Legislator Case Law & Legislation
1718/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank disciplinary ruling on secondary council jurisdiction and procedural errors.

Case Number 1718/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's claims regarding the jurisdiction of the tertiary disciplinary council and the admissibility of the appeal. However, the court found the appeal admissible against the bank because the primary disciplinary council lacked jurisdiction and failed to examine the subsidiary grounds of the lawsuit. Consequently, the judgment was partially overturned, the case remitted for retrial, and the bank ordered to pay partial costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The tertiary disciplinary council lacks jurisdiction if the organization's rules designate the administrative council as the sole disciplinary body, and appeals must address both primary and subsidiary grounds when the primary basis is rejected.

Keywords

AI generated
disciplinary council jurisdiction Code of Civil Procedure appeal admissibility subsidiary grounds remittal for retrial bank disciplinary proceedings procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1718 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η αρμοδιότητα του συσταθέντος με τον όρο 21 της από 4-8-1982 ειδικής ΣΣΕ Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου προϋποθέτει ότι στη συγκεκριμένη τράπεζα λειτουργεί δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο επιλαμβάνεται σε δεύτερο βαθμό και δεν προεδρεύει σ΄ αυτό δικαστικός λειτουργός. Στην περίπτωση που από τον Οργανισμό κάποιας Τράπεζας, για τους ανώτατους (υπαλλήλους) δεν προβλέπεται αρμοδιότητα δευτεροβαθμίου πειθαρχικού Συμβουλίου, αλλά ορίζεται ότι για τους υπαλλήλους αυτούς ως πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, δεν έχει αρμοδιότητα το Τριτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητά της.

Αριθμός 1718/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ... και εν προκειμένω ειδικότερα, από τον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που κατοικοεδρεύει στην ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Σωματείου με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ" (ΕΚΑ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΣΕΑΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο. Οι 5η και 7η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τα 2°, 6° και οι 3ος, 4η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-10-2005 και 15-12-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις υπέρ αυτού προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 4ης, 5ης, 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1806/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2009 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-11-2009 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ,αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. ...

του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1-12-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-10-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, 1) στους αναιρεσείβλητους Ελληνικό Δημόσιο και Ψ3 και 2) στους προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάντες,στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη, Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΣΕ), και Εργατικό Κέντρο Αθηνών (ΕΚΑ).

Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω, νόμιμη μετά από αναβολή δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση των, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ.68, 74 και 558 εδ. α' ΚΠολΔ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν μπορεί να απευθυνθεί και κατά εκείνου ο οποίος, στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν απλός ομόδικος του αναιρεσείοντος, από δε το αρθρ. 80 το ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι εξομοιώνεται προς τέτοιον ο προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάς σ' εκείνη τη δίκη και τούτο για προφανή έλλειψη οικείου έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τέταρτης, πέμπτης, έκτου και εβδόμης αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως ασκήσαντες πρόσθετη παρέμβαση ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος, τότε εφεσίβλητου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 4 και 73 παρ. 1 και 2 του Οργανισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β 389/2-4-1973) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει ότι ως Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για τους ανώτατους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας με βαθμό Υποδιευθυντή και Διευθυντή, λειτουργεί το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας που συντίθεται και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του Οργανισμού της, ενώ για το υπόλοιπο προσωπικό αυτής μέχρι και το βαθμό του Υποδιευθυντή λειτουργεί Πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο καθώς και Δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο μάλιστα σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού, προεδρεύεται "εξ ενός Αρεοπαγίτου ως Προέδρου, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ... ".

Εξάλλου, την 4.8.1982 υπεγράφη ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, μεταξύ της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.) και σειράς τραπεζικών εταιρειών στην οποία περιλαμβανόταν και η αιτούσα. Με το άρθρο 21 της συμβάσεως αυτής ορίσθηκαν τα εξής: "Για όσες Τράπεζες δεν έχουν Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, προεδρευόμενο από Δικαστή, θεσπίζεται Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, από έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Εργασίας, έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και έναν εκπρόσωπο της Ο.Τ.Ο.Ε., στο οποίο θα προσφεύγουν μέσα σ' ένα μήνα οι τιμωρούμενοι με πειθαρχική ποινή πάνω από 10 ημέρες, προσωρινή παύση ή απόλυση.

Το ίδιο όργανο θα αποφαίνεται και σε περιπτώσεις ανάλογων πειθαρχικών ποινών που επιβάλλονται από Τράπεζες που δεν έχουν πειθαρχικά όργανα". Ακολούθησε ο Ν. 1346/1983 "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας κ.λπ." (Α' 46), στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του οποίου προβλέπονται τα εξής: "Κυρώνεται από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις Τράπεζες που αναφέρονται σε αυτή, η από 4.8.82 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών", που υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Εργασίας και η οποία με την υπ' αριθ. 18617/1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αριθ. 601 τεύχος Β' της 19.8.82.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του συσταθέντος με τον όρο 21 της από 4-8-1982 ειδικής ΣΣΕ Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου προϋποθέτει ότι στη συγκεκριμένη τράπεζα λειτουργεί δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο επιλαμβάνεται σε δεύτερο βαθμό και δεν προεδρεύει σ' αυτό δικαστικός λειτουργός, αλλά άλλο πρόσωπο.

Στην περίπτωση όμως, που από τον Οργανισμό κάποιας Τράπεζας, όπως της αναιρεσίβλητης, προβλέπεται ότι για ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων και συγκεκριμένα για τους ανώτατους (υπαλλήλους) δεν προβλέπεται αρμοδιότητα δευτεροβαθμίου πειθαρχικού Συμβουλίου, γεγονός που υπαγορεύεται από το υψηλό επίπεδο ευθύνης και εμπιστοσύνης που απαιτεί η άσκηση καθηκόντων από τους υπαλλήλους αυτούς και η ταχεία εκκαθάριση των πειθαρχικών διαδικασιών, αλλά ορίζεται ότι για τους υπαλλήλους αυτούς ως πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, δεν έχει αρμοδιότητα το Τριτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Περαιτέρω, η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητα της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ1 υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, κύρια και παρεμπίπτουσα καθώς και κάθε βάση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα ο αναιρεσείων με την από 25-10-2005 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι είναι ανώτερος υπάλληλος, συγκεκριμένα Διευθυντής, του κλάδου Οικονομολόγων από 30-11-1992 της πρώτης αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας. Ότι με την από 19/23-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Τράπεζας, λειτουργούντος ως πειθαρχικού συμβουλίου, τιμωρήθηκε με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσεως των έξι (6) μηνών για τις αναφερόμενες πειθαρχικές παραβάσεις.

Ότι κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησε ενώπιον του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Πειθαρχικού Συμβουλίου την από 3-12-2004 έφεση μετά των από 29-9-2005 προσθέτων λόγων, ζητώντας την ακύρωση της απόφασης. Ότι επειδή η πρώτη αναιρεσίβλητη αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου ο αναιρεσείων με αίτηση του ζήτησε την αναστολή της παραπάνω απόφασης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 3026/14-4-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διατάχθηκε η αναστολή της εξάμηνης παύσης που του είχε επιβληθεί επί εξάμηνο, υπό τον όρο συζητήσεως της εφέσεως και των προσθέτων λόγων εντός εξαμήνου από της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.

Ότι παρά την κοινοποίηση της ως άνω απόφασης στον τρίτο αναιρεσίβλητο Πρόεδρο του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου εκείνος αρνήθηκε να εισάγει προς συζήτηση την υπόθεση του ενώπιον του εν λόγω Συμβουλίου ισχυριζόμενος ότι δεν έχει αρμοδιότητα το Συμβούλιο αυτό. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο που προβλέπεται από τον όρο 21 της από 4-8-1982 Ειδικής ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών έχει αρμοδιότητα να δικάσει την από 3-12-2004 έφεση και τους από 29-9- 2005 πρόσθετους λόγους, κατά της υπ' αριθ. 10/23-11-2004 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης καθώς και να υποχρεωθεί ο τρίτος αναιρεσίβλητος με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής του κρατήσεως να συγκαλέσει το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο και να εισαγάγει ενώπιον του την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, άλλως επικουρικώς να ακυρωθεί η πειθαρχική απόφαση αυτή ως εκδοθείσα καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, γιατί το διοικητικό Συμβούλιο δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι μετείχε σ' αυτό ο Διοικητής της ..., ο οποίος ήταν εξαιρετέος ως διακείμενος εχθρικώς απέναντι του, για τους λόγους που αναφέρει, ότι η απόφαση ήταν αναιτιολόγητη και ότι σε κάθε περίπτωση η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή τελούσε σε πλήρη δυσαναλογία προς την αποδοθείσα πειθαρχική παράβαση.

Περαιτέρω με την από 15-12-2004 αγωγή του ο αναιρεσείων, αφού αναφέρει όσα στην προηγούμενη αγωγή, εκθέτει στη συνέχεια ότι με την υπ1 αριθ. 26/22-11-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης το οποίο συνεδρίασε ως πειθαρχικό συμβούλιο του επιβλήθηκε νέα πειθαρχική ποινή, και δη αυτή της οριστικής απολύσεως για αδικήματα που φέρεται ότι τέλεσε όταν ήταν προϊστάμενος της Διεύθυνσης Τραπεζικών εργασιών.

Ότι και κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 12-12-2005 έφεση του ενώπιον του Υπηρεσιακού Διατραπεζικού Συμβουλίου στο οποίο όμως ουδέποτε εισήχθη αυτή προς συζήτηση από τον τρίτο αναιρεσίβλητο. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί ότι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο έχει αρμοδιότητα να δικάσει την, πιο πάνω έφεση του καθώς και να υποχρεωθεί ο τρίτος αναιρεσίβλητος, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής του κράτησης, να συγκαλέσει το εν λόγω Συμβούλιο και να εισαγάγει την έφεση του αυτή προς συζήτηση, άλλως επικουρικά να ακυρωθεί η δεύτερη αυτή πειθαρχική απόφαση, για τους ίδιους λόγους, όπως παραπάνω στην πρώτη αγωγή.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 1806/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγιναν δεκτές αυτές κατά την κύρια βάση τους και αναγνωρίστηκε ότι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο, που προβλέπεται από τον όρο 21 της από 4-8-1982 ειδικής ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, έχει αρμοδιότητα να δικάσει τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους κατά των προαναφερομένων πειθαρχικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε δε τον τρίτο αναιρεσίβλητο να συγκαλέσει το παραπάνω Συμβούλιο και να εισαγάγει σ' αυτό τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος, απειλώντας κατ' αυτού χρηματική ποινή 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός μηνός.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: α) η από 1- 10-2007 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και β) η από 6-10-2007 έφεση των δευτέρου και τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε δε, επ αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι οι αγωγές κατά την κύρια βάση τους δεν είναι νόμιμες, με την αιτιολογία ότι, εφόσον υπάρχει και λειτουργεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, δευτεροβάθμιο πειθαρχικό Συμβούλιο προεδρευόμενο από δικαστή, αρμόδιο για την εκδίκαση των εφέσεων και των προσθέτων λόγων κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής που επιβάλει ποινή παύσεως άνω των δέκα ημερών ή οριστική απόλυση, είναι το ως άνω δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο και όχι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο.

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τις αγωγές, κατά την κύρια βάση τους, ως μη νόμιμες, χωρίς όμως να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις αυτών, από το άρθρο 281 ΑΚ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : Α) Κατά το μέρος, που απέρριψε τις κύριες βάσεις των ενδίκων αγωγών, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ορθώς έκρινε, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη κατά των πειθαρχικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που αφορούν ανώτερους υπαλλήλους της από το βαθμό του Υποδιευθυντή και άνω (όπως ο αναιρεσείων) το οποίο αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό δεν χωρεί έφεση, ούτε ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου το οποίο προεδρεύεται από δικαστή, ούτε ενώπιον του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου.

Ελέγχεται μόνο η νομιμότητα αυτών από τα πολιτικά δικαστήρια, καθώς και αν η άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο έγινε μέσα στα όρια των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Β)Υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ., αφού, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της κύριας βάσης των αγωγών, παρέλειψε, ως ώφειλε, να ερευνήσει την επικουρική βάση αυτών, η οποία ήταν νόμιμη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητα της,αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη, ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

αφήνοντας αυτές αδίκαστες, αν και οι αγωγές περιείχαν τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωση τους. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο, ως προς τους απολιπομένους αναιρεσίβλητους, δεύτερο και τρίτο (Ελληνικό Δημόσιο και Ψ3) και να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, ως προς την πρώτη (Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος), να αναιρεθεί ως προς αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την επικουρική βάση των αγωγών που προαναφέρθηκαν, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί από αυτό, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος,(178,183 ΚΠολΔ).

Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, πέμπτης και εβδόμου, δεν επιβάλλονται λόγω μη υποβολής αιτήματος για την καταβολή των από τον ηττηθέντα αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, για αναίρεση της 635/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους, δεύτερο ,τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη.

Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 22 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ