Supreme Court allows appeal against dismissal of claim for non-pecuniary damages and orders restitution of court costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to appeal the final judgment dismissing their claim for non-pecuniary damages arising from a tort. The appellant argued that the lower court failed to assess specific monetary compensation for the harm suffered, while the defendants contended the dismissal was legally sound. The court found the appeal admissible and substantive, ordering the appeal to be accepted, the case remitted for further trial, and the appellant's request for restitution of court costs paid voluntarily to be granted.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 579, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a dismissal of a claim for non-pecuniary damages is admissible if the lower court failed to assess specific monetary compensation, and voluntary payment of costs by the appellant entitles them to restitution upon successful appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1717 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1717/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ΦΡΟΖΥΜ-ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ εταιρεία περιορισμένη ευθύνης", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωστόπουλο .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Λ., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BAKE HELLAS ABEE" που εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1916/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 5896/2010 και 2222/2011 διορθωτική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 10-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 5896/2010 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 2222/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη κατ'ουσίαν η από 4-7-2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1916/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως αόριστη η από 15-1-2008 αγωγή της τελευταίας για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη αδικοπραξία των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 §3 ΚΠολΔ ).
2.- Επειδή, κατ' άρθρο 16 του ν.146/1914 "Με φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών και με χρηματικήν ποινήν (μέχρι τριών χιλιάδων δραχμών) ή με μίαν των ποινών τούτων τιμωρείται όστις, ως υπάλληλος, εργάτης ή μαθητευόμενος παρά τινι εμπορικώ ή βιομηχανικώ καταστήματι ή επιχειρήσει, ανακοινώνει άνευ δικαιώματος εις τρίτους, κατά το χρονικόν διάστημα της υπηρεσίας του, απόρρητα του καταστήματος ή της επιχειρήσεως εμπεπιστευμένα αυτώ ως εκ της υπηρεσίας του, ή άλλως περιελθόντα εις την αντίληψίν του, προς τον σκοπόν ανταγωνισμού ή επί τη προθέσει βλάβης του κυρίου του καταστήματος ή της επιχειρήσεως.
Με την αυτήν ποινήν τιμωρείται και ο χρησιμοποιών ή ανακοινών εις τρίτους άνευ δικαιώματος, προς τον σκοπόν ανταγωνισμού, τα τοιαύτα απόρρητα, ων έλαβε γνώσιν διά τινός των εν τω προηγουμένω εδαφίω ανακοινώσεων ή δι` ιδίας αυτού πράξεως αντικειμένης εις τους νόμους ή τα χρηστά ήθη". Η διάταξη της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου συντρέχει, (εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις), και στην περίπτωση λήξης ή λύσης της εργασιακής σχέσης ιδίως εάν έχει συμφωνηθεί και η μετά την λύση της σχέσεως υποχρέωση μη αποκάλυψης απορρήτου.
Ως εμπορικά απόρρητα κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων νοούνται τα απόρρητα εμπορικής και οργανωτικής φύσης της επιχείρησης, όπως κατάλογοι πελατών, κατάλογοι πηγών προμήθειας, κοστολόγια και υπολογισμοί τιμών κλπ. Η παρεχόμενη από την ως άνω διάταξη και εκείνη του άρθρου 18 παρ.1 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι "οι παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 γεννώσι προς τούτοις και υποχρέωσιν προς αποκατάστασιν της προξενηθείσης ζημίας" προστασία είναι αστική και ποινική.
Προστατευόμενο πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές είναι ο φορέας του απορρήτου απέναντι σε πράξεις προσβολής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 919 και 932 ΑΚ, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης, πίστης, υπόληψης και λοιπών άυλων αγαθών νομικού προσώπου, από παράνομη και υπαίτια πράξη ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, από πράξη ή παράλειψη από πρόθεση, κατά τρόπο εναντίον των χρηστών ηθών, μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, αν, εξαιτίας της προσβολής αυτής, εθίγη η προσωπικότητα ή η φήμη, πίστη και επάγγελμα των άνω προσώπων, αντίστοιχα.
Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης δύνανται να ζητήσουν και οι εταιρείες, αν με την αδικοπραξία- και τέτοια συνιστά και η ποινικά κολάσιμη πράξη-προσεβλήθη η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικώς το εμπορικό τους μέλλον Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, να προσδιορίζεται η ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και να αναφέρεται η .
αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του εναγομένου και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, η οποία υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 15-1-2009 ένδικη αγωγή η ενάγουσα ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Σκοπός μου είναι η πώληση προϊόντων ζύμης στο εσωτερικό και το εξωτερικό, ως και η εισαγωγή προϊόντων ζύμης για περαιτέρω επεξεργασία, τυποποίηση και διάθεση. Από την ίδρυσή μου αφενός διαθέτω δική μου μονάδα παραγωγής προϊόντων ζύμης, γαλλικής τεχνογνωσίας (κρουασάν παντός τύπου, ποικίλα είδη σφολιάτας και ζαχαροπλαστικής, μπαγκέτες και λοιπά συναφή προϊόντα) και αφετέρου συνεργάζομαι εμπορικά με ορισμένες από τις πλέον γνωστές ευρωπαϊκές εταιρίες τροφίμων (ιδίως γαλλικές, ιταλικές και ισπανικές κ.α.) από τις οποίες προμηθεύομαι και εισάγω στην Ελλάδα τ' ανωτέρω προϊόντα.
Οι εκπρόσωποί μου προέβησαν σε εκτεταμένη έρευνα της αγοράς και έτσι ανέπτυξα σημαντικό δίκτυο διανομέων και πελατών σε όλη την Ελλάδα, ώστε σήμερα να έχω καταστεί πρωτοποριακή στον κλάδο εισαγωγής και εμπορίας των ανωτέρω προϊόντων. Τον α' εναγόμενο (και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) προσέλαβα με σύμβαση (εξαρτημένης) εργασίας αορίστου χρόνου την 8-1-2007 ως υπεύθυνο επί των πωλήσεων και με την ιδιότητά του αυτή εργάσθηκε συνεχώς επί 10μηνον περίπου.
Κατά το μήνα Ιούλιο 2007 μου ανακοίνωσε ότι τον προσέγγισε επανειλημμένα εκπρόσωπος της δεύτερης των εναγομένων (και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), ο κ. Μ., ο οποίος του πρότεινε να λύσει την μετ' εμού σύμβαση εργασίας και να προσφέρει εις αυτήν τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος της εναγομένης εταιρίας. Απέκρουσε, μου είπε, την πρόταση αυτή, ως επίσης απέκρουσε, όπως ο ίδιος εκάστοτε με διαβεβαίωνε, και τις εν συνεχεία αλλεπάλληλες προτάσεις της δεύτερης των εναγομένων, με τις οποίες επιμόνως τον καλούσε να λύσει την μεταξύ μας σύμβαση εργασίας και να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες του, με την υπόσχεσή της ότι θα είχε μεγαλύτερες αποδοχές συν bonus.
Κατά τον μήνα Οκτώβριο 2007 ο πρώτος των εναγομένων ανακοίνωσε αιφνιδίως στον εκπρόσωπό μου Δ. Π., ότι επιθυμεί να αποχωρήσει εκ της εργασίας του, διότι, ως εξήγησε, αποφάσισε να δημιουργήσει δική του επιχείρηση (λογιστικό γραφείο μετά της συζύγου του), με την οποίαν πλέον αποκλειστικώς θα απασχολείτο. Ενώ δε αρχικώς καθόρισε ως ημερομηνία αποχωρήσεως την 16-11-2007, αποχώρησε την 2-11-2007.
Δοθέντος ότι κατά την διάρκεια της εργασίας του και κατά την εκτέλεση αυτής ο πρώτος των εναγομένων είχε λάβει γνώση κρισίμων εμπορικών απορρήτων της επιχειρήσεώς μου, του επέστησα την προσοχή ότι δεν έχει το δικαίωμα να αποκαλύψει σε οιονδήποτε τρίτον (ή ο ίδιος να χρησιμοποιήσει) τα απόρρητα αυτά στοιχεία της επιχειρήσεώς μου.
Ρητή, εξ άλλου, δέσμευση είχε περί αυτού αναλάβει ο πρώτος των εναγομένων με το μεταξύ μας καταρτισθέν από 14.2.2007 ιδιωτικό "συμφωνητικό μυστικότητας", που μεταξύ άλλων, προβλέπει, επί λέξει, ότι: "... Ο δεύτερος των συμβαλλομένων (δηλ. ο πρώτος των εναγομένων) δηλώνει ότι τελεί σε γνώση μερικών ή όλων των μεθόδων και πληροφοριών (της επιχείρησης) λόγω δε της εργασίας του πιθανόν να λάβει γνώση και μελλοντικών παρόμοιων μεθόδων και πληροφοριών.
Ήδη, με το παρόν, ο δεύτερος συμβαλλόμενος Α. Λ. δηλώνει ρητά και ανεπιφύλακτα ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση και εγγυάται να κρατήσει αυστηρά εμπιστευτικές όλες τις παραπάνω πληροφορίες, παρούσες και μέλλουσες, που θα λάβει λόγω της εργασιακής του σχέσης και θέσης του στην πρώτη συμβαλλόμενη (δηλ. εμέ) και να μην αποκαλύψει τις πληροφορίες και τις γνώσεις αυτές σε κανέναν απολύτως τρίτον, όπως επίσης και να μην τις χρησιμοποιήσει άμεσα ή έμμεσα για δικό του συμφέρον τόσο κατά τη διάρκεια της παραπάνω σύμβασης εργασίας όσο και μετά την πάροδο δύο (2) ετών από την κατά οιονδήποτε τρόπο λύση ή λήξη της και ότι σε αντίθετη περίπτωση θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην πρώτη των συμβαλλομένων αποζημίωση για κάθε θετική και αποθετική ζημία της ... .
Ο πραγματικός λόγος της αποχωρήσεως από την εργασία του πρώτου των εναγομένων δεν άργησε να αποκαλυφθεί. Αντί της επιχειρήσεως, την οποία είχε στον εκπρόσωπό μου ανακοινώσει ότι θα δημιουργούσε και για το λόγο αυτό αποφάσισε να λύσει -και έλυσε- την μεταξύ μας σύμβαση εργασίας, ευθύς μετά την αποχώρησή του προσελήφθη ως υπάλληλος από την ανταγωνίστριά μου, δεύτερη των εναγομένων (εκτός της παραγωγής άρτου εισάγει και εμπορεύεται τα ίδια μετ' εμού προϊόντα).
Και στο νέο εργοδότη του -και ανταγωνιστή μου- αποκάλυψε κρίσιμα εμπορικά απόρρητα στοιχειακής επιχειρήσεώς μου, τα οποία του είχα εμπιστευθεί κατά την εκτέλεση και για την εκτέλεση της εργασίας του και τα οποία και δια της ως άνω μεταξύ μας συμβάσεως είχε υποχρεωθεί εις ουδένα να ανακοινώσει. Κατά τα μέχρι τώρα διαπιστωθέντα, της παρέδωσε κατάλογο των προμηθευτών μου της αλλοδαπής, κατάλογο των διανομέων και των πελατών μου στην ημεδαπή, ως και τιμολόγια αγοράς εμπορευμάτων, ήτοι κρίσιμα στοιχεία οργανωτικής και εμπορικής μορφής της επιχειρήσεώς μου.
Τους καταλόγους αυτούς, που του είχα εμπιστευθεί, ανέλαβε (αντέγραψε) από τα γραφεία μου, όταν εργαζόταν ως υπάλληλός μου, με την πρόθεση και την απόφαση, να τους παραδώσει στη δεύτερη των εναγομένων, με την οποία ευρίσκετο πριν αποχωρήσει σε συνεννόηση και στην οποία είχε συμφωνήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλός της (καθ' ον χρόνο ψευδώς με διαβεβαίωνε ότι θα αποχωρούσε εκ της εργασίας του για να αφοσιωθεί στη λειτουργία της επιχειρήσεώς του, που υποτίθεται ότι εσκόπευσε να ιδρύσει).
Ο πρώτος των εναγομένων δηλαδή, κατόπιν υποκινήσεως και προτροπής της δεύτερης τούτων, συνεφώνησε μετ' αυτής να αποχωρήσει εξ εμού και να προσληφθεί ως υπάλληλός της, παραδίδων εις αυτήν εμπορικά μου απόρρητα και ιδίως το δίκτυο πελατών μου και διανομέων επαρχίας, που του είχα ως εκ της θέσεως του ως υπαλλήλου μου, τα οποία η τελευταία θα χρησιμοποιούσα προς τον σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος μου.
Και συμμορφωθείς με τις υποδείξεις της ενήργησε σύμφωνα με αυτές. Τα πρώτα αποτελέσματα ενεφανίσθησαν σχεδόν αμέσως και ειδικότερα: α) Την 13-14/11/2007 κατά τη διάρκεια εκθέσεως τροφίμων στη πόλη Κολωνία της Γερμανίας, ένας εκ των προμηθευτών μου της αλλοδαπής και συγκεκριμένα ο L. B. (Λ. Μ.), Διευθυντής της γαλλικής εταιρίας τροφίμων Neuhauser INTERNATIONAL (Νοϊχάουζερ Ιντερνάσιοναλ) διαμαρτυρήθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο μου Δ.
Π. ότι είχα αποκαλύψει σε ανταγωνιστές μου και ταυτόχρονα πελάτες του (την β' εναγομένη) τις (ευνοϊκές) τιμές με τις οποίες μου προμήθευε τα προϊόντα του. Ως δε δήλωσε στον εκπρόσωπό μου ο ως άνω ανταγωνιστής μου (β' εναγομένη) είχε στα χέρια του τιμολόγιο της εταιρίας μου. Πρόκειται περί τιμολογίου, το οποίο είχε αναλάβει από εμέ ο πρώτος εναγόμενος και το είχε παραδώσει στη δεύτερη.
Η τελευταία, διαπιστώσασα από το τιμολόγιο ότι οι τιμές που ο προμηθευτής της πρότεινε δεν ήσαν οι ευνοϊκές τιμές, τις οποίες προσέφερε εις εμέ για τα ίδια προϊόντα, διαμαρτυρήθηκε ότι της προσφέρει προϊόντα σε τιμές υψηλότερες εκείνων, στις οποίες εις εμέ τα προσφέρει. Η αντίδραση του ως άνω προμηθευτού ήταν η εξής:
Μου απέστειλε νέο τιμοκατάλογο με αυξημένες τις τιμές των προϊόντων που μου προμήθευε, στο ύψος εκείνων, στις οποίες είχε προσφέρει στη δεύτερη των εναγομένων τα προϊόντα. Εφεξής πλέον προμηθεύομαι από τον ως άνω προμηθευτή τα ίδια προϊόντα στις νέες υψηλότερες τιμές, ζημιουμένη κατά τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών τιμών.
β) Η δεύτερη εναγομένη, έχουσα πλέον εις χείρας της τον κατάλογο με τα ονόματα των προμηθευτών μου, τον οποίο ο πρώτος τούτων, συμπαραλαβών κατά την αποχώρησή του με τον ως άνω δόλιο σκοπό, της είχε παραδώσει, απευθύνθηκε και εις άλλον ένα εξ αυτών (την γαλλική εταιρία PANAVI INTERNATIONAL), από τον οποίο ζήτησε προσφορά προϊόντων (εξ εκείνων τα οποία προμηθεύομαι και εγώ), προκειμένου έτσι να διαθέτει τα ίδια προϊόντα τα οποία εγώ διαθέτω στο δίκτυο διανομέων και πελατών μου ανά την Ελλάδα.
γ) Η δεύτερη εναγομένη, επικοινώνησε άμεσα με πελάτες μου και διανομείς χονδρικής ανά την Ελλάδα, κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2007 και απέστειλε τιμοκαταλόγους και προσφορές των προϊόντων της, (ως εκείνα τα οποία και εγώ εμπορεύομαι), "αξιοποιώντας" έτσι παράνομα την πολύμηνη εκπαίδευση του πρώτου εναγομένου στην εταιρία μου και τις γνώσεις που απέκτησε και της αποκάλυψε (ενδεικτικά, την 6-11-2007 απέστειλε e-mail στον πελάτη μου TROFO EXPRESS στην Κατερίνη τον οποίο μάλιστα προ ολίγων ημερών, δηλ.
την 2-11-2007, είχε επισκεφθεί ο πρώτος εναγόμενος ως δικός μου Δ/ντής Πωλήσεων). δ) Ο πρώτος εναγόμενος, κατ' εντολή της δεύτερης έρχεται σε επαφή με διανομείς και πελάτες μου σε όλη τη χώρα, σε καθημερινή σχεδόν βάση, διαθέτοντας την τεχνογνωσία και την πληροφόρηση που απέκτησε από την προϋπηρεσία του σε μένα, προκαλώντας ταυτόχρονα "σύγχυση στην αγορά", αφού πολλοί πελάτες μου ερχόμενοι σε επικοινωνία μαζί του λογικό είναι να τον συνδέουν με την εταιρία μου Ο πρώτος των συμβαλλομένων τέλεσε τις υπό του άρθρου 16 (του ν. 146/1914) προβλεπόμενες πράξεις αφενός δολίως, ήτοι με την πρόθεση να παράσχει στη δεύτερη των συμβαλλομένων (απόρρητα) στοιχεία της επιχειρήσεώς μου για τη διεξαγωγή παρ'αυτής εις βάρος μου ανταγωνισμού (στοιχεία τα οποία του είχα εμπιστευθεί προς εκτέλεση της εργασίας του κατά τρόπο αθέμιτο και αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ανέλαβε κατά την αποχώρηση του) αφετέρου στη τέλεση των πράξεων αυτών εξώθησε αυτόν η δευτέρα των εναγομένων.
Σε κάθε πάντως περίπτωση ο πρώτος των συμβαλλομένων άνευ δικαιώματος, κατά παράβαση των μεταξύ μας συμφωνηθέντων, της υποχρεώσεως πίστεως που υπείχε έναντι του εργοδότου, αλλά και κατά κατάχρηση δικαιώματος και εναντίον των χρηστών ηθών, υπέκλεψε τα ως άνω απόρρητα στοιχεία της επιχειρήσεώς μου κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας και μετά τη λήξη αυτής παρέδωσε αυτά στη δεύτερη των συμβαλλομένων με την πρόθεση και το σκοπό να ασκήσει η τελευταία σε βάρος μου ανταγωνισμό, τον οποίο αυτή και άσκησε, χρησιμοποιούσα τα απόρρητα αυτά στοιχεία, στην απόκτηση των οποίων η ίδια την εξώθησε.
Εν πάση περιπτώσει, ως επικουρικώς ισχυρίζομαι, αμφότεροι οι εναγόμενοι, εν συνεννοήσει τελούντες από κοινού με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη με ζημίωσαν, ο πρώτος τούτων ανακοινώσας εις την δεύτερη (παρά της οποίας και υπεκινήθη) απόρρητα στοιχεία της επιχειρήσεώς μου, των οποίων κατά τον ως άνω τρόπο και χρόνο έλαβε γνώση, προς άσκηση εις βάρος μου ανταγωνισμού, η δεύτερη δε χρησιμοποιήσασα και δη προς βλάβη μου τα στοιχεία αυτά για την άσκηση εκ μέρους της ανταγωνισμού.
Εκτός της υλικής ζημίας εκ των πράξεών των αυτών (προς ανόρθωσιν της οποίας ρητώς επιφυλάσσομαι παντός δικαιώματός μου) υπέστην και ηθική βλάβη, λόγω της προσβολής της εμπορικής φήμης μου, της εμπορικής μου πίστεως και υποστάσεως και της αξιοπιστίας μου, τόσον μεταξύ εμπορικών οίκων (προμηθευτών μου) του εξωτερικού, όσον και μεταξύ των διανομέων και πελατών μου ανά την χώρα, για την αιτία δε αυτή αμφότεροι οι εναγόμενοι, υποχρεούνται εις ολόκληρον να μου καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση 200.000 ευρώ, ποσό που είναι εύλογο ενόψει όλων των ιστορηθέντων περιστατικών και ανάλογο με τον βαθμό υπαιτιότητας των αντιδίκων, ως και της επαγγελματικής και οικονομικής θέσεως αυτών" Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 200.000 ευρώ, νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, να απαγορευθεί στους εναγόμενους η τέλεση στο μέλλον των παραπάνω πράξεων, δηλαδή της ανακοίνωσης από τον πρώτο εναγόμενο των απόρρητων στοιχείων της επιχείρησής της στη δεύτερη εναγομένη και της χρησιμοποίησης αυτών από την τελευταία προς το σκοπό άσκησης αθέμιτου, σε βάρος της (ενάγουσας) ανταγωνισμού, να απειληθεί κατά των εναγομένων χρηματική ποινή 3.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έξι μηνών, για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφασης που θα εκδοθεί.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον δεν περιέχει σαφή έκθεση των περιστατικών που τη θεμελιώνουν, κατά το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά των εναγομένων.
Ειδικότερα, η ενάγουσα, ενώ επικαλείται, ότι ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας καθ' υπόδειξη και προτροπή της δεύτερης εναγομένης, παραβίασε τη συμβατική υποχρέωσή του, να μην αποκαλύψει σε τρίτους εμπιστευτικές πληροφορίες, σχετικά με τη λειτουργία της εμπορικής επιχείρησης αυτής (ενάγουσας), αποκαλύπτοντας στην εναγόμενη εταιρία τους προμηθευτές της στην αλλοδαπή, τις τιμές αγοράς εμπορευμάτων από αυτούς και τους διανομείς και πελάτες της στην Ελλάδα, προκειμένου η τελευταία να την ανταγωνιστεί κατά τρόπο αθέμιτο, δεν αναφέρει περιστατικά, με βάση τα οποία η δεύτερη εναγομένη, κάνοντας χρήση των πληροφοριών αυτών, επεδίωξε και απέκτησε, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, οικονομικό όφελος, προκαλώντας σ¨ αυτήν (ενάγουσα) αντίστοιχη ζημία, καθώς και το ύψος αυτής.
Εξάλλου, αόριστα προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι η δεύτερη εναγομένη χρησιμοποιώντας τιμολόγιο πώλησης προϊόντων, της προμηθεύτριας της γαλλικής εταιρίας τροφίμων NEUHAUSER INTERNATIONAL, το οποίο της είχε παραδώσει ο πρώτος εναγόμενος, διαμαρτυρήθηκε στη γαλλική εταιρία, ότι της διέθετε τα προϊόντα της σε ευνοϊκότερες τιμές από ότι στην ίδια, με αποτέλεσμα η εν λόγω προμηθεύτρια να της αυξήσει τις τιμές και να υποστεί αυτή ζημία, ίση προς τη διαφορά μεταξύ των δύο τιμών, αφού δεν προσδιορίζει σε ποια προϊόντα επήλθε αύξηση των τιμών, ποιο είναι το ποσό της αύξησης και ποιες ποσότητες προϊόντων προμηθεύτηκε από την εν λόγω προμηθεύτρια με αυξημένες τιμές, ώστε να διαπιστωθεί το ύψος της ζημίας της.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι η δεύτερη των εναγομένων, διαθέτοντας κατάλογο προμηθευτών της, που της παρέδωσε ο πρώτος αυτών, απευθύνθηκε στην προμηθεύτριά της, γαλλική εταιρία, PANAVI INTERNATIONAL και ζήτησε προσφορά προϊόντων, προκειμένου να τα διαθέτει στο δικό της δίκτυο διανομέων και πελατών στην Ελλάδα.
Ωστόσο, δεν επικαλείται, αν η ίδια είχε αποκτήσει, και με ποιον τρόπο, το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής των συγκεκριμένων προϊόντων (τα οποία επίσης δεν προσδιορίζει) της ως άνω γαλλικής εταιρίας, προς πώληση στην Ελλάδα, ώστε να κριθεί αν η ενέργεια της εναγομένης να επιδιώξει τη διάσπαση της αποκλειστικότητας αυτής συνιστά παράβαση των χρηστών ηθών και αθέμιτο ανταγωνισμό, ούτε αναφέρει, αν η εναγομένη έλαβε προσφορά από την παραπάνω προμηθεύτρια, αν δέχθηκε την προσφορά της, αν άρχισε, πράγματι, να εισάγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά τα ίδια (με την ενάγουσα) προϊόντα (αναφέροντας και τους πελάτες της) και αν από την πράξη αυτή επήλθε, πράγματι, ζημία της (ενάγουσας), προσδιορίζοντας το είδος και το μέγεθος αυτής.
Επίσης, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι η εναγόμενη εταιρία, απέστειλε, κατά τους μήνες Οκτώβριο έως και Δεκέμβριο του έτους 2007, στους πελάτες της (ενάγουσας) και διανομείς χονδρικής στην Ελλάδα, τιμοκαταλόγους και προσφορές για τα προϊόντα που εμπορεύεται η ίδια (ενάγουσα), αξιοποιώντας, παράνομα, την πολύμηνη εκπαίδευση του πρώτου εναγομένου στην επιχείρηση της και τις γνώσεις, που απέκτησε κατά τη διάρκεια της εργασίας του σ' αυτή, καθώς και ότι ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας κατ:
εντολή της δεύτερης εναγομένης, ερχόταν, καθημερινά, σε επαφή με διανομείς και πελάτες της, σε όλη τη χώρα, διαθέτοντας την τεχνογνωσία και την πληροφόρηση που είχε αποκτήσει από την προϋπηρεσία του στην ίδια, προκαλώντας, συγχρόνως, σύγχυση στην αγορά. Δεν προσδιορίζει, όμως, η ενάγουσα το είδος της τεχνογνωσίας που απέκτησε ο πρώτος εναγόμενος από την προϋπηρεσία του σ' αυτήν, την οποία εκμεταλλεύτηκε η δεύτερη εναγομένη, ούτε αναφέρει, αν η τελευταία συνήψε συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας με πελάτες της στην Ελλάδα, και με ποιους, συγκεκριμένα, και αν από την πράξη αυτή προκλήθηκε στην ίδια ζημία και σε τι συνίσταται αυτή.
Τέλος, η ενάγουσα δεν αναφέρει συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του πρώτου εναγομένου, από τις οποίες προκλήθηκε στους πελάτες της (και σε ποιους) η πεπλανημένη εντύπωση, ότι ενεργεί αυτός για λογαριασμό της, ούτε διευκρινίζει με ποιόν τρόπο προκαλείται σύγχυση στην αγορά και ποιες οι συνέπειες αυτής, αρκούμενη στην αόριστη αναφορά, ότι πολλοί πελάτες της "ερχόμενοι σε επικοινωνία μαζί του λογικό είναι να τον συνδέουν" με την ίδια...Η επικαλούμενη, εξάλλου, πρόσληψη του πρώτου εναγομένου, μετά την αποχώρησή του από την εργασία του στην ενάγουσα, στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία, ανταγωνίστρια της ενάγουσας, που εισάγει και εμπορεύεται τα ίδια με αυτή προϊόντα, δεν αποτελεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων στοιχείων, πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού".
Με το να απορρίψει το Εφετείο την ένδικη αγωγή ως αόριστη (με τις ανωτέρω αιτιολογίες) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο γιατί, η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμησή της και είναι κατά την κυρία βάση της νόμιμη, στηριζομένη στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 16 παρ.1 και 2, 18 παρ.1 του ν.146/1914, 57, 59, 914, 932 ΑΚ και, επιπλέον, σε εκείνες των άρθρων 361 ΑΚ και 46 ΠΚ.
Ειδικότερα, εκτίθενται σ'αυτή (αγωγή) με σαφήνεια και πληρότητα όλα εκείνα τα περιστατικά, (που λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω), τα οποία πληρούν την (αντικειμενική και υποκειμενική) υπόσταση του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ν.146/1914 εγκλήματος της απαγορευμένης ανακοίνωσης, (που τέλεσε ο πρώτος εναγόμενος), όπως η έννοια της διάταξης αυτής αναλύθηκε στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, και της χρησιμοποίησης απορρήτων, (που τέλεσε η δεύτερη εναγομένη), καθώς και εκείνου (εγκλήματος) της ηθικής αυτουργίας (στο εν λόγω έγκλημα) εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης και, κατά συνέπεια, έλαβε χώρα η επικαλούμενη αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, η οποία γεννά υποχρέωση των εναγομένων (και) για την αποκατάσταση της χρηματικής ικανοποίησής της λόγω προσβολής της εμπορικής φήμης και πίστης αυτής.
Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της ένδικης αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και η αναφορά συγκεκριμένης (αποτιμητής σε χρήμα) ζημίας, που η ενάγουσα υπέστη από την αναφερόμενη αδικοπραξία, αφού αίτημά της ήταν η επιδίκαση μη περιουσιακής ζημίας (ηθικής βλάβης). Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατ'ορθή υπαγωγή, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (που κατέθεσε προτάσεις) κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες κατέθεσε στις 18-4-2013, ήτοι πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υποβάλλει αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο και, συνακόλουθα, ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και της τελευταίας απόφασης και συγκεκριμένα ζητεί να υποχρεωθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη να της επιστρέψει τα ποσά των 4.500 και 500 ευρώ, που κατέβαλε για δικαστικά έξοδα που επιδικάστηκαν με τις εν λόγω αποφάσεις, αντίστοιχα.
Το αίτημα είναι νόμιμο, στηριζόμενο στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτό κατ' ουσίαν, αφού, όπως προκύπτει προαποδεικτικώς από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα (κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών) και δεν αμφισβητείται από την δεύτερη αναιρεσίβλητη η αναιρεσείουσα κατέβαλε σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης και της εφετειακής απόφασης τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα των 4.500 και 500 ευρώ αντίστοιχα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 5896/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 2222/2011 του ίδιου Δικαστηρίου.
ΔΕΧΕΤΑΙ το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ