Supreme Court dismisses appeal on acquittal due to procedural defect and orders permanent cessation of prosecution for negligence homicide.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final acquittal, ruling that the prosecution must be permanently ceased due to the expiration of the statute of limitations. The appellant, a hospital director, was previously convicted of negligence homicide for failing to monitor a patient who died from internal bleeding. Although the court acknowledged a procedural defect regarding a judge's prior participation in the case, it found the substantive grounds for the appeal insufficient to overturn the acquittal. Consequently, the court ordered the permanent cessation of criminal proceedings against the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Criminal Procedure Code; Article 14 of the Criminal Procedure Code; Article 8 of the Code of Judicial Organization; Article 510 of the Criminal Procedure Code: A procedural defect involving a judge's prior participation does not justify overturning an acquittal if the prosecution has expired due to the passage of time.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1717 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1717/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- Χ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3133/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../21/12.2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2018.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση υπ’ αριθμ. πρωτ. .../21.12.2017 δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3133/2.11.2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ).Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠοινΔ "εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον οργανισμό των δικαστηρίων, στον ειδικό νόμο για τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια και στον Κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 εδαφ. α’ Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ) "δικαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και δικηγόροι δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας μέχρι και τον τρίτο βαθμό".
Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι α) κώλυμα συμμετοχής δικαστή στην εκδίκαση έφεσης ή αναίρεσης υπάρχει και όταν έχει συμπράξει ο ίδιος δικαστής στην έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης σε οποιοδήποτε στάδιο προγενέστερου του ενδίκου μέσου, αφού ήδη έχει εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν από προκατάληψη να μην κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο, β) κώλυμα συμμετοχής δικαστικού λειτουργού στην σύνθεση δικαστηρίου κατά την εκδίκαση έφεσης ή αναίρεσης υπάρχει όταν σε οποιοδήποτε στάδιο της ίδιας υπόθεσης συμμετείχε στην σύνθεση του δικαστηρίου ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 παρ. 1 εδαφ.
α’ Ν. 1756/1988 πρόσωπα, τα οποία έχουν ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν ο συνδεόμενος με εκείνα με συζυγική ή συγγενική σχέση, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, δικαστής ή εισαγγελέας από προκατάληψη να μην κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο, σε κάθε δε περίπτωση μπορεί να εγερθεί υπόνοια για την ελεύθερη και απροκάλυπτη κρίση του.
Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό και αμερόληπτο δικαστή. Άλλωστε το δικαίωμα και ταυτόχρονα η υποχρέωση εξαίρεσης του δικαστικού λειτουργού στις ανωτέρω περιπτώσεις θεμελιώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης (ΑΠ 42/2014, ΑΠ 1343/2011).
Η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων συνιστά κακή σύνθεση του δικαστηρίου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. α’ ΚΠοινΔ ως και μη τήρηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από την ΕΣΔΑ κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ εκ των οποίων επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1756/1988) και δεν αφορά τη μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 του άρθρου 17 Ν. 1756/1988 που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία 9ΑΠ 6/2017, ΑΠ 68/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την υπ’ αριθμ. 3247/12.10.2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Στη δίκη εκείνη ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, συμμετείχε ως μέλος της σύνθεσης, νομίμως κληρωθείς (άρθρο 17 Ν. 1756/1988) ο Εφέτης, Κ.
Σ. του Δ., σύζυγος της Αντεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, Μ. Κ. του Α.. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 18.4.2017 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1491/20.9.2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση.
Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης που δίκασε την απόφαση μετ’ αναίρεση ως δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3133/2.11.2017 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την ως άνω πράξη σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 2.11.2017 ως Εισαγγελέας της έδρας συμμετείχε (νομίμως κληρωθείσα κατ’ άρθρο 17 Ν. 1756/1988), η Αντεισαγγελέας Εφετών Μ.
Κ. η οποία αφού ανέπτυξε και προφορικά την πρότασή της, πρότεινε την αθώωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε η ως άνω Αντεισαγγελέας Εφετών είναι σύζυγος του Εφέτη Κ. Σ. ο οποίος κατά τα ανωτέρω μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την ήδη αναιρεθείσα απόφαση.
Συνεπώς, εφόσον η ως άνω Εισαγγελική Λειτουργός και ο Εφέτης Κ. Σ. είναι μεταξύ τους σύζυγοι, συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού αυτής από τη συζήτηση της υπόθεσης μετ’ αναίρεση. Εφόσον όμως, παρά ταύτα, η ανωτέρω Εισαγγελική Λειτουργός συμμετείχε στην σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκλήθηκε, κατά τα αναφερθέντα στην μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής σύνθεσης του δικάσαντος δικαστηρίου.
Μετά ταύτα θα πρέπει, δεκτού γενομένου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ λόγο αναίρεσης, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων είναι πέντε έτη, αρχομένης από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη.
Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδαφ. β’ και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ’ αυτή ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ (ΑΠ 225/2016).
Συνεπώς και στην προκειμένη περίπτωση που γίνεται δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, θα πρέπει ενόψει του χρόνου τέλεσης του αδικήματος (πλημμελήματος) κατά το χρονικό διάστημα από 2.12.2009 έως και 3.12.2009 και της παρέλευσης οκταετίας μέχρι σήμερα (3.7.2018 ημερομηνία διάσκεψης), να παύσει μετά την περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, οριστικά ή σε βάρος του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος γι’ αυτό ποινική δίωξη, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 3133/2.11.2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
ΠΑΥΕΙ οριστικά των σε βάρος του Χ. Δ. του Ι. ποινική δίωξη για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Ειδικότερα του ότι: "Ως Διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του ..., κατά τη διάρκεια της 2ας Δεκεμβρίου 2009, ημέρας εισαγωγής εκεί του ασθενούς Ν. Π., καθώς και κατά τη διάρκεια νοσηλείας στο χειρουργικό τμήμα ήτοι μεταξύ της 2/12/2009 και της 3/12/2009, υπόχρεος ων κατ’ άρθρο 9 Ν. 3418/2005 να προστατέψει την υγεία του άνω ασθενούς δεν το έπραξε και έτσι επέφερε από αμέλειά του το θάνατό του.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ως θεράπων ιατρός, αν και γνώριζε: 1) ότι ο Ν. Π., 25 ετών είχε εισαχθεί στη χειρουργική κλινική με εκτεταμένη οπισθοπεριτοναϊκή και ενδοκοιλιακή αιμορραγία και ειδικότερα κακώσεις κοιλίας και τραυματικές ρήξεις ήπατος συνεπεία του προηγηθέντος τροχαίου ατυχήματος, κακώσεις που είχαν έγκαιρα διαγνωστεί λόγω της εξέτασης στον αξονικό τομογράφο,2 ) ότι η κατάσταση της υγείας του ασθενούς ήταν εξαιρετικά ανησυχητική σύμφωνα με τις διεξαχθείσες κατά την εισαγωγή του εργαστηριακές και αιματολογικές εξετάσεις και ότι 3) ο ασθενής ήταν διεγερτικός καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του κυρίως κατά την διάρκεια της νυκτός συνεπεία προηγούμενης χρήσης ναρκωτικών ουσιών, κατάσταση που δημιουργούσε επιπλέον κινδύνους για συνέχιση ή επίταση της αιμορραγίας, εν τούτοις, τόσο αυτός (κατηγορούμενος) όσο και ο ήδη αμετακλήτως καταδικασθείς, εκ της εν προκειμένω αιτίας, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3247/2006 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, ιατρός, Α.
Π., που τον διαδέχθηκε στην παρακολούθηση του ασθενούς την 15.00 ώρα της 3.12.2009, αντιμετώπισαν το ένδικο περιστατικό χωρίς τη δέουσα σοβαρότητα, την οποία επέβαλε η, ως ανωτέρω, κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο κατάσταση του ασθενούς και, μετά ταύτα, παρέλειψαν, ενεργούντες, από αμέλεια, εναντίον των γενικά κρατούντων και παραδεδειγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, τον συνεχή και αδιάλειπτο, κλινικό και εργαστηριακό, έλεγχο του ασθενούς, ο οποίος θα τους έδιδε εκ του ασφαλούς την εικόνα ότι η κατάστασή του οδεύει προς καταπληξία, λόγω της συνεχούς εσωτερικής αιμορραγίας και, μετά ταύτα, τη δυνατότητα αντιμετωπίσεώς της, η συγκλίνουσα δε αυτή αμέλεια τους οδήγησε τελικά στο θάνατο του ασθενούς, ο οποίος άλλως θα είχε αποφευχθεί.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ