Legislator Case Law & Legislation
1717/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against court-appointed care fee, remanding case for new trial on specific compensation period.

Case Number 1717/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the court-appointed care fee, remanding the case for a new trial on the disputed compensation period. The appellant argued that the lower court's assessment violated the principle of common sense and exceeded its discretion by setting fees for a period extending to 2052. The court rejected the argument that the fee violated proportionality but held that the specific calculation period was erroneous and required re-evaluation by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a court-appointed care fee if the lower court's assessment of the fee period or amount violates the principle of common sense or exceeds discretionary limits, remanding the case for a new trial on the specific contested portion.

Keywords

AI generated
court-appointed care fee principle of common sense discretionary limits remittal for new trial judicial discretion proportionality principle court-appointed assistant

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item B' d' of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1717 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1717/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-5-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Χ. Π. του Σ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1161/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1709/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 10-3-2016 (αρ. κατ. 99/2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1709/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αρ. ... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Ε. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 124 παρ. 1 σε συνδ. 126 παρ. 1α ΚΠολΔ), ατομικά, στον 1° αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Επίσης, από την υπ' αρ. ... έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, η αναίρεση κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 124 παρ. 1 σε συνδ. 128 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην σύνοικο μητέρα του 2ου αναιρεσιβλήτου, για να παραστεί και αυτός κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος και 2ος αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Επομένως, αφού ο 1ος και ο 2ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Η κρινόμενη από 10-3-2016 (αρ. κατ. 99/2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1709/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Η διάταξη του άρθρ. 930 παρ. 3 του ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η αξίωση για αποζημίωση, που έχει ο παθών εναντίον εκείνου που τον ζημίωσε, δεν πρέπει να αποκλείεται, όταν η ζημία του καλύφθηκε από άλλον, αφού κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβαίνει προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός, ότι ήδη άλλος κάλυψε για οποιονδήποτε λόγο τη ζημία του παθόντος, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο, όπως συμβαίνει με το άρθρ. 18 του Ν. 1654/ 1986, κατά το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του.

Έτσι κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ο υπαίτιος για τον τραυματισμό άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος για υπηρεσίες τρίτων προς αυτόν, που κάλυψαν ανάγκες απότοκες του τραυματισμού του, έστω και αν δεν κατέβαλε αμοιβή για τις υπηρεσίες αυτές, δηλαδή πρόκειται για αφιλοκερδείς υπηρεσίες, αφού ο υπαίτιος του τραυματισμού δεν επιτρέπεται και πάλι να ωφεληθεί και να μην καταβάλει τελικώς στον παθόντα ως αποζημίωση το ποσό στο οποίο αποτιμώνται οι υπηρεσίες τρίτων, που του παρασχέθηκαν μεν δωρεάν, δεν θα είχε όμως αναγκασθεί να τις χρησιμοποιήσει, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος (ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 132/2010).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α' σκέλος αυτού ο αναιρεσειων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 929, 930 παρ. 3 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδας και έτσι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση, διότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το ανωτέρω κονδύλιο και έτσι υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19, διότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στην Εθνική Οδό….., στις 7-5-2009, τραυματίστηκε ο αναιρεσείων, που επέβαινε στο ζημιογόνο όχημα - …το οποίο οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, συνιδιοκτησίας αυτού και του 2ου αναιρεσιβλήτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Ο παθών - αναιρεσείων άσκησε κατά των ανωτέρω υπόχρεων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 20-6-2012 (αρ. κατ. 20823/2012) αγωγή, που ήταν 2η στη σειρά, με την οποία, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη αξίωνε, καταψηφιστικά α) το ποσό των 47.400 ευρώ, ως αμοιβή οικιακής βοηθού - θεραπενίδος για το χρονικό διάστημα από 13-6-2010 έως 31-12-2014, β) ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, ποσού 50.000 ευρώ καθώς και αναγνωριστικά α) το ποσό των 509.484 ευρώ ως αμοιβή οικιακής βοηθού - θεραπενίδος για το χρονικό διάστημα από το έτος 2015 έως το τέλος του έτους 2052, οπότε αυτός θα συμπλήρωνε το 78° έτος της ηλικίας του, που είναι το προσδόκιμο όριο ζωής για άνδρες και β) το ποσό των 100.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1161/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία τα ανωτέρω κονδύλια απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ο παθών άσκησε στη συνέχεια την από 21-5-2013 (αρ. κατ. 1797/2013) έφεση, με τον 2° και 4° λόγο της οποίας έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη των ανωτέρω κονδυλίων.

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε το κονδύλιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης και επιδίκασε στον παθόντα το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς την απόρριψη κατ' ουσίαν του κονδυλίου αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδας. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την κατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντα, πριν και μετά το ατύχημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση για την επιδίκαση του ανωτέρω κονδυλίου και της ανάγκης παροχής υπηρεσιών οικιακής βοηθού - θεραπενίδος, που αφορά τους ερευνώμενους, 1ο κατά το Α' σκέλος του και 2ο λόγους αναίρεσης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε επίσης, ότι μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα ο ενάγων διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Ιπποκράτειο", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη:

υπερδιακονδύλιο κάταγμα αριστερού βραχιονίου, υπερδιακονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου, κάταγμα οστών αντιβραχίου αριστερά. Νοσηλεύθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του άνω νοσοκομείου, υπό συντηρητική αγωγή, εν αναμονή της χειρουργικής επεμβάσεως, αλλά εξήλθε με τη βούλησή του την 11-5-2009 (βλ. την από 11-5-2009 ιατρική γνωμάτευση του διευθυντή της άνω Κλινικής Χ.

Δ.). Την ίδια ημέρα εισήχθη στη "EUROMEDICA - Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης", όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 10-6-2009. Εκεί διαγνώσθηκε ότι υπέστη, συντριπτικό υπερδιακονδύλιο κάταγμα αριστερού βραχιονίου οστού, κάταγμα μεσότητας της αριστερής κερκίδας-ωλένης, διατροχαντήριο κάταγμα αριστερά, κάταγμα αυχένος μηρού δεξιά χωρίς παρεκτόπιση και συντριπτικό υπερδιακονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού.

Στις 18-5-2009 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση οστεοσύνθεσης των καταγμάτων του αριστερού βραχιονίου οστού και του αριστερού αντιβραχίου (κερκίδα-ωλένη), καθώς και σε οστεοσυνθεση του υπερδιακονδυλίου κατάγματος του δεξιού μηριαίου οστού και του διατροχαντηρίου κατάγματος του αριστερού μηριαίου οστού.

Κατά την έξοδό του από τη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης του συνεστήθη από τους θεράποντες ιατρούς του η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, η μετακίνηση με αμαξίδιο και η μερική φόρτιση του αριστερού σκέλους, η φυσιοθεραπευτική αγωγή με κινησιοθεραπεία αριστερού και δεξιού ισχύου και ασκήσεις τετρακέφαλου μηριαίου.

Επίσης, κρίθηκε αναγκαία η κλειστή νοσηλεία του σε κέντρο αποκατάστασης επί ένα μήνα (βλ. την από 5-6-2009 ιατρική γνωμάτευση των ιατρών Α. Α., ορθοπεδικού και Γ. Σ., ορθοπεδικού χειρουργού, το από 10-6-2009 ενημερωτικό σημείωμα του πρώτου των άνω ιατρών και το από 10-6-2009 εξιτήριο της άνω κλινικής). Στις 10-6-2009 εισήχθη για νοσηλεία στο "Κέντρο Αποθεραπείας Αποκατάστασης Αναγέννηση Α.Ε.", όπου παρέμεινε μέχρι την 2-7-2009.

Μετεγχειρητικά, ο ενάγων εμφάνισε δυσκαμψία της αριστερής κατ' αγκώνα άρθρωσης και του δεξιού γόνατος, οπότε αποφασίσθηκε από τους ιατρούς του η αφαίρεση των υλικών της οστεοσύνθεσης, ευρεία θυλακοτομή της αριστερής κατ' αγκώνα άρθρωσης για την κινητοποίηση του αγκώνα και αφαίρεση της ασβεστοποιού μυϊτιδας, που αναπτύχθηκε στον πρόσθιο βραχιόνιο μυν.

Η χειρουργική επέμβαση πραγματοποιήθηκε στις 5-11-2009 στην ως άνω Γενική Κλινική, μετά την οποία ακολούθησε φυσικοθεραπεία (βλ. την από 27-11-2009 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού Α. Α.). Κατά την ίδια αυτή γνωμάτευση ο ενάγων παρουσίασε μεγάλη δυσκαμψία του αριστερού αγκώνα και της δεξιάς κατ' αγκώνα άρθρωσης και επώδυνη κινητικότητα των κατ' ισχίων αρθρώσεων.

Πριν από το επίδικο ατύχημα ο ενάγων έπασχε από σπαστική παραπληγία εξ εγκεφαλικής παράλυσης, εμφάνιζε έκπτωση μυϊκής ισχύος των κάτω άκρων, η δε βάδιση του ήταν εντόνως δυσχερής και μόνο με τη βοήθεια διπλής βακτηρίας. Με την υπ' αριθ. …/14-11-2002 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α.

Σερρών είχε κριθεί ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 80% (βλ. την άνω γνωμάτευση). Παρά τη νοσηλεία του, εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος καταλείφθηκε σ' αυτόν μόνιμη λειτουργική αναπηρία, που επιδείνωσε την προϋπάρχουσα σπαστική παραπληγία του. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη του ατυχήματος από 22-1-2010 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου Γ.

Β., ο ενάγων δεν δύναται πλέον να βαδίσει έρποντας με τη χρήση διπλής βακτηρίας, αλλά παραμένει καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, με μυϊκή ισχύ άνω άκρων δεξιά 4/5, αριστερά 3/5 κατά MRC και μυϊκή ισχύ κάτω άκρων άμφω 0-1/5 κατά MRC (Διεθνής Κλίμακα Μέτρησης Μυϊκής Ισχύος). Η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Ν.

Θεσσαλονίκης η οποία εξέτασε τον ενάγοντα την 26-1-2010, γνωμάτευσε, ότι το ποσοστό αναπηρίας του αυξήθηκε σε 85% (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. …/26-1-2010 απόσπασμα συνεδρίασης της άνω Επιτροπής). Τέλος, σύμφωνα με την από 17-4-2012 γνωμάτευση πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Κοινωνικής Εργασίας του Ι.Κ.Α., το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος ανέρχεται σε 91% από 30-1-2012 έως 31-1-2014.

Περαιτέρω και αναφορικά με τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος (αποζημιώσεως και καταβολής της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ), αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων με την πρώτη (υπ' αριθ. καταθ. 53099/2009) αγωγή του ζήτησε το ποσό των 15.060 ευρώ για δαπάνη αποκλειστικής βοηθού, λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησής του, για το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του (7-5-2009) μέχρι την 12-6-2010, πλην του διαστήματος κατά το οποίο ακολουθούσε την κλειστή θεραπεία στο κέντρο αποκατάστασης.

Η αξίωσή του αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και του επιδικάσθηκε με τις ως άνω αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου τούτου το ποσό των 5.480 ευρώ για την εν λόγω αιτία, διότι κρίθηκε ότι, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα βρισκόταν σε μερική αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης και ότι για την κάλυψη των ατομικών του αναγκών παρείχαν σ' αυτόν συνδρομή, αρχικά για 12 ώρες ημερησίως και κατόπιν, μετά την επάνοδο στην εργασία του, για ένα οκτάωρο ημερησίως, η σύνοικος μητέρα του και η σύζυγός του, Α.

Μ., η οποία επίσης πάσχει από αναπηρία και κινείται με τη βοήθεια βακτηριών. Ήδη με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων ζητεί αποζημίωση για παροχή υπηρεσιών οικιακής βοηθού επί εικοσιτετραώρου βάσεως, επικαλούμενος την πλήρη και διά βίου ανικανότητά του προς αυτοεξυπηρέτηση από 13-6-2010, οπότε διήγε το 36° έτος της ηλικίας του και για 42 επιπλέον έτη, ήτοι μέχρι συμπληρώσεως του 78ου έτους της ηλικίας του, την 31-12-2052, συνολικού ποσού 556.884 ευρώ, με τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις ως προς το ύψος της μηνιαίας αμοιβής της οικιακής βοηθού.

Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Ο ενάγων σύμφωνα με την ειδική νομοθεσία προστασίας προσώπων με αναπηρία (ν. 2643/1998) προσελήφθη το έτος 2007 ως δόκιμος, μετά δε τη συμπλήρωση, στις 5-10-2009, διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας, κρίθηκε αρμοδίως ως κατάλληλος και κατέστη μόνιμος δικαστικός υπάλληλος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Είναι έγγαμος και πατέρας μιας ανήλικης θυγατέρας, ηλικίας σήμερα 10 ετών. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, συναδέλφου του, που εξετάσθηκε πρωτοδίκως με την επιμέλεια του ενάγοντος, και πριν από το επίδικο ατύχημα η μητέρα του ενάγοντος βοηθούσε τον ίδιο και τη σύζυγό του (η οποία πάσχει επίσης από αναπηρία, κατά τα προεκτεθέντα) για την κάλυψη των αναγκών διαβιώσεώς τους στην οικία τους, ο ίδιος δε μάρτυρας δεν απέκλεισε την απασχόληση εκ μέρους του ενάγοντος τρίτου προσώπου για την παροχή υπηρεσιών οικιακής βοηθού, κατά το προ του ατυχήματος χρονικό διάστημα.

Ενόψει του ότι αμφότεροι οι σύζυγοι, ήταν και είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, τα οποία ωσαύτως έχουν τη φροντίδα της επιμέλειας και ανατροφής ενός ανηλίκου τέκνου, δεν κρίνεται ότι η απασχόληση οικιακής βοηθού εκ μέρους του ενάγοντος και επομένως η σχετική δαπάνη απαιτείται γι' αυτόν, αποκλειστικά λόγω της πρόσθετης βλάβης, που προκλήθηκε σ' αυτόν εξαιτίας του ατυχήματος, ώστε να θεωρηθεί ότι υφίσταται η ως άνω αξίωσή του καταβολής της αντίστοιχης αποζημιώσεως.

Εξάλλου, η ανάγκη απασχόλησης οικιακής βοηθού, λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης του ενάγοντος, προδήλως δεν απαιτείται για ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, όπως ζητεί, αφού ο τελευταίος απουσιάζει από την οικία του κατά τις εργάσιμες ημέρες περί τις 8-9 ώρες ημερησίως, λόγω του ωραρίου της εργασίας του και του απαιτούμενου χρόνου της μετάβασης και επιστροφής του από αυτήν....

Αποδείχθηκε επίσης από το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και ιδίως, από τις προεκτεθείσες ιατρικές γνωματεύσεις, ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος κατά το επίδικο ατύχημα είχε ως συνέπεια την επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας αναπηρίας του. Η επιδείνωση αυτή επέφερε πρόσθετες δυσχέρειες στην καθημερινή του ζωή, αλλά και δυσμενή επίδραση στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον.

Τούτο διότι, ενώ πριν από το τροχαίο ατύχημα μπορούσε, έστω και με δυσκολία, να ορθοστατεί, να κινείται και να βαδίζει με τη βοήθεια βακτηριών, το ατύχημα του προκάλεσε βλάβες στο αριστερό μέρος του σώματός του (δυσκαμψία αγκώνα, διαταραχή στις κινήσεις του αριστερού βραχιονίου, μείωση της κινητικότητας της αριστερής ωμοπλάτης) και στο δεξιό μέρος του σώματός του (μετατραυματική αγκύλωση δεξιού ισχίου, μετατραυματική δυσκαμψία δεξιού γόνατος).

Εξαιτίας δε των προβλημάτων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί πλέον στις βακτηρίες, όπως συνέβαινε προ του ατυχήματος και είναι υποχρεωμένος να μετακινείται στο χώρο εργασίας του, και οπουδήποτε, με αναπηρικό αμαξίδιο, ενώ χρειάζεται τη βοήθεια των συναδέλφων του για το άνοιγμα και το κλείσιμο της θύρας ενός συγκεκριμένου ανελκυστήρα του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης, τον οποίο, ανελκυστήρα, μπορεί μόνο να χρησιμοποιεί, λόγω χώρου και ανοίγματος θυρών, καθώς επίσης χρειάζεται τη βοήθεια των συναδέλφων του για τη μετάβασή του στο χώρο της τουαλέτας και γενικά για τη μετακίνησή του εντός του χώρου της εργασίας του, ενώ προ του ατυχήματος μπορούσε να μετακινείται μόνος του και χωρίς τη συνδρομή τρίτου προσώπου, σύμφωνα με τον ενόρκως βεβαιώνοντα τα ανωτέρω περιστατικά, συνάδελφό του Δ.

Λ., στην άνω υπ' αριθ. 2457/2012 ένορκη βεβαίωση. Επίσης, πρακτικές δυσκολίες αντιμετωπίζει πλέον ο ενάγων στην εκπλήρωση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, τα οποία, λόγω και του προβλήματος στο αριστερό του χέρι, εκτελεί με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με το παρελθόν, με αποτέλεσμα την μείωση της απόδοσής του στην εργασία του, χωρίς βέβαια να έχει υποστεί κάποια μείωση των αποδοχών του (βλ.

κατάθεση μάρτυρος απόδειξης), αλλά με ενδεχόμενη δυσχέρεια στην υπηρεσιακή εξέλιξή του. Η ως άνω αύξηση των κινητικών προβλημάτων του, που οφείλεται στο επίδικο ατύχημα, είναι μόνιμη και διαρκής κατάσταση, η οποία επιδρά αρνητικά και στην εν γένει μελλοντική και κοινωνική του ζωή...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 929 και 930 παρ. 3 ΑΚ, ενώ επίσης περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων πριν από το ατύχημα έπασχε από σπαστική παραπληγία των κάτω άκρων (διπληγία) εξ εγκεφαλικής παράλυσης, ότι βάδιζε με έντονη δυσχέρεια με διπλή βακτηρία, ότι το έτος 2002 (πριν από το ατύχημα) η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Σερρών τον είχε κρίνει ανάπηρο σε ποσοστό 80%, ότι το έτος 2010 (μετά το ατύχημα) η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Ν.

Θεσσαλονίκης τον έκρινε ανάπηρο σε ποσοστό 85% και ότι η Διεύθυνση Αναπηρίας και Κοινωνικής Εργασίας του ΙΚΑ, το έτος 2012 (πριν από την άσκηση της ένδικης δεύτερης στη σειρά αγωγής του) τον έκρινε ανάπηρο σε ποσοστό 91%, για τη διετία 2012-2014. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι μέχρι 12-6-2010 (δηλαδή για το διάστημα πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής) βρισκόταν σε μερική αδυναμία να αυτοεξυπηρετηθεί, ότι τον συνέδραμαν η μητέρα του, αλλά και η σύζυγός του, που επίσης είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, για 12 ώρες ημερησίως αρχικά και ότι όταν επανήλθε στην εργασία του, ως δικαστικός υπάλληλος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τον συνεπικουρούσαν για 8 ώρες ημερησίως.

Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η υγεία του αναιρεσείοντα επιδεινώθηκε μετά από το ατύχημα, ότι πλέον έχει μόνιμη λειτουργική αναπηρία λόγω της τετραπληγίας του (άνω και κάτω άκρα), που επιδείνωσε την προϋπάρχουσα διπληγία των κάτω άκρων και ότι πλέον παραμένει καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο. Τέλος, το Εφετείο δεν απέκλεισε την πρόσληψη τρίτου προσώπου πριν από το ατύχημα, που εξυπηρετούσε τόσον τον αναιρεσείοντα όσο και τη σύζυγό του.

Στη συνέχεια όμως το Εφετείο 1) παραλείπει να προσδιορίσει το είδος των υπηρεσιών της ως άνω θεραπενίδας - οικιακής βοηθού, που αντιστοιχούσαν στην ανάγκη εξυπηρέτησης "ατομικά" του αναιρεσείοντα, ώστε συγκρινόμενες με την παρούσα κατάσταση της υγείας του, να κριθεί, εάν οι ανωτέρω ίδιες υπηρεσίες αρκούν ή όχι για το χρονικό διάστημα από 13-6-2010 έως τουλάχιστον το τέλος του έτους 2014, που σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΙΚΑ αυξήθηκε η αναπηρία του αναιρεσείοντα σε 91% έως τέλος 2014 και άρα και η ανάγκη συνδρομής επιπλέον υπηρεσιών τρίτου προσώπου, καθόσον έκτοτε έως το έτος 2052 το σχετικό αίτημα ασκείται πρόωρα, διότι δεν προκύπτουν στοιχεία, που να αποδεικνύουν, ότι θα συνέχιζε η ίδια κατάσταση της υγείας του ή θα εμφάνιζε τυχόν βελτίωση, ενώ επιπρόσθετα λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας μας είναι αβέβαιες οι μέλλουσες οικονομικές συνθήκες, που θα επικρατήσουν.

Εκτός τούτων επίσης, 2) το Εφετείο παραλείπει να αιτιολογήσει, εάν η οκτάωρη συνδρομή της συζύγου και της μητέρας του αναιρεσείοντα αρκούν για την κάλυψη των αναγκών εξυπηρέτησης αυτού για όλο το 24ωρο ημερησίως, μετά την επιδείνωση της αναπηρίας του σε ποσοστό 91% για το ανωτέρω διάστημα (13-6-2010 έως τέλος 2014), εφόσον κατά τα προεκτεθέντα για το μετέπειτα χρονικό διάστημα το αίτημα ασκείται πρόωρα.

Εκτός των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση έχει και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής οικιακής βοηθού - θεραπενίδας κατά το παραπάνω διάστημα (13-6-2010 έως τέλος 2014), διότι, αν και δέχθηκε ότι πριν από το ατύχημα ο αναιρεσείων εκινείτο με δύο βακτηρίες και ότι πλέον μετά το ατύχημα παραμένει καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο και δεν δύναται πλέον να βαδίσει, εντελώς αντιφατικά δέχθηκε ότι 1) δεν χρειάζεται τη συνδρομή οικιακής βοηθού - θεραπενίδος για όλο το 24ωρο, διότι τις εργάσιμες ημέρες για 8-9 ώρες ημερησίως απουσιάζει από την οικία του λόγω του ωραρίου της εργασίας του και του χρόνου μετάβασης και επιστροφής και 2) ότι στο χώρο της εργασίας του χρειάζεται τη συνδρομή των συναδέλφων του για το άνοιγμα και κλείσιμο ενός συγκεκριμένου ανελκυστήρα του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης, που λόγω της επιφάνειάς του μπορεί να χρησιμοποιεί με το αναπηρικό αμαξίδιο, για τη χρήση της τουαλέτας, καθώς και για τις λοιπές μετακινήσεις του εντός του χώρου της εργασίας του, διότι πλέον αδυνατεί να εκτελέσει μόνος του όλες τις ανωτέρω κινήσεις.

Με τις παραπάνω όμως ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες το Εφετείο με το να απορρίψει το κονδύλιο πλασματικής αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδος ως ουσιαστικά αβάσιμο για το χρονικό διάστημα από 13-6-2010 έως τέλος 2014, το οποίο ο αναιρεσείων αξίωνε, τόσο με το αγωγικό δικόγραφο, όσο και με το 2ο λόγο της έφεσής του και συγχρόνως απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο το ίδιο κονδύλιο για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, δηλαδή από το έτος 2015 έως το έτος 2052, ενώ θα έπρεπε να το κρίνει ως προώρως ασκηθέν, κατέστησε την απόφασή του αναιρετεία και στερούμενη νόμιμης βάσης, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν υπήχθησαν ορθά ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους ουσιαστικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 929 και 930 παρ. 3 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και συνεπώς υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα ο 1ος λόγος αναίρεσης κατά το Α' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ και ο 2ος συναφής αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, που ασκούνται παραδεκτά κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αφορούν ισχυρισμό που είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο (άρθρ. 240 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδας για το χρονικό διάστημα από 13-6-2010 έως τέλος 2014, κατά το οποίο ο αναιρεσείων έχει κριθεί ανάπηρος από τον Ασφαλιστικό του Φορέα - ΙΚΑ σε ποσοστό 91%, ενώ για το μετέπειτα διάστημα το αίτημα του ασκείται προώρως.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012).

Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (πρβλ.

ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και άρθρου 931 ΑΚ ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και επιδίκασε εσφαλμένα ως πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση το ποσό των 10.000 ευρώ, που είναι δυσαναλόγως μικρότερο σε σχέση με εκείνο που συνήθως επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση και, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του το Εφετείο επιδίκασε ως ιδιαίτερη αποζημίωση το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο έκρινε εύλογο δεχόμενο κατ' ακριβή αντιγραφή τα εξής: "....με βάση το είδος, τις συνέπειες της περαιτέρω αναπηρίας του ενάγοντος, της ηλικίας του (35 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), συνεκτιμώντας και της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην πρόκληση της περαιτέρω αναπηρίας του...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καθορίζοντας ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 10.000 ευρώ δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 931 ΑΚ, δεδομένου ότι το ποσό που επιδικάσθηκε κατά την κοινή πείρα και τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο είναι ανάλογο εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε ανάλογες παρόμοιες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος, ενόψει και της ήδη προϋπάρχουσας διπληγίας του αναιρεσείοντα. Επομένως ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, που σημειωτέον ασκείται παραδεκτά κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ, διότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω η αναιρετική εμβέλεια των γενόμενων ως άνω δεκτών λόγων της αίτησης αναίρεσης εκτείνεται και στον 1ο αναιρετικό λόγο, κατά το Β' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του διδάγματος κοινής πείρας, ότι το πλήρες ανίκανο άτομο χρήζει της συνδρομής οικιακής βοηθού καθόλου το 24ωρο και του οποίου η έρευνα καθίσταται πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 1294/2014), ανεξάρτητα από την ουσιαστική του αβασιμότητα, διότι η ανωτέρω αιτίαση δεν αφορά ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδος για το χρονικό διάστημα από 13-6-2010 έως 2014 καθώς και για το μετέπειτα διάστημα, ήτοι από το έτος 2015 έως το έτος 2052 κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα κατά την ανάλυση του οικείου λόγου αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 1709/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής (κεφάλαιο αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδος για το χρονικό διάστημα από 13-6-2010 έως 2014, καθώς και για το μετέπειτα διάστημα, ήτοι από το έτος 2015 έως το έτος 2052.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο, που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ