτε και ο αναιρεσείων επικαλείται τους λόγους για τους οποίος η αναιρεσίβλητος ήχθη στην ως άνω παραίτηση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση του Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ευβοίας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ