Legislator Case Law & Legislation
1718/2012 AI generated

1718/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1718/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 570/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, η έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της 240/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, που απέρριψε την σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERTRUST ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΑΕ", που συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως από την αναιρεσείουσα, αγωγή του, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας που προκλήθηκε από πράξεις, του προστηθέντος από την τελευταία υπαλλήλου της Χ. Κ.. Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Legislator headnote

AI generated

1718/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού (προστηθέντος), της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεως του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) παρείχε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλον σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.

Keywords

AI generated
liability of managing director fund management company investment risk guarantee assurance of proper business conduct legal expenses insurance asset manager
AI generated
290/2011
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Απριλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 354/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή της.
291/2011
ΕΑΔΑΚ (εταιρίες επενδύσεων) που χρησιμοποιούν τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρία ως αντιπροσώπου στα πλαίσια επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, όταν ο ασφαλιστικός σύμβουλός της τελευταίας διέπραξε απάτη, ευθύνονται αμφότερες οι αντιπροσωπευόμενες με 922 ΑΚ.
530/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1350/2011
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
1583/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1718 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1718/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλαμπέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Χατζηαντωνιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 240/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 570/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιουνίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 570/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, η έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της 240/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, που απέρριψε την σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERTRUST ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΑΕ", που συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως από την αναιρεσείουσα, αγωγή του, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας που προκλήθηκε από πράξεις, του προστηθέντος από την τελευταία υπαλλήλου της Χ. Κ.. Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά την διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιο άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού (προστηθέντος), της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεως του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) παρείχε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλον σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.

Τέλος, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.

Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του.

3. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η β' εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων (που απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα), θυγατρική της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία INTERAMERICAN διατηρούσε κατά το έτος 1998 γραφεία στην πόλη της ..., όπου απασχολούσε υπαλληλικό προσωπικό, προς διαχείριση των υποθέσεών της, οι οποίες κάλυπταν όλο το εύρος των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων.

Η άνω εναγόμενη εταιρία συνήψε σύμβαση παραγωγικής συνεργασίας με τον πρώτο εναγόμενο Χ. Κ., ο οποίος ανέλαβε τη Διεύθυνση του εδρεύοντος στην πόλη της ... υποκαταστήματος αυτής και ειδικότερα η β' εναγόμενη ανέθεσε σ' αυτόν την εντολή της διαμεσολάβησης μεταξύ αυτής και των τρίτων προς σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ως ασφαλιστικός και χρηματοοικονομικός σύμβουλος, εξουσιοδοτημένος από αυτή.

Ο εν λόγω α' εναγόμενος, ήταν εγκατεστημένος στα γραφεία της β' εναγόμενης στην ..., όπου ήταν και τα γραφεία της μητρικής αυτής εταιρίας με την επωνυμία INTERAMERICAN ΑΕ" και ως εκ της σχέσεως του με την β' εναγόμενη, είχε καθήκον και υποχρέωση να διαθέτει τα προϊόντα της, που ήταν διάφορα ασφαλιστικά και επενδυτικά προγράμματα, ενεργώντας κάτω από τις εντολές και οδηγίες της φέροντας μάλιστα τον κωδικό αριθμό συνεργάτη αυτής ... .

Κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 1998, ο πρώτος ενάγων ήδη εκκαλών I. Π., επισκέφθηκε τα γραφεία της β' εναγόμενης, ήδη εφεσίβλητης στην πόλη της Έδεσσας, όπου συναλλασσόμενος με τον προστηθέντα από αυτή α' εναγόμενο Χ. Κ., πείσθηκε από αυτόν στην κατάρτιση σύμβασης "ασφάλιση ζωής συνδεδεμένη με επενδύσεις σε ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές, REPOS" κλπ.

Συγκεκριμένα, αφού ο εν λόγω α' εναγόμενος Χ. Κ. επέδειξε στον α' ενάγοντα-εκκαλούντα, διάφορα έντυπα της β' εναγόμενης-εφεσίβλητης με τις αποδόσεις των επενδύσεων σε συνάρτηση με την τοκοφορία των τραπεζικών καταθέσεων, ισχυρίστηκε ότι ο τύπος της ως άνω σύμβασης καλύπτεται με φορολογική ατέλεια του μερίσματος και αποτελεί την καλύτερη μορφή σύμβασης για την κεκαλυμμένη επένδυση των χρημάτων του σε α' ύψους τίτλους.

Με τον τρόπο αυτό έπεισε τον πρώτο ενάγοντα-εκκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των (6.000.000) δρχ, άλλως (17.608, 2) Ευρώ με την υπόσχεση ότι το ποσό αυτό θα το αποστείλει στην β' εναγόμενη εταιρία, η οποία θα αποστείλει στη συνέχεια του σχετικούς τίτλους. Κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1998, ο α' ενάγων, αφού δεν έλαβε τους προαναφερόμενους τίτλους από την β' εναγόμενη, δεδομένου ότι ο α' εναγόμενος παρακράτησε παράνομα το προαναφερόμενο ποσό, άρχισε να ενοχλεί τηλεφωνικώς την β' εναγόμενη, η οποία δημοσίευσε στον τοπικό τύπο ότι διακόπτει τη συνεργασία της με τον α' εναγόμενο Χ.

Κ.. Στη συνέχεια μέχρι το μήνα Αύγουστο του ίδιου έτους η β' εναγόμενη ευρίσκετο σε διαπραγματεύσεις με τον α' ενάγοντα-εκκαλούντα προς τακτοποίηση τη προαναφερόμενης υποχρέωσης της, η οποία προήλθε από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του συγκεκριμένου οργάνου της, πλην όμως τελικώς δεν προέβη σε καμία ενέργεια αποκατάστασης της εν λόγω υποχρέωσης της, αλλά αντίθετα απέπεμψε τον α' ενάγοντα-εκκαλούντα, όπως και άλλους που συναλλάχθηκαν με τον προστηθέντα από αυτήν Χ.

Κ.. Ο ισχυρισμός της β' εναγόμενης- εφεσίβλητης ότι ο τελευταίος ενεργούσε για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από τις δικές της εντολές και οδηγίες δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι σ' αυτόν είχαν ανατεθεί τα συγκεκριμένα καθήκοντα από την β' εναγόμενη, η οποία στη συνέχεια παρέλειψε να παρακολουθήσει επισταμένως δια των αρμοδίων οργάνων της την πιστή τήρηση από τον α' εναγόμενο των όρων και συμφωνιών μεταξύ αυτής και του τελευταίου, ως προς τα ανατεθειμένα από αυτή καθήκοντα με αφορμή την ανατεθείσα σ' αυτόν υπηρεσία, την οποία ο α' εναγόμενος προστηθείς της β' εναγομένης εφεσίβλητης καταχράστηκε, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό τον α' ενάγοντα-εκκαλούντα.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω ενάγων ζημιώθηκε στην προκειμένη περίπτωση από δικό του πταίσμα, σύμφωνα με τον παραδεκτά προβληθέντα πρωτοδίκως από την β' εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη ισχυρισμό (άρθρο 300 ΑΚ), δεδομένου ότι ο ενάγων-εκκαλών δεν επέδειξε αμέλεια, κατά την σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης με τον προστηθέντα της β' εναγόμενης.

Ειδικότερα, όπως προελέχθη, επισκέφθηκε τα γραφεία της β' εναγόμενης και πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του α' εναγόμενου, προστηθέντος από αυτή, ιδιαίτερα διότι ο τελευταίος με κάθε τρόπο τον διαβεβαίωσε ότι ενεργούσε για λογαριασμό της, πράγμα το οποίο δεν ήταν δυνατόν να αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα, δεδομένου ότι ο α' εναγόμενος ήταν εγκατεστημένος στα γραφεία της και επεδείκνυε σ' αυτόν έντυπα με τον λογότυπο της β' εναγόμενης.

Το γεγονός της αγοράς από τον α' ενάγοντα την 28-7-96 και 1-9-96 αμοιβαίων κεφαλαίων μετά τις ανάλογες αιτήσεις προς την β' εναγόμενη, για τα οποία εκδόθηκαν οι αντίστοιχοι τίτλοι, τους οποίους ο α' ενάγων διαβίβασε προς εξαγορά σ' αυτήν, αποδεικνύει την εμπιστοσύνη που ο τελευταίος είχε προς την β' εναγόμενη, με αποτέλεσμα την πρόθεση του να συνεχίσει να προβαίνει σε συναλλαγές με αυτή δια του ως άνω προστηθέντος αυτής α' εναγόμενου.

Εξάλλου στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η β' εναγόμενη μετά την αποπομπή από τις υπηρεσίες της του α' εναγόμενου (Απρίλιο του έτους 1998) ευρίσκετο σε διαπραγματεύσεις με τον α' ενάγοντα-εκκαλούντα μέχρι τον μήνα Αύγουστο του ίδιου έτους προς τακτοποίηση της άνω υποχρέωσής της προς αυτόν, γεγονός που τελικά δεν επιτεύχθηκε.

Γι' αυτό το λόγο ο α' ενάγων άσκησε την κρινόμενη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην β' εναγομένη την 17-7-03, δηλαδή πριν την παρέλευση της πενταετούς προθεσμίας (άρθρο 937 ΑΚ) κι επομένως ο προβληθείς από την β' εναγομένη πρωτοδίκως ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο α' ενάγων-εκκαλών συνήψε την προαναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση με την β' εναγομένη-εφεσίβλητη, η οποία ενεργούσε δια του προστηθέντος από αυτή οργάνου της α' εναγόμενου, από τις παράνομες πράξεις του οποίου ζημιώθηκε ο παραπάνω ενάγων κατά το προαναφερόμενο ποσό των (17.608,2) ευρώ, το οποίο έχει υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτόν η παραπάνω εναγόμενη-εφεσίβλητη, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τον α' εναγόμενο το ύψος του οποίου δεν αμφισβητεί αυτή".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίες δικαιολογούν το καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα, Ειδικότερα, από τις αιτιολογίες αυτές με σαφήνεια προκύπτει:

α) ότι η τέλεση της άδικης και υπαίτιας από πρόθεση πράξης του συνεναγομένου της εταιρίας με την επωνυμία "INTERTRUST Α.Ε.Δ.Α.Κ." (που εν συνεχεία απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα), υπαλλήλου της, κατέστη δυνατή λόγω της ανατεθείσης σε εκείνον διευθύνσεως του υποκαταστήματος της στην ... . Η ιδιότητα δε αυτή, με την οποία ενήργησε, τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να την πραγματοποιήσει χωρίς την πρόστηση.

Παράλληλα απέκλεισε, εξ αντιδιαστολής, ότι ο τελευταίος ενήργησε σε εκτέλεση ιδιωτικής εξωεταιρικής συμφωνίας με τον αναιρεσίβλητο, στον οποίο αντιθέτως δημιούργησε την εντύπωση ότι συναλλάσσεται με την προστήσασα αυτόν εταιρία. Εξάλλου, δεν αποτελεί ανεπάρκεια αιτιολογιών, η παράλειψη αναφοράς του περιεχομένου των εντύπων αιτήσεων της, για τη συμμετοχή υποψήφιου επενδυτή στα επενδυτικά της προγράμματα, που αποτελεί πραγματικό επιχείρημα προς ανταπόδειξη αρνητικώς των θεμελιωτικών της αγωγής του αναιρεσίβλητου πραγματικών περιστατικών και β) ότι δεν συντρέχει συνυπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου στην πρόκληση και στο μέγεθος της ζημίας του, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, καθόσον, η ιστορούμενη δόλια συμπεριφορά του υπαλλήλου της, δημιούργησαν τέτοια εμπιστοσύνη στον αναιρεσίβλητο, ώστε δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι με τις ενέργειες του αυτές αποσκοπούσε να τον παραπλανήσει και να ιδιοποιηθεί τα χρήματά του.

Άλλωστε και η προστήσασα αυτόν, μετά την αποκάλυψη της πράξεως του και την αποπομπή του από την υπηρεσία της, διαπραγματευόταν επί τετράμηνο με τον αναιρεσίβλητο προκειμένου να βρεθεί τρόπος για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 922, 926 και 300 ΑΚ, παραδοχή της απορριφθείσης, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας και την απόρριψη κατ' ουσίαν της περί συνυπαιτιότητας ενστάσεως της τελευταίας.

Οι προβαλλόμενες λοιπόν, αιτιάσεις από το άρθρο το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, που υποβάλλονται με τους 2°, και 4° ( υπό τα δυο σκέλη του) λόγους, υπό την έννοια της ευθείας, και εκ πλαγίου παραβιάσεως, ψευδούς ερμηνείας, και εσφαλμένης υπαγωγής των εν λόγω διατάξεων, που στηρίζονται σε αποδιδόμενες αναληθείς από νομική και ουσιαστική άποψη αντιθέτου περιεχομένου πλημμέλειες, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης της, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλει ότι, με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο, κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι πλημμελώς εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 26 του νόμου 1969/1991, σύμφωνα με την οποία η Α.Ε.

Διαχειρίσεως έχει αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι και τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, την οποία και συμφώνησε να συνάψει με τον αναιρεσίβλητο, ο υπ' αυτής προστηθείς Χ. Κ.. Το Εφετείο όμως, δέχτηκε, κατά πιο πάνω αναφερόμενα την ύπαρξη αδικοπραξίας εκ μέρους του προστηθέντος προσώπου, από την πρωτοδίκως εναγομένη εταιρία (και απορροφηθείσα εν συνεχεία από την αναιρεσείουσα), και ειδικότερα ότι:

α) υπήρχε σχέση πρόστησης, μεταξύ της απορροφηθείσης από την αναιρεσείουσα εταιρίας, με την επωνυμία "INTERTRUST ΑΕΔΑΚ" και του συνεναγομένου της, στην πρωτοβάθμια δίκη, Χ. Κ., β) ο τελευταίος χρησιμοποίησε τη δυνατότητα του αυτή, προκειμένου να παραπλανήσει την αναιρεσίβλητο και να του αποσπάσει το ποσό των 6.000.000 δρχ. (17.608,2 ευρώ), το οποίο στη συνέχεια το κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε και γ) τούτο έπραξε επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του και κατά κατάχρηση αυτής.

Ήταν λοιπόν νομικά αδιάφορο το αν η προστήσασα ήταν μόνο εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι και παραγωγός ασφαλιστικών συμβάσεων.

Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να θεμελιώσει την μεταξύ του αδικοπραγήσαντος και της εταιρίας ΑΕΔΑΚ σχέση πρόστησης, ότι η τελευταία, εκτός από τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, ασχολείτο και με τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί διότι πλήττεται πλεοναστική παραδοχή της απόφασης, που δεν ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιουμένου με την αγωγή δικαιώματος Άλλωστε, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το ότι η μεταξύ του δράστη και του αναιρεσίβλητου συνομολογηθείσα σύμβαση, δεν ανήκει στον κύκλο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρίας, δεν αναιρεί την αδικοπραξία του υπαλλήλου της και δεν θέτει εν αμφιβόλω την ύπαρξη, της μεταξύ τους σχέσης προστήσεως.

4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Περαιτέρω, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 374/2012, 9/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει ο έχων έννομο συμφέρον.

Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς, κατ' αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής.

Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια και σε περίπτωση όπου δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως.

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα τα ακόλουθα: "... κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στον πρώτο λόγο (Β.1) της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, επανειλημμένα, τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην εφετειακή δίκη, προβάλαμε και αποδείξαμε ότι η εταιρία ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ είναι εταιρία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και δεν έχει ως αντικείμενο δραστηριοτήτων την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων.

Τόσο με τις από 19 Μαΐου 2004 πρωτόδικες προτάσεις μας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας (σελίδες 2 και επόμενες), όπως προαναφέρθηκε, όσο και με τις από 7-1-2010 προτάσεις μας ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης (σελ. 2 και επόμενες) ισχυρισθήκαμε και αποδείξαμε ότι η εταιρία ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ έχει μοναδικό και αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριοτήτων την διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

Με τις πρωτόδικες προτάσεις μας μάλιστα προβάλαμε και ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της εταιρίας ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ (σελ. 13 των πρωτοδικών προτάσεων) ισχυριζόμενοι ότι η εταιρία μας (ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ) δεν νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίσιν αγωγή. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σε αντίθεση με την πρωτόδικη) δεν έλαβε παντελώς υπόψη της τους ισχυρισμούς αυτούς, αλλά και τα αποδεικτικά στοιχεία που τους αποδείκνυαν, ήτοι το ΦΕΚ ιδρύσεως και λειτουργίας της εταιρίας μας ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ από το οποίο προκύπτει ο αποκλειστικός και μοναδικός σκοπός της στην διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων.

Δεν απάντησε καν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στους ισχυρισμούς μας αυτούς ούτε στην προβληθείσα και με τις προτάσεις μας ενώπιον του Εφετείου ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης (σελίδα 13 των πρωτοδικών προτάσεών μας και σελ. 13 των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Έδεσσας). Έσφαλε επομένως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση μη λαμβάνοντας υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, δηλαδή στην παθητική νομιμοποίηση ή μη της εταιρίας ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ στην υπό κρίσιν διαφορά και πρέπει να αναιρεθεί και για το λόγο αυτό".

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός με τον οποίο επιχειρείται θεμελίωση παραβίασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι, δεν πρόκειται για "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά για αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη, το δικαστήριο της ουσίας, και την απέρριψε "εκ των πραγμάτων ", με την παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων.

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-6-2011αίτηση της Τράπεζας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." για αναίρεση της 570/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ