Legislator Case Law & Legislation
1717/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-appearance of respondent and failure to consider unproven facts.

Case Number 1717/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision because the respondent failed to appear despite proper summons. The appellants argued the lower court erred by accepting a claim of ownership not raised before them, but the court found the original judgment was based on the failure to prove possession rather than this unproven claim. Consequently, the appeal lacked merit as the disputed facts were either proven or irrelevant to the outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4), 576(2), 575 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court of first instance failed to consider relevant arguments or considered irrelevant ones, and the appellant must clearly demonstrate the omitted facts and their material impact on the judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-appearance of respondent failure to consider facts material impact on judgment Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4), 576(2), 575 of the Code of Civil Procedure
Articles 242(2) and 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1717 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1717/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. Ρ. του Δ. και της Σ., 2) Ο. Ρ. του Δ. και της Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντιζέ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Δ. του Α. και της Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2018 μη οριστική, 78/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7-12-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας, ..., την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της αίτησης κοινοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδουσες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσες. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τούτο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του.

Η υπό κρίση από 07-12-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 281/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της 78/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η από 08-06-2017 διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.

Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί έφεσης απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 11γ, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί της έφεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας είναι απαράδεκτοι, καθόσον, όπως εκτέθηκε στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, τέτοιοι λόγοι δεν ιδρύονται κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΠολΔ, (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ. ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΠολΔ, (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αληθώς εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου) με τις μερικότερες αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1046 και 1094 ΑΚ καθότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου.

Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αληθώς εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου) με τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ δεχόμενο ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και δη δυνάμει του .../2012 συμβολαίου με αγορά από τον Ν.

Σ., χωρίς να αναφέρει ότι ο άνω πωλητής ήταν και κύριος αυτού. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειουσών κατά του αναιρεσιβλήτου: "....Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες τυγχάνουν αποκλειστικές συγκυρίες, συννομείς και συγκάτοχοι, κοινά αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστη, ενός αγρού ο οποίος βρίσκεται στη θέση "Καραγάτσι" ή "Μούκα" της κτηματικής περιφέρειας Πυργετού, της τοπικής κοινότητας Πυργετού, της δημοτικής κοινότητας Κάτω Ολύμπου του Δήμου Τεμπών της περιφερειακής Ενότητας Λάρισας, της Περιφέρειας Θεσσαλίας του Υποθηκοφυλακείου Ολύμπου, ο οποίος έχει έκταση τριών χιλιάδων (3.000 τ.μ.

Ο ως άνω αγρός βρίσκεται εκτός ορίων οικισμού και εκτός περιοχής πολεοδόμησης, είναι μη άρτιος και μη οικοδομήσιμος, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και απέχει από τον αιγιαλό περί τα 7.000 μέτρα. Ο προπεριγραφόμενος αγρός αποτελεί διαιρετό και ξεχωριστό τμήμα, μεγαλύτερης έκτασης αγρού, τουλάχιστον 11.360,00 τ.μ., που βρίσκεται στην ως άνω θέση, φέρει αριθμό τεμαχίου 960 II (εφεξής τεμάχιο 960

ΙΙ) και προέκυψε από τη διανομή του αγροκτήματος Πυργετού το έτος 1926. Στη δικαιοπάροχο των εναγουσών, μητέρα τους, το προπεριγραφόμενο υποτμήμα του με αριθμό 960 II τεμαχίου, περιήλθε, κατόπιν άτυπης διανομής υπό του πατρός αυτής, Β. Γ. του Α.

Στον δε τελευταίο ο εν λόγω αγρός περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1955 Παραχωρητηρίου Εγγράφου της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ΙΗ και με αριθμό 53 των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ολύμπου, το οποίο προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από τις ενάγουσες. Μάλιστα, προκέκυψε ότι ήδη από το έτος 1928 ο τελευταίος αναφερόμενος προκάτοχος των εναγουσών είχε εγκατασταθεί στην κατοχή και χρήση του εν λόγω ακινήτου σύμφωνα με το από 16.09.1928 πρωτόκολλο βεβαίωσης κατοχής, με το διάγραμμα διανομής του έτους 1926 του αγροκτήματος Πυργετού, τα οποία προσκομίζουν οι ενάγουσες μετ' επικλήσεως. Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι ο Β. Α. Γ. είχε τέσσερις θυγατέρες: α. τη μητέρα των εναγουσών, Σ. συζ. Ρ., β. την Ε. συζ. Ν., γ. την Α. συζ. Τ. και δ. την Ε. συζ. Σ. και περί το έτος 1938 διένειμε άτυπα τον όλο αγρό στις θυγατέρες του και από την άτυπη αυτή διανομή προέκυψαν τέσσερα επιμέρους τμήματα του αρχικού τεμαχίου 960.

ΙΙ. Η υπό στοιχείο δ. ως άνω αναφερόμενη θυγατέρα του, Ε. συζ. Σ. είναι η μητέρα του Ν. Σ., από τον οποίο και αγόρασε ο εναγόμενος τον αγρό, που βρίσκεται ανατολικά εκείνου ιδιοκτησίας των εναγουσών. Μάλιστα, ο Ν. Σ. εκτός από τον αγρό που απέκτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο από τη μητέρα του, αγόρασε άτυπα από την ετέρα αδερφή της μητέρας του, Α.

συζ. Τ., το γειτονικό στο τμήμα της μητέρας του κατά την ανατολική πλευρά αγρό, έκτασης περίπου 3 στρεμμάτων και έτσι απέκτησε συνολικά αγρό περίπου έξι στρεμμάτων. Δυνάμει δε του προκομιζόμενου μετ' επικλήσεως, από τον εναγόμενο, υπ' αριθ. ....2012 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ολύμπου, Ι. Μ., πού μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 108 και με αριθμό 126 των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ολύμπου, προέκυψε ότι ο Ν.

Σ. μεταβίβασε κατά πλήρη, κυριότητα νομή και κατοχή στον εναγόμενο το προαναφερόμενο ακίνητο των έξι πλέον στρεμμάτων και συγκεκριμένα του μεταβίβασε έναν αγρό έκτασης τετραγωνικών μέτρων 6.283,75. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι από το χρόνο αυτό (07.12.2012), ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στην κατοχή και χρήση του προπεριγραφόμενου αγρού και άρχισε, εκμεταλλευόμενος ότι οι ιδιοκτησίες των αντιδίκων ήταν γειτονικές, να επεκτείνει την έκταση του αγορασμένου αγρού του ως προς το δυτικό όριο αυτού, που συνορεύει με αγρό της ιδιοκτησίας τους και να καταλαμβάνει σταδιακά και χωρίς τη θέλησή τους, το επίδικο τμήμα του αγρού συνιδιοκτησίας των εναγουσών, έκτασης 1.371,45 τ.μ.

με τη διακατοχική πράξη της φύτευσης ακτινιδίων, την οποία φέρεται να ολοκλήρωσε περί το τέλος του έτους 2013 και αρχές του έτους 2014. Ωστόσο, από το από μηνός Δεκέμβριου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού, Β. Δ. (εφεξής τοπογραφικό Δ.), προκύπτει ότι ο εναγόμενος τουλάχιστον δεν αφαίρεσε με οποιαδήποτε πράξη του τη νομή ή την κατοχή της επίδικης έκτασης από τις ενάγουσες, δοθέντος ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε μεταβολή στο σχήμα, στην έκταση και στα όρια του ακινήτου το οποίο αγόρασε από τον Ν.

Σ., ήδη από το χρόνο αγοράς του εν λόγω αγρού τέλος του έτους 2012 και μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2018, κατά τον οποίο συντάχθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε με την υπ' αριθ. 250/31.08.2018 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας (εφεξής τοπογραφικό πραγματογνωμοσύνης).

Ειδικότερα, το τοπογραφικό Δ., αποτυπώνει, κατά την υπογράφουσα αυτό τοπογράφο μηχανικό, την υφιστάμενη κατά το χρόνο της σύνταξης του, κατάσταση του αγροτεμαχίου, (βλ. τίτλος έργου στο αντίστοιχο κεφάλαιο στο σώμα του διαγράμματος). Το διάγραμμα δε αυτό κρίνεται αξιόπιστο δοθέντος ότι συντάχθηκε σε ανύποπτο για την υπό κρίση διαφορά, χρόνο και αιτία και συγκεκριμένα προκειμένου να προσαρτηθεί στο προπεριγραφόμενα πωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο ο εναγόμενος απέκτησε τον αγρό, τμήμα του οποίου φέρεται κατά την αγωγή να αποτελεί η επίδικη έκταση.

Σ' αυτό λοιπόν αποτυπώνεται η κατάσταση του μέλλοντος να πωληθεί ακινήτου, το οποίο εμφαίνεται και περικλείεται από τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Α. και το σχήμα του ακινήτου, ήδη πριν από τη γέννηση της υπό κρίση διαφοράς, ταυτίζεται, με εξαίρεση επουσιώδεις διαφοροποιήσεις, με το σχήμα του αυτού ακινήτου στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι δεν εμφιλοχώρησε κάποια επέκταση ιδία προς δυσμάς που ενδιαφέρει εν προκειμένω και δη στην επίδικη εδαφική έκταση.

Και βέβαια δεν αντέχει στη λογική η σκέψη ότι το από του μηνός Δεκεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα πιθανόν να συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του εναγομένου-αγοραστή, με τη λογική μελλοντικής, δυνητικής καταπάτησης της επίδικης έκτασης εκ μέρους του, σε βάρος της επίδικης έκτασης ιδιοκτησίας των εναγουσών.

Με άλλα λόγια αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος δεν καταπάτησε με σταδιακή επέκταση της καλλιέργειας ακτινιδίων την επίδικη έκταση, όπως οι ενάγουσες ισχυρίζονται αλλά εξ αρχής ανέπτυξε την καλλιέργεια του στο σύνολο σχεδόν του αγρού, τον οποίο αγόρασε και σχηματικά, κατ' έκταση και κατά όρια αποτυπώθηκε στο διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο αγοράς του και ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση στην οποία υφίστατο ο αγρός κατά τη χρονική στιγμή της αγοράς του από τον εναγόμενο.

Η όποια δε τυχόν καταπάτηση της επίδικης έκτασης, που οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι έλαβε χώρα σε βάρος της ιδιοκτησίας τους, είχε ήδη συντελεστεί κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου από μακρού και μη δυνάμενου να προσδιοριστεί χρόνου, και αφενός δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας δίκης (ΚΠολΔ 106), αφετέρου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποδοθεί στον εναγόμενο, ο οποίος όταν εγκαταστάθηκε στην κατοχή του αγορασμένου αγρού του, υφίστατο μία παγιωμένη εν τοις πράγμασι επ' αυτού κατάσταση.

Είναι αλήθεια βέβαια, ότι όπως προκύπτει και από την από 30.11.2018 πραγματογνωμοσύνη, η διανομή του αγροκτήματος του Πυργετού, η οποία έλαβε χώρα το 1926 παρουσιάζει αρκετά σφάλματα στα στοιχεία της (διάγραμμα-σκαριφήματα παραχώρησης) και δεν υλοποιήθηκε στο έδαφος, δεδομένου ότι ίσως και τα μέσα μετρήσεων του εδάφους δεν γινόταν με τα σύγχρονα μέσα και προς απόδειξη αυτού τα επιμέρους τμήματα του όλου ακινήτου, που διανεμήθηκε, παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις κατ' έκταση, όρια και σχήμα, στα διαφορετικά διαγράμματα, που προσκομίζονται από τους αντιδίκους, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία του από του μηνός Ιανουάριου 2016 και τού διευκρινιστικού αυτού, από του μηνός Σεπτεμβρίου 2020 διαγράμματος, αμφότερα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Χ. Φ. Ρ., πλήττεται εκ του ότι συντάχθηκαν καθ' υπόδειξη των εναγουσών και αφήνουν αμφιβολίες ι. περί του αν τέθηκε υπόψη του, το υπ' αριθ. 3.676/29.11.1991 συμβόλαιο γονικής παροχής αγρού της Συμβολαιογράφου Ολύμπου Ι.

Μ., στο οποίο δεν αναγράφονται οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, όμως υπάρχει οριοθέτηση αυτού, σύμφωνα με την οποία βόρεια συνορεύει με αγρό Χ. χήρας Ι. Γ. και δεν αναφέρεται ότι έχει πρόσοψη σε δρόμο και 2. Δεν εξηγεί για ποιο λόγο αναβιβάζει την έκταση του Ε3 υποτμήματος, ιδιοκτησίας Ν. σε 3.149,08 τ.μ. τη στιγμή που οι ενάγουσες ομολογούν ότι το εμβαδόν αυτού κατά την άτυπη διανομή του πατρός των ήταν 2.360 τ.μ., το οποίο και η Α.

Ρ., μάρτυρας των εναγουσών, στην κατάθεσή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει, αναφέροντας μάλιστα ότι το πρόβλημα ξεκίνησε από την Ε. Ν., η οποία εγκαταστάθηκε πρώτη και κατέλαβε μεγαλύτερη έκταση από όση της διανεμήθηκε. (ίδετε σελίδα 9 των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών της από 08.03.2019 συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας).

Οι προαναφερόμενες κρίσεις δεν ανατρέπονται ούτε από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως απόσπασμα αεροφωτογραφίας Γ.Υ.Σ έτους 1979, ούτε από τα αποσπάσματα των ορθοφωτοχαρτών των ετών ιδία των ετών 2012 και 2013, στα οποία κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου εμφαίνεται αλλαγή στην καλλιέργεια και μόνο του επιδίκου τμήματος αλλά καμία μεταβολή-επέκταση των ορίων του προς τα δυτικά.

Κατ ακολουθία πάντων των ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι η επίδικη εδαφική έκταση συμπεριλαμβανόταν στο υποτμήμα του αγρού της ιδιοκτησίας τους και όσα περί αποβολής τους ισχυρίζονται από την επίδικη εδαφική έκταση εκ μέρους του εναγομένου είναι εντεύθεν απορριπτέα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δε που απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει η έφεση να απορριφθεί κατ' ουσία, κατόπιν συμπλήρωσης της αιτιολογίας της από το παρόν Δικαστήριο..." Κατόπιν τούτου, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειουσών επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Υπό τα δεδομένα αυτά το ως άνω δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν απέβαλε τις ενάγουσες από το επίδικο του οποίου η ταυτότητα δεν αμφισβητείται δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εκ πλαγίου ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, απορριπτομένου του πρώτου λόγου αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου απορριπτέος είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ αφού το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο περιορίσθηκε στην παραδοχή ότι ο εναγόμενος δεν απέβαλε τις ενάγουσες από το επίδικο με κατάληψη του επιδίκου.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.8 ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δεν και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αληθώς εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ.) με τις μερικότερες αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο εναγόμενος είναι κύριος του επιδίκου, λαμβάνοντας υπόψη της ισχυρισμό (ένσταση ιδίας κυριότητας) που δεν προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεν μεταβιβάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος βασιζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η αγωγή των αναιρεσειουσών απορρίφθηκε γιατί δεν αποδείχθηκαν τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της πραγματικά περιστατικά (κατάληψη του επιδίκου από τον εναγόμενο και αποβολή των εναγουσών) και όχι γιατί έγινε δεκτή ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειουσών και υπέρ του αναιρεσίβλητου δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή, εφόσον ο ίδιος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07-12-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της 281/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ