Legislator Case Law & Legislation
1718/2007 AI generated

1718/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1718/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2614/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2636/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουλίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1718/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Keywords

AI generated
company in difficulties conduct of the undertaking cessation of operations immediate termination for fraud shareholder breach of loyalty duty
AI generated
662/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1274/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
1408/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
963/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
1152/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1718 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1718/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σοφοκλέους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)ψ2,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ανεστόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2614/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2636/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουλίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη, ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. α΄, 59 εδ. α΄, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362 και 367 παρ. 1 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρ. 5 παρ.2) τιμή ή υπόληψή του, προσβάλλεται δε με συκοφαντική δυσφήμηση ή δυσφήμηση ή εξύβριση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Ο άδικος χαρακτήρας τέτοιας προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση, όχι όμως με συκοφαντική δυσφήμηση, αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και δεν έχει σκοπό εξυβρίσεως. Περαιτέρω, και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 κι 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος , του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άϋλων αγαθών.

Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) η οποία μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Η ειδική διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ προστατεύει την πίστη το επάγγελμα, το μέλλον των προσώπων από τον κίνδυνο που δημιουργείται, όταν διαδίδονται γι' αυτά αναληθείς ειδήσεις, δηλαδή πληροφορίες, λίγο ή πολύ συγκεκριμένες, που αναφέρονται σε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και εκθέτουν σε κίνδυνο κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην άνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου, ο οποίος μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Η πράξη υποστήριξης ή διάδοσης ειδήσεως, όταν αφορά ανώνυμη εταιρία, εκτός από την ειδική ρύθμιση του άρθρου 920 Α.Κ., πιθανόν να εμπίπτει και στη διάταξη του άρθρου 364 του Π.Κ. (δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας), που είναι δυσμενέστερη από την Α.Κ. 920. Στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης της ανώνυμης εταιρίας (άρθρ. 364 παράγ. 3 Π.Κ.) δεν εφαρμόζεται η διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 367 Π.Κ., και κατ' ακολουθία δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αυτής έστω και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.

Τέλος, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως, και τα εξής: Ο δεύτερος των εναγόντων, ψ2 [ήδη 2ος αναιρεσίβλητος] και ο εναγόμενος αδελφός του χ1[ήδη αναιρεσείων], ήταν μέτοχοι κατά ποσοστό 50% καθένας της πρώτης ενάγουσας Ανώνυμης Εταιρείας "ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ" [2ης αναιρεσίβλητης] που είχε έδρα το Χαλάνδρι Αττικής και σκοπό την εισαγωγή, παραγωγή και εμπορία κινηματογραφικών ταινιών, καθώς και εργασίες διαφημίσεως.

Οι ανωτέρω αδελφοί αποφάσισαν την παύση της συνεργασίας τους και ο εναγόμενος στις 27.12.1994 μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών του [20.000] στη σύζυγο του ενάγοντος αντί 5.000.000 δρχ., συνέταξαν δε αυθημερόν ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο προβλέφθηκε, εκτός άλλων, ότι οι απαιτήσεις της εταιρείας κατά τρίτων και δη κατά της ΕΡΤ ΑΕ, της Η\/Ε ΑΕ και "ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ", δια τις οποίες υφίστατο αντιδικία ενώπιον των Δικαστηρίων, θα αφορούσαν και στους δύο μετόχους αναλόγως προς την έκβαση είτε ως όφελος είτε ως ζημία κατά το ποσοστό συμμετοχής που είχαν μέχρι τις 26.12.94 στην εταιρεία ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ.

Επίσης ρύθμισαν αναλυτικά και λεπτομερώς τους όρους αποπληρωμής δανείου το οποίο η αναιρεσίβλητη ΑΕ είχε συνάψει με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Στη συνέχεια αναφέρεται στην απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη ΑΕ με αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ΕΡΤ ΑΕ ζητούσε την επιδίκαση ποσού 387.189.077 δραχμών και είχε εκδοθεί προδικαστική απόφαση που διέτασσε μαρτυρικές αποδείξεις.

Όμως μετά την αποχώρηση του εναγομένου από την εταιρεία ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ η τελευταία εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο ενάγοντα παραιτήθηκε από το δικόγραφο και από το δικαίωμα της εν λόγω αγωγής με την 31/98 δήλωση η οποία επιδόθηκε στην ΕΡΤ ΑΕ στις 9-11-1998, καταρτίστηκε δε στη συνέχεια. εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ της ΕΡΤ και του δεύτερου ενάγοντος, δυνάμει του οποίου ο τελευταίος αποδέχθηκε την διάθεση εκ μέρους της πρώτης διαφημιστικού χρόνου, αξίας 30.000.000 δραχμών, η χρήση του οποίου έπρεπε να γίνει μέχρι τον Αύγουστο του 1999.

Έτσι παραβιαζόταν μεν η άνω συμφωνία μεταξύ των άνω διαδίκων, όμως είναι σαφές ότι ο εναγόμενος δεν αρύετο ευθέως δικαίωμα από τον άνω εξώδικο συμβιβασμό ο οποίος ως προς αυτόν ήταν res inter allios, ανεξαρτήτως των δικαιωμάτων που είχε έναντι του δεύτερου ενάγοντος λόγω της άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του.

Ο εναγόμενος, ο οποίος πληροφορήθηκε τον επικείμενο συμβιβασμό, στις 9-11-98 κοινοποίησε, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εξώδικη πρόσκληση προς την εταιρεία "Sulfur Hellas AE", η οποία από 40ετίας δεν είχε ποτέ διαφημισθεί ούτε επρόκειτο να αγοράσει διαφημιστικό χρόνο, και την καλούσε να απέχει από δήθεν αγορά ποσοστού 50% του άνω διαφημιστικού χρόνου που είχε παραχωρήσει η ΕΡΤ ΑΕ διότι ο διαφημιστικός χρόνος δεν ανήκε στην ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ.

Επίσης κοινοποίησε εξώδικη πρόσκληση και προς την ΕΡΤ ΑΕ, με την οποία την κάλεσε να παραδώσει τον διαφημιστικό χρόνο σ' αυτόν προκειμένου να τον παραδώσει στη συνέχεια στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ισχυριζόμενος εν γνώσει του ψευδώς ότι το δικαίωμα του στηρίζεται στο ότι η ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ είχε εγγράφως δηλώσει ότι ο χρόνος δεν της ανήκε.

Περαιτέρω ο εναγόμενος κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ, με την οποία ζήτησε τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων μέχρι του ποσού των 30.000.000 δραχμών, ισχυριζόμενος ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας ότι του όφειλε η πρώτη ενάγουσα, συγχρόνως δε ανακοίνωσε τη δίκη στην Εθνική Τράπεζα και την κάλεσε να παρέμβει.

Αφού παραιτήθηκε από την αίτηση αυτή, κατέθεσε άλλη, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε, ενώ απορρίφθηκαν τα αιτήματά του για την χορήγηση προσωρινής διαταγής. Τέλος κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση πτωχεύσεως σε βάρος της ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ, με την οποία, εν γνώσει του, αναληθώς, ισχυρίστηκε ότι αυτή είναι αφερέγγυα, αδυνατούσε να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες εμπορικές της οφειλές και ότι από καιρό βρίσκεται σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, η οποία απορρίφθηκε με την 28/2001 απόφαση του άνω δικαστηρίου, διότι, όπως δέχθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι ο ήδη εναγόμενος είχε απαίτηση κατ' αυτής.

Συγκεκριμένα δεν είχε απαίτηση, κατ' αυτού από το χρέος της ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ προς την Εθνική Τράπεζα, την εξόφληση του οποίου είχαν εγγυηθεί, διότι είχαν ρυθμίσει το άνω χρέος συμβιβαστικώς με την ΕΤΕ και καθένας τους είχε αναλάβει να πληρώσει, και η τράπεζα είχε αποδεχθεί, το ποσό των 12.500.000 δρχ.- Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο εναγόμενος, αν και γνώριζε όλα τα ανωτέρω, προέβη στην άνω εξώδικη πρόσκληση προς την ΕΡΤ ΑΕ, προκειμένου να εμπόδιση την επιχειρηματική δραστηριότητα της ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ και παράλληλα να ασκήσει πίεση στον πραγματικό κύριο της επιχείρησης αυτής αδελφό του, ενώ με την εξώδικη δήλωση προς την εταιρεία Sulfur Hellas AE, ο εκπρόσωπος της οποίας συνεργαζόταν με τον ενάγοντα αδελφό του σε άλλη εταιρεία που λειτουργούσε ως Κέντρο Επαγγελματικής Καταρτίσεως (ΚΕΚ), προέβη σκοπίμως σε αναληθή ενημέρωσή της για να πλήξει επαγγελματικώς τον αδελφό του ως προς την επιχειρηματική του αξιοπιστία στον κύκλο των συνεργατών του.

Αυτά είχαν ως συνέπεια να τρωθεί η φήμη και η επαγγελματική πίστη της πρώτης ενάγουσας εταιρείας, αλλά και η τιμή και η υπόληψη του δευτέρου ενάγοντος, διότι στον δεύτερο υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αποδόθηκε από τον εναγόμενο αδικοπρακτική συμπεριφορά την οποίαν όμως δεν είχε επιδείξει.

Συμπερασματικά, καταλήγει το Εφετείο, ο εναγόμενος ισχυριζόμενος αφενός μεν με τα άνω δικόγραφα [εξώδικα, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, ανακοίνωση δίκης], των οποίων έλαβαν γνώση τα αρμόδια όργανα και προστηθέντες των νομικών προσώπων προς τα οποία απευθύνοντο, αφετέρου δε με την αίτηση πτωχεύσεως τα πρόσωπα που επιλήφθηκαν, τα αναφερόμενα σ' αυτά ως άνω αναληθή γεγονότα, περί δήθεν απαιτήσεών του κατά της εταιρείας ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ., περί οικονομικής αφερεγγυότητάς της και ότι αυτή και ο ενάγων ως νόμιμος εκπρόσωπός της προσπάθησαν να εξαπατήσουν τρίτους, και περί κακόπιστης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους, ενήργησε εν γνώσει του δολίως και έτσι πέτυχε να βλάψει την φήμη του δεύτερου ενάγοντος υποστηρίζοντας αναληθείς βλαπτικούς της επιχειρηματικής του φήμης ισχυρισμούς, καθώς και να μειώσει την επαγγελματική πίστη της ενάγουσας εταιρείας στις συναλλαγές.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι στις ανωτέρω εκδηλώσεις προέβη για την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων του που απέρρεαν από το από ......... ιδιωτικό συμφωνητικό, διότι οι εκδηλώσεις του αυτές αποτελούσαν συκοφαντική δυσφήμηση και δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αυτής σύμφωνα με το άρθρο 367 ΠΚ.

Δέχθηκε δε περαιτέρω ότι από την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, είχε προκληθεί ηθική βλάβη στους αναιρεσίβλητους, και συνεπώς δικαιούντο χρηματικής ικανοποιήσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, ούτε άλλωστε τις λοιπές από τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας αντιφατικών αιτιολογιών.

Ειδικότερα η παραδοχή ότι η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου ψ2 όταν, ως εκπρόσωπος της ΜΟΜΕΝΤΟ ΑΕ, παραιτήθηκε από την αγωγή που η τελευταία είχε ασκήσει εναντίον της ΕΡΤ, με την οποία στη συνέχεια συμβιβάστηκε, ήταν αντίθετη προς τη συμφωνία που είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα, δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων αποσκοπούσε να βλάψει τη φήμη και την επαγγελματική πίστη των αναιρεσιβλήτων, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτός [ο αναιρεσείων] για την προστασία των ανωτέρω από το ιδιωτικό συμφωνητικό συμφερόντων του δεν είχε προσφύγει σε νόμιμα μέσα, αλλά είχε μεταχειριστεί μέσα αθέμιτα και παράνομα, διότι είχε υποστηρίξει με έγγραφες δηλώσεις του προς τρίτους και αιτήσεις του προς το Δικαστήριο γεγονότα ψευδή εν γνώσει της αναλήθειας, που αφορούσαν την οικονομική και επιχειρηματική οντότητα της ανώνυμης εταιρείας, και την επαγγελματική πίστη και υπόληψη του νομίμου εκπροσώπου της.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, που εκτιμάται από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο υπήγαγε τα άνω περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης διότι η απόφαση έχει την ανωτέρω αντιφατική, κατά τον αναιρεσείοντα, αιτιολογία, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι θεμελιώνουν την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, με ισχυρισμούς δε που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως, απαιτείται επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Η επιβαλλόμενη με το άνω άρθρο 240 ΚΠολΔ ρύθμιση, όπως από το περιεχόμενό της σαφώς προκύπτει, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, και όχι τους αγωγικούς ισχυρισμούς [ΑΠ 433/1998].

Εν προκείμενω, η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, η οποία θεμελιωνόταν στη συκοφαντική δυσφήμηση, διαλάμβανε αναλυτικά όλα τα ως άνω γεγονότα που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως το Εφετείο, το οποίο επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος με την οποία παρεπονείτο για την κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων παραδοχή ως βάσιμης της αγωγής, και επανεκτιμώντας την ουσία της υπόθεσης για να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της, έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς κατά το μέρος που αναφερόντουσαν στο ότι τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τα εξώδικα έγγραφά του προς την ΕΡΤ και την εταιρεία "Sulfur Hellas AE" ήταν αναληθή και ότι αυτός τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Κατ' ακολουθία, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων που είχαν προτείνει πρωτοδίκως, αλλά δεν επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Ως πράγματα κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη αν και προτάθηκαν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, δεν αποτελούν οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση, έστω και ανεπτυγμένη, της ιστορικής βάσης της αγωγής, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον άνω αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσίβλητοι "είχαν πλήθος ακάλυπτες επιταγές που φρόντισαν να αποπληρώσουν την προτεραία της συζήτησης της αίτησης πτωχεύσεως", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός είναι αρνητικός της βάσης της αγωγής, αφού υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι διέδωσε αληθινά και όχι ψευδή γεγονότα, και συνεπώς δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.7.2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 2636/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ